Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Πυραμίδα 67

(σκηνή από την κατάταξη)
… «Στάθηκα μπρος  σ’ ένα τραπέζι.  Τρία παιδάρια πίσω του με ύφος “ημετέρων”. (Τα γιαλιά  δεν άρεσαν  –  τόνιωθ’ αυτό  πολύ  έντονα  κείνη την ώρα!) Κάτι είπαν και για μένα – για όλους όλο και κάτι λέγαν μεταξύ τους,  σε ύφος πάντα πολύ εμπιστευτικό. (Οι άλλοι  ζαρώναν, παίρναν ύφος ένοχο. – Πολύ έξυπνη τούτη η ράτσα η μελαμψή, και μπαίνει αμέσως στο νόημα!   Όλοι έχουν μέσα τους έτοιμη τη ματαιοδοξία της ενοχής! Γι’ αυτό τόσο εύκολα θριαμβεύει πάνω τους το ύφος εκείνο του “ημετέρου”. Το εκτιμούν. Το τρέμουν. Μια συνείδηση ελευθερίας πολύ άτονη, πολύ υποτασική…  Δέχονται τόσο δουλικά το καθετί  που, αν εσύ δεν πάσχεις από την ίδια υπόταση και δεν έχεις την απόφαση  τόσης εξυπνάδας, τόσης ενοχής κατά σύμβαση και τόσης δουλοφροσύνης, πας χαμένος!  Όχι οι άλλοι,   εσύ θάσαι   “ο μέγας ύποπτος”  στο φτωχό μυαλό των  “ημετέρων”..!) Και παίρνουν τότε βαρύτερο ύφος:     “Α, εσύ είσαι;  Καλώστον!..” (με ειρωνία και πρόκληση. Σα  να σε ξέρουν-  “τους ξέρουν όλους αυτοί, τ’ είναι και τι δεν είναι ο  καθένας!” )  Φυσικά εισ’ εσύ – το λέει  κι  η ταυτότητα!..  Σημειώνουν τότε πάνω στο χαρτί σου κάτι ακατανόητα για σένα, δικά τους, και στο ξαναδίνουν μ’ ένα μυστηριώδες μειδίαμα – (στυλ    “ντέντεκτιβ”, σε γκαγκστερίδικο έργο, πούχει το ένταλμα έτοιμο  και το χέρι στο λεβιέ της  “ηλεκτρικής”..).

(συλλογισμοί )
…(Μίσος  μεγαλύτερο απ’ αυτό που έχουν οι απλοί, πακτωμένο αιώνες μέσα τους, εναντίον  των  “ μορφωμένων” και  κάθε πνευματικής καλλιέργειας,  δεν  έχω συναντήσει!..  Γιομάτοι  από συμπλέγματα κατωτερότητας, κι αυτοί,  κ’ οι γονιοί,  κ’  οι  προγόνοι τους, βρίσκουν σήμερα την ευκαιρία να εκδικηθούν.  Μισούν κάθε πολιτιστική βαθμίδα ανώτερη από κείνην που βρίσκουνται.  Κι από μια έμπρακτη άποψη, όλοι οι αγώνες αυτοί, τούτο το νόημα κατά βάθος έχουν:  να συντριβούν οι πιο καλλιεργημένοι – να κατεβεί το επίπεδο όλων στο επίπεδο των άξεστων! Κ’ ίσως – ίσως, έχουν ήδη νικήσει. Στους στρατούς, στις κοινωνίες, στα κόμματα, πάντ’ αυτοί κυριαρχούν – και καταδυναστεύονται οι πιο καλλιεργημένοι. Το μίσος κατά των    “διανοούμενων”, που διακρίνει όλες τις σημερινές παρατάξεις, δεν είναι παρά τούτο:  η ανταρσία των άξεστων!).
Ρένος Αποστολίδης

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Οι παλαιστές

(απόσπασμα,  αφήγηση της  παράστασης  του Εγνάτη με την πέτρα)
  … « Είχα πάει σε μια πόλη για διακοπές. Και είπα, μαζί με τις διακοπές ας κάνω και μία εμφάνιση… κανένα κόλπο.  Δεν είχα ξαναπάει κατά κει. Ένα απόγευμα το βάζω μπρος. Μαζεύεται κόσμος κι αρχίζω. Ήξερα τα κόλπα μου απέξω κι ανακατωτά. Αρχίζω απ’ τα εύκολα και προχωρώ στα δύσκολα.
   Δεν υπήρχε ικανοποίηση στο πλήθος. Φτάνω στη στιγμή που ένα φορτηγό περνάει πάνω από το στήθος μου. Τίποτα . Κι αυτό πήγε στο βρόντο. Κανένα ενδιαφέρον…  Δεν τους έκανα καμιά εντύπωση μαντάμ. Καμιά.  Και τότε μέσα στην τσατίλα  μου για την αναισθησία τους,   αρπάζω μια πέτρα και φωνάζω πως  θα  τη  φάω.  Κυρίες  και  κύριοι  στο  επόμενο κόλπο  θα  φάω  την  πέτρα.  Μάλιστα  κύριοι,  αυτή  την  πέτρα  που  είναι  πάνω από  δύο  κιλά, θα  την  καταβροχθίσω.  Τότε  ηλεκτρίστηκε  η  ατμόσφαιρα.
   Άρχισα  να  τρώω την πέτρα  χωρίς  καθυστέρηση.  Την  έσπασα  μικρά  μικρά  κομματάκια και  την  έτρωγα.  Την έγλυφα,  την κατάπινα…    την μασούσα.  – Την έφαγα - . Τελικά την έφαγα όλη.  Και τότε κατάλαβα πως την έφαγα γιατί ήθελα να τη  φάω.  Δηλαδή  αιστανόμουνα  πως την γύρευε ο οργανισμός  μου γι’ αυτό την καταβρόχθισα.  Ήταν  δηλαδή κάτι  σαν  πείνα. Σαν  να πείναγα να πούμε κι έφαγα την πέτρα.  Είχα  σπάσει  μερικά  δόντια,  είχαν  ματώσει  τα  ούλα  μου…  το  στόμα  μου  όλο, αλλά  την κατάφερα.  Την  ροκάνισα  μ’ ευχαρίστηση  όλη.  Σοβαρά  σας  λέω  μαντάμ,  με  μεγάλη  ευχαρίστηση.  Τότε  έπεσε  χειροκρότημα.  Και  ενώ  ήμουν  σ’ αυτήν  την  κατάσταση, έρχεται  μια  χαρχάλα και μου λέει,  πως  δεν  ήταν πέτρα  αυτή  που  έφαγα.  Χαμογελούσα  με  σπασμένα  δόντια,  και   αίματα  στο  στόμα,  αλλά  αυτή  επέμενε.   Με  τσάτιζε  δηλαδή  κατάλαβες;  Θα  σου  σπάσω  τα μούτρα  μωρή  χαρχάλα  της  λέω…  Σε  μένα  δεν  περνούν  οι  εξυπνάδες.  Παίζεις  με  τη  δουλειά  μου;  Παίζεις  με  την  υγεία  μου…  την  ψυχή  μου;  Την  έπιασα από το λαιμό  να  την  πνίξω.   Χαμουρόγρια.  Ήθελε  η  χαρχάλα  σώνει  και  καλά να  μου  κάνει  έλεγχο, πως  δεν  ήταν  πέτρα  αυτή  που  έφαγα »…

Στρατής Καρράς

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Το αηδόνι και το γεράκι

«Αγροίκησε,  γεράκι,  το φτωχό  τ’ αηδόνι.
Είναι στο χέρι σου η ζωή μου, καθώς είναι
το πέταμά σου τούτη τη στιγμή στα νέφη,
όπου ποτέ δεν έχω φθάση.  Αλλ’ άκουσέ με.
Από τες μυστικές γλυκές πηγές της φύσης
εγλυκανάβρυζ’ ένα πνεύμα που απαντούσεν
έν’ άλλο ίσια γλυκό στο στήθος μου, και τούτο
αναλυότουν σε τραγούδι, σαν τα φύλλα
του δέντρου μου, σαν τ’ άστρα που από πάνου ελάμπαν.
Μ’ εύφραινε  γύρω η φύση, κ’ έβγαινε αρμονία.
Σε θωρούσα που ερχόσουν κατά με, κι  ο  φόβος
από το θαυμασμό μου εστάθη νικημένος
στο μεγαλόπρεπο τρεχάτο πέταμά σου,
όπου εγώ των θεών εξάνοιγα το δώρο.
Αλλ’ αυτή τη στιγμή μέσ’ από πλούσιο βάθος
τα τραγούδια μου ηθέλαν  νάβγουν, απ’ τον  πόνο
για ‘να τριανταφυλλάκι  π’ άρπαζεν ο αέρας.
Και τ’ αρχινούσα εγώ, εγώ που μες το σκάσμα
της αστραπής   γροικούσα να χτυπά η καρδιά μου,
μουλωτό στο κλωνάρι πούχε μόλις έβγη.
Άφησέ με να ζήσω μια στιγμή, καν όσο
στο γαληνό να χύσω αιθέρα και στ’ αυτί σου
το θησαυρό μου. Μη σκοτώσεις ό,τι πρέπει
να γεννηθή».      Σ’ αυτά τα λόγια το γεράκι
τ’ άπονο νύχι του παράλυε, και με τ’ άλλο
άπλωνεν ωσάν σπλάχνους φιλανθρώπου χέρι


                                           στ’ αηδόνι, που σ’ εκείνη τη στιγμήν εσβύσθη.
                                                          Διονύσιος Σολωμός
 

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Παιδικό,Υποθήκαι



παιδικό
Τώρα η βραδιά, γλυκιά που φτάνει,
θα μου γλυκάνει και την καρδιά.
Τ' αστέρια εκεί θα δω, θα νιώσω
οι άνθρωποι πόσο είναι κακοί.
Κλαίοντας θα πω: Άστρα μου, αστράκια
τ' άλλα παιδάκια θα τ' αγαπώ.
Ας με χτυπούν πάντα κι ακόμα.
Θα 'μαι το χώμα που το πατούν.
Άστρα, καθώς άστρο  και κρίνο,
έτσι θα γίνω τώρα καλός.

Υποθήκαι
Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούνε με χίλιους τρόπους.
Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής, όταν ακούσεις ανθρώπους.
Όταν ακούσεις ποδοβολητά λύκων ο Θεός μαζί σου!
Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά και κράτησε την πνοή σου.
Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό στον πλατύ κόσμο μια θέση.
Όταν  οι άνθρωποι θέλουν το κακό, του δίνουν όψη ν’ αρέσει.
Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν  με την πειθώ, με το ψέμα,
όταν οι άνθρωποι διαφιλονικούν τη σάρκα σου και το αίμα.
Όταν έχεις μια παιδική καρδιά και δεν έχεις ένα φίλο,
πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά, στη μπουτονιέρα σου φύλλο.
Άσε τα γύναια και το μαστροπό Λαό σου Ρώμε Φιλύρα.
Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό, κράτησε σκήπτρο και λύρα.

Κώστας Καρυωτάκης

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Καραγκιόζης ο Μέγας

Ο λόγος του Ομάρ
Ακούστε. – Τι είμαι; Τίποτα! Μια μικρή κι αχνή ανεμίδα, που ένα βράδυ αυγουστιάτικο την τινάζει το αγέρι στο θολό το ρέμα μέσα, και πάει μαζί του, νοσταλγικά θυμούμενη το στάχυ που την έφερε στο φως. Είμαι ένας μέγας ανήμπορος της ζωής. Μα εντός μου φέγγει ευγενής πόθος. Κι έτσι, συχνά, πότε το σούρουπο, πότε στη γλυκειά κάψα του μεσημεριού, κυνηγός αγιάτρευτος του ονείρου, ως είμαι, παίρνω το κομπολόι μου και βγαίνω στο σεργιάνι. Γυρνώ τις γειτονιές, τα στενοσόκκακα και τ’ ανηφορικά τα καλντερίμια, όπου μιλλιούνι βουίζει η μυίγα κ’ οι κόττες κακκαρίζουνε  και  βυζανιάρικα  μωρά  σέρνουνται  στην  κοπριά του δρόμου. Την παίρνω  βόλτα όλη τη χώρα. Μιλώ με μανάβηδες, σαράφηδες, πραματευτάδες και χαλκιάδες, με κουντουράδες και  με γύφτους. Και βαρυθυμιά με πνίγει μπρος  στη φτώχεια τους και στη μιζέρια. Γκρίνια και  βρωμιά και δυστυχιά βοχά από τα ρημάδια. Μούτρα εδώ οργωμένα από την έγνοια, βλοσυρά μάτια εκεί, βαθουλωτά , κοιτούν σα φίδια από την τρύπα τους. Κι ο μουεζίνης , σαν αρχίζη τον ψαλμό, θαρρείς πως κλαίει κι αυτός τη μοίρα του. – Σ’ αυτά μου τα περιδιαβάσματα με καρτερά όπως πάντα το ίδιο ξάφνιασμα, στερνά. Στο κατώφλι ενός σαράβαλου, που τρίζει σα διαβαίνω, κι όλο λες θα πέση, στέκει γελαστός, άφοβος στον κίνδυνο που κρέμεται πάνω από την κεφαλή του, ο ίδιος  πάντα άνθρωπος και τραγουδά. Διαβατάρικο θαρρείς πουλί, που τραμπαλιέται σ’ ενός βούρλου βέργα, πάνω από το σάπιο βάλτο και κελαιδεί τους ουρανούς  και τους ανέμους. Στέκω και τον κοιτάζω και λέω μέσα μου:  « Ευτυχισμένο παιδί της φύσης! Πού να ήξερες, πως ο σεβαστός αυτός άνθρωπος, που περνά πλάι σου σκυφτός, βαρυμένος απ’ τη γνώση και τη σκέψη την πολλή, λαχταρά την ξυπολυσιά σου και το κέφι σου!» Πουλί τον είπα, μα είναι θεριό αλλόκοτο. Ποτέ  δεν είδα  τέτοια κεφάλα μουλαρίσια σ’ ανθρωπινό  κορμί, τέτοια  γουρλωμένα μάτια κουκουβάγιας σε ζωντόβολου καύκαλο. Μια πιθαμή είναι ολάκερος, κι ‘άλλο θαρρείς  δεν έχει  από μια κούτρα  κι από δυό πατούσες. Ξυπόλυτος  πηγαινοέρχεται  και τα πόδια  του  βροντούν  στις πλάκες  σαν  πενήντα  κόπανοι. Και τραγουδά. Τι τρώει, τι πίνει; Τίποτα!  Δουλειά δεν κάνει, τσακιστόν παρά δεν έχει, τ’ άντερά του  γουργουρίζουνε και τραγουδά. Πού τη βρίσκει την όρεξη, το τόσο κέφι; Ρώτησα και μούπανε, τον λέν  Καραγκιόζη.
Φώτος Πολίτης

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Ο Οδηγητής


Ο Οδηγητής
1.7.
Δεν είμαι εγώ σπορά της τύχηςΜα κι όσοι αγέννητοι, χιλιάδες
ο πλαστουργός της νιάς ζωής.άπλαστοι ακόμα με βλογούν
Εγώ μαι τέκνο της ανάγκης κικι όλοι ακουμπάνε τα σπαθιά τους
ώριμο τέκνο της οργής.απάνω μου και τα λυγούν.
2.8.
Δεν κατεβαίνω από τα νέφη,Δε δίνω λέξες παρηγόρια,
γιατί δε με στειλε κανείςδίνω μαχαίρι σ’ ολουνούς’
Πατέρας, τάχα παρηγόριακαθώς το μπήγω μες στο χώμα
για σένα, σκλάβε, που πονείς.γίνεται φως, γίνεται νους.
3.9.
Ουράνιες δύναμες, αγγέλοι,Άκου πώς παίρνουν οι αγέρες
κρίνα πουλιά και ψαλμουδιέςχιλιάδων χρόνων τη φωνή!
– τίποτα! Εμένα παραστέκουνΜέσα στο λόγο το δικό μου
οι θυμωμένες σας καρδιές.όλη η ανθρωπότητα πονεί.
4.10.
Εγώ του καραβιού γοργόναΩ! πώς το παίρνουν οι αγέρες
στ’ ορθόπλωρο καράβι μπρος.και πώς φωνάζουνε μετά
Απάνω μου σπάνε φουρτούνεςάβυσσοι μάβροι τάφοι μάβροι,
κι άγριος ενάντια μου καιρός.ποτάμια γαίματα πηχτά!
5.11.
Μέσα στο νου και στην καρδιά μουΌθε περνά γκρεμίζει κάτου
αιώνων φουντώσανε ντροπέςσαν το βοριά, σαν το νοτιά
και την παλάμη μου αρματώνουνόλα τα φονικά ρηγάτα
με φλογισμένες αστραπές.θεμελιωμένα στην ψεφτιά.
6.12.
Ένας δεν είμαι, μα χιλιάδες!Κ’ ένα στυλώνει κι ανασταίνει,
Όχι μονάχα οι ζωντανοί –το ‘να βασίλειο της Δουλειάς,
κ’ οι πεθαμένοι μ’ ακλουθάνε(Ειρήνη! Ειρήνη!) το βασίλειο
σε μιαν αράδα σκοτεινή.της  Πανανθρώπινης  Φιλιάς.

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

«ο διάβολος με το κηροπήγιο»

  (απόσπασμα από το  κεφάλαιο Ε).
Η αληθινή  ζωή μας σκέφτομαι, καμμιά  φορά,  παίζεται  πίσω  από τον τοίχο και  το  έγκλημα ήταν από  καιρό  προμελετημένο – δεν  έλειπε  ούτε  η  υπόσχεση ούτε  ο  χωλός  νοικάρης  ούτε  ο  άφωνος  δρόμος  με  τα  κλειστά  μαγαζιά,  δυστυχισμένος  κόσμος  δεν  θα  μάθει  ποτέ  τι  έγραφε  αυτή  η  πανάρχαιη,  χαμένη  σφραγίδα  και  πως  μια  ομπρέλλα  είναι  κι εκείνη  ένα  φάντασμα  που  δεν  συγχωρεί.
Φίλοι  μου, που  νύχτες  ολάκερες  μιλούσαμε  για  τις  τύχες  του  κόσμου, ανάμεσα  στις  μικρές  παύσεις   της  συνομιλίας  μας  ήταν, ίσως,  ό,τι κληροδοτήσαμε  στους  άλλους – ακατόρθωτο  για  να  επιζήσει, και τόσο οικείο ώστε  να  προσπερνάς  χωρίς  να  το  βλέπεις,  σχεδόν.
Έτσι  πέρασαν  πολλά  χρόνια. Οι  άρρωστοι  περίμεναν  ν’ ανοίξει  το  παλιό  ξυλουργείο, εγώ  προτιμούσα  ν’ ανεβαίνω  στη  σοφίτα , εκεί  έμενε  ο  τυφλός  με  τους  σπάγγους  ενώ  κάτω  οι  ένοικοι  φαντάζονταν  πως  ζουν.  «Θα  σου  καθήσω»  έλεγε  η  άσχημη  γυναίκα,  «αλλά  βάλε  μου  μια  πετσέτα  στο  πρόσωπο»,  σκοτεινή, αδιαπέραστη,  υγρή  όλη  από πάνω  ως  κάτω  σαν  ένα  μεγάλο  νόημα, κι όταν  ο  Χρυσόστομος  βρώμισε  απ’  την  γάγγραινα,  εκείνη  στάθηκε  στην  πόρτα   κι έδιωχνε  τα  σκυλιά -  μια νύχτα,  μάλιστα,  αλλά  τι  να  τους  απαντήσεις,  «ληστές»,  φώναξα, κόσμος  πηγαινόρχονταν, έκλαιγαν  ή έβαζαν  στοιχήματα  αφού  υπάρχει  πάντα  ένα  μαύρο  άλογο  εκεί που  δεν  βλέπεις  τίποτα,  και  το  αλκοόλ  έχει  κι εκείνο  την   πέτρινη  φτερούγα  του.
Α, ήταν μεγάλες εκείνες οι μέρες, τα πλήθη τρέχανε  στους  δρόμους, η εξέγερση έριχνε  πάνω από την πόλη  τη  σκάλα, σαν την  προσευχή, μέρες, σαν  ένας λαός  από  κεριά  σκορπισμένα  κάτω  στην  άσφαλτο  κι  εμείς  που  ζήσαμε,  δεν  έχουμε  τώρα  τα  σπίρτα  παρά  μόνο  για  τα  τσιγάρα  μας.
Θυμάμαι  εκείνον  τον  φτωχό   ανθρωπάκο  στη  γωνιά, κρατούσε  ένα  πτυελοδοχείο  πάνω  στο  πρόσωπό  του για  να  μπορεί  να  πηγαίνει  άδολος  κι οι  υπνοβάτες  περπατούν  στην  άκρη  της  στέγης, χωρίς  να  πέφτουν, αφού άλλος  κρατάει  το  λογαριασμό.  Σαν  τα  πουλιά  που   είναι  εχέμυθα  για  να  μας  σκοτώνουν  καλύτερα.
Όλα  τόσο  απίθανα,  Θε  μου:  σα μια  πέτρα  δίχως  μυστήριο  ή  σαν  αυτόν  που  ξαναβρίσκει  το  χαμένο  νόμισμα μες  στον σπαταλημένο  καιρό. Οι ταξιδιώτες  κρατούν  λίγα  λουλούδια  στις  βιαστικές  κηδείες  των  σταθμών, ενώ  οι   ζητιάνοι  τρέχουν,  για  λίγες  δεκάρες,  πίσω  από  ξεχειλισμένα  ρούχα.  Ω, αν  είχα  δικό  μου  ένα  μόνο  τηλεφωνικό  θάλαμο  ή  μια  πιο  καθαρή  οδοντοστοιχία, ίσως, τότε,  πολλά  εγκλήματα  θα ‘χαν  αποφευχθεί ή έστω,  επισημανθεί   εγκαίρως.. Τ’  άλλα θα  μείνουν  άγνωστα – σαν  ένα  άξαφνο  κουδούνισμα  από  κάποιον  πούχει  κιόλας απομακρυνθεί  μια  μυρωδιά  θαμπή  που  χάθηκε  πριν προλάβεις  να  θυμηθείς,  λίγος  αχνός  απ’  το  παιδικό  τσάι  που  τόσες  θεομηνίες  δεν  μπόρεσαν να  τον  σκορπίσουν  ακόμα.
Ώ,  αν  είχα  τη  δύναμη, θα  έφτιαχνα  ένα  χέρι  στο  δρόμο  για  τους  τυφλούς,  ή εύκολα  αινίγματα  για  τους  κουρασμένους,  θα έφτιαχνα  ένα  φλύαρο  κοιμητήρι  που  να  μας  διηγιέται  το  βράδυ  τα  παλιά  ή  θ’ αέριζα  τα  σεντόνια  όπως  σ’ ένα  ναυάγιο.  Είμαι,  λοιπόν,  ξεγραμμένος  σαν  το      θαύμα  που κάνει  ακόμα  πιο  αβέβαιη  τη  ζωή…
Τάσος  Λειβαδίτης

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Εκείνοι που μας παίδεψαν

Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν  μέσα  μας  πιο  πολύ,
όμως  η  δική  σου  τρυφερότητα πόσον  καιρό  ακόμα  θα  βαστάξει;
Ό,τι μας γλύκανε  το  ξέπλυνε  ο  χρόνος  και  η  συναλλαγή’
εκείνοι  που μας  χαμογέλασαν  βούλιαξαν  μες  στα  πιο  βαθιά πηγάδια
και  μείναν  μόνο  εκείνοι  που  μας  πλήγωσαν,
εκείνοι  που  αρνήθηκαν  να  τους  υποταχτούμε.
Εκείνοι  που  μας  παίδεψαν   βαραίνουν  πιο  πολύ…
Ντίνος  Χριστιανόπουλος

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

CHE FECE….IL GRAN RIFIUTO

Σε  μερικούς  ανθρώπους  έρχεται   μια  μέρα
που  πρέπει  το  μεγάλο  Ναι  ή  το  μεγάλο  Όχι
να  πούνε. Φανερώνεται   αμέσως  όποιος  τόχει
έτοιμο  μέσα του  το  Ναι και  λέγοντάς  το   πέρα
πηγαίνει  στην  τιμή  και  στην   πεποίθησή  του.
Ο  αρνηθείς  δεν  μετανοιώνει.  Αν  ρωτιούνταν  πάλι,
όχι  θα  ξαναέλεγε. Κι όμως  τον  καταβάλλει
εκείνο  τ’ όχι  -  το  σωστό – εις  όλην την ζωή  του.

Κωνσταντίνος  Καβάφης

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Ἡ ξενομανία


Εἶνε ἀδύνατον νὰ ἀρχίσῃ δημιουργία Ἑλληνικῆς ζωῆς ἐνόσῳ ὅλα τὰ πράγματα τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸ πρῶτον κουρέλι τοῦ λίκνου -καὶ ὅλων τῶν ἰδεῶν- μέχρι τοῦ τελευταίου κουρελίου τοῦ τάφου, εἶναι ξένα.
Τὸ κτύπημα τῆς ξενομανίας εἶνε τὸ πρῶτον κίνημα, ὁ πρῶτος ἀγὼν τῶν ποθούντων νὰ ἀγωνισθοῦν διὰ μίαν ἀρχὴν Ἑλλάδος.
Ἡ ξενομανία εἶνε χωριατιά. Εἶνε προστυχιά. Εἶνε κουταμάρα. Εἶνε ἀφιλοτιμία. Εἶνε ἀφιλοπατρία. Καὶ εἶνε ξυππασιά. Καὶ εἶνε ἀμάθεια.
Αὐτὸς ὁ ἀνώτερος, ὁ πλούσιος, ὁ ἀνεπτυγμένος, ὁ ταξειδευμένος, ὁ παντογνώστης, ὁ παντοκρίτης, ὁ ἰατρός, ὁ δικηγόρος, ὁ πολιτικός, ὁ παππᾶς, ὁ δάσκαλος, ὁ καθηγητής, ὁ τραπεζίτης, ὁ ἔμπορος, ὁ ἄνθρωπος τοῦ πνεύματος, ποὺ ἐπῆγε εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ἐγύρισε ξενομανής, εἶνε ἀμαθής. Ἐπῆγε καὶ ἐγύρισε κούτσουρον. Δι᾿ αὐτὸ εἶνε ξενομανής. Ἐπῆγε καὶ ἐγύρισε χωριάτης, δι᾿ αὐτὸ εἶνε ξενομανής. Ὅ,τι εἶδε, ὅ,τι ἔμαθε δὲν τοῦ ἐχρησίμευσεν εἰς τίποτε. Δὲν ἐδιόρθωσε τὸ κεφάλι, τὸ ἐχάλασε. Δὲν ἐφωτίσθη, ἀλλὰ ἐτυφλώθη διὰ πάντα. Δι᾿ αὐτὸ εἶναι ξενομανής.
Κάνει τὸν Εὐρωπαῖον, ἀλλὰ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν Εὐρωπαῖον, τὸ κεφάλι του κάθε ἄλλο παρὰ νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τό τωρινὸν Εὐρωπαϊκόν κεφάλι. Ὁ ἰδικός μας Ἐσπεριοειδὴς εἶνε σὰν τὸν ἀράπη ποὺ πηγαίνει εἰς τὸ Παρίσι καὶ φορεῖ Παρισινὰ ροῦχα. Εἶνε ξενομανής, διότι ἅμα τοῦ ἀφαιρέσῃς αὐτό, δὲν μένει τίποτε ἄλλο ἀπὸ αὐτόν. Ἀφαίρεσέ του τὰ ροῦχα, τὰ τέσσαρα ξένα λόγια, τὸ τσάι, τὰ δέκα ὀνόματα ποὺ ἐπαναλαμβάνει, τὰς δέκα ἰδέας ποὺ ἔμαθε καὶ βάλε τον νὰ ἐρασθῇ. Δὲν εἶνε ἰκανὸς νὰ σκεφθῇ νὰ κάμῃ τὸ παραμικρόν. Εἶνε ἕνα μυαλὸ τιποτένιον, ἕνα κεφάλι ἐντελῶς ἄχρηστον διὰ τὸ κάθε τι. Ὅλη του ἡ ζωή, ὅλη του ἡ δύναμις, ὅλη του ἡ σοφία εἶνε νὰ λέγῃ, καὶ ξαναλέγῃ τὰ τέσσαρα πράγματα που ἔμαθε. Θέλετε νὰ τὸ εἰδῆτε καθαρὰ ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν Εὐρωπαῖον τὸ ροῦχον; Πάρετε τὸν Τρικούπην, τὸν Δηλιγιάννην, τὸν Θεοτόκην, τὸν Ζαΐμην, ὅλους τοὺς Στρατηγοὺς καὶ ὅλους τοὺς ἐν τέλει τῶν γραμμάτων καὶ τῶν πραγμάτων. Εἰπέτε τους νὰ ἐνδύσουν τὸν στρατὸν μὲ τὰ θαυμάσια Ἑλληνικὰ ὑφάσματα καὶ ἐνδύματα διὰ νὰ μένουν εἰς τὸν τόπον ἑκατομμύρια ἑκατομμυρίων ποὺ φτερουγίζουν τόσα ἔτη τώρα πρὸς τὴν τσέπην τῶν ξένων, διὰ νὰ ἔχουν τὸν ὡραιότερον ζωγραφικώτερον καὶ φθηνότερον στρατὸν τοῦ κόσμου. Ὅλοι θὰ φρίξουν διὰ τὴν βαρβαρότητά σας, διὰ τὴν κουταμάρα σας, διὰ τὴν προστυχιά σας, διὰ τὴν ἀμάθειάν σας. Αὐτὸς εἶνε ὁ ἀνεπτυγμένος, ὁ Ἐσπεροειδὴς Ἕλλην. Φαντασθῆτε τώρα τὶ εἶνε οἱ ἄλλοι ξενομανεῖς, ὅταν τοιοῦτοι εἶνε οἱ πρῶτοι. Καὶ κυττάξετε τὶ εἶνε ὁ Εὐρωπαῖος. Ὁ Εὐρωπαῖος εἰς τὴν Κρήτην ἐννοεῖ καὶ τὴν ἀξίαν καὶ τὴν οἰκονομίαν καὶ κυριώτατα τὴν ὡραιότητα τοῦ Κρητικοῦ ἐνδύματος καὶ αὐτὸς ὁ πραγματικὸς Εὐρωπαῖος ἐνδύει τὸν οτρατιώτην μὲ τὴν Ἑλληνηκήν του στολήν. Καὶ εἴδατε τὶ θαυμασία ζωγραφιὰ εἶνε ὁ Κρητικὸς στρατιώτης. Παρόμοια ἀνεξαιρέτως εἶνε ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα. Παρομοίας ὡραιότητος. Παρομοίως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ πάντα Ἑλληνικά. Καὶ παρομοίας προστυχιᾶς, κουταμάρας, ἀκαταληψίας καὰ ἀμαθείας, εἶνε ὅλοι οἱ ξενομανεῖς εἰς ὅλα τὰ ζητήματα. Βγάλετε ἀπὸ τὸν νοῦν σας ὅτι ἀπὸ τοὺς Ἑλληνογάλλους, Ἑλληνοάγγλους, Ἑλληνοϊταλούς, Ἑλληνογερμανοὺς εἶνε δυνατὸν νὰ γεννηθῇ τίποτε σωστόν, τίποτε Ἑλληνικόν. Αὐτοὶ εἶνε φρενοβλαβεῖς. Χθὲς ἐφώναζεν ἡ «Ἀκρόπολις» ὅτι διὰ νὰ στρώσουν τοὺς δρόμους μὲ γρανίτην, ἐσκέφθησαν ἀμέσως νὰ τὸν φέρουν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν, ἐνῷ ἔχομεν εἰς τὸ Λαύριον. Ὡς καὶ οἱ δασονόμοι ἀκόμη παρεφρόνησαν καὶ διέγραψαν ἀπὸ τὴν φύτευσιν τῶν γυμνῶν τόπων, ἀπὸ τὴν διακόσμησιιν τῶν δρόμων καὶ τῶν δημοσίων κήπων πλατειῶν, τὴν ἐληὰ καὶ τὴν συκιά, κάθε φυτὸν ἰδικόν μας καὶ φέρουν, φέρουν σπόρους φυτὰ ἀπὸ τὰ βάθη τῶν δασῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ δὲν πηγαίνουν νὰ πάρουν τὰ θαυμασιώτερα καὶ διακοσμητικώτερα φυτὰ τῶν δασῶν τῆς Ἑλλάδος! Τὸ κυριώτατον χαρακτηριστικὸν τοῦ ξενομανοῦς εἶνε ὅτι ἐνόσῳ δὲν βλέπει ἕνα πρᾶγμα Εὐρωπαϊκόν, μὲ μάρκα Εὐρωπαϊκήν, μὲ ὑπογραφὴν Εὐρωπαϊκήν, δὲν τολμᾷ οὔτε νὰ τὸ ἰδῇ, οὔτε νὰ τὸ πιάσῃ, οὔτε νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Διότι τὸ κεφάλι του εἶνε ἄχρηστον. Τὸ περιφρονεῖ διότι δὲν εἶνε ἰκανὸς νὰ τὸ ἐννοήσῃ. Διότι τὸ κεφάλι του δὲν τοῦ χρησιμεύει εἰς τίποτε. Δὲν σκέπτεται, δὲν γεννᾷ τίποτε. Εἶνε σταματισμένον. Ἐπαναλαμβάνει μόνον. Ἀντιγράφει μόνον.
* * *
Κτυπήσατε τὴν ξενομανίαν, ἄνθρωποι τῆς ἰδέας. Κρατήσατε ὅ,τι ἔχετε ἑλληνικόν, ἄνθρωποι τῆς λαϊκῆς καὶ τῆς μεσαίας καὶ τῆς ἀνωτέρας τάξεως.
Κουβαληθῆτε ὅλοι εἰς τὴν ὁδὸν Πανεπιστημίου, ἀπέναντι τοῦ ζαχαροπλαστείου Γιανάκη, πλησίον τῆς πολυφήμου Lizie ἡ ὁποία σᾶς ἄδειασε τὴν τσέπην. Εἶνε τὸ μαγαζὶ τῆς λαίδης Ἔτζερτων τῆς ἀγγλίδος ἀριστοκράτιδος καὶ κυρίας τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Ἀνοίξατε τὰ μάτια σας καὶ κυττάξετε ἄνθρωποι θεόκουτοι καὶ ἀκαλαίσθητοι. Ἐκεῖ τὰ ὑφάσματα εἶνε τὰ κεντήματα τὰ ὁποῖα κάθε κόρη τοῦ λαοῦ γνωρίζει νὰ κεντᾷ ἄδουσα. Κυττάξετε τὰς τιμάς. Εἶνε ἀκριβώτερα ἀπὸ κάθε εὐρωπαϊκά. Διότι εἶνε ὡραιότερα ἀπο κάθε εὐρωπαϊκά. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα σεῖς εἴχατε, ἡ κόρη δύναται νὰ τὰ κάμῃ, σεῖς ἔχετε αὐτὰ τὰ ὁποῖα κρύβετε πετᾶτε ἀπὸ τό φόρεμά σας ἀπὸ τήν σάλα σας διότι τὰ θεωρεῖτε πρόστυχα, αὐτὰ πωλοῦνται εἰς τὸ Λονδῖνον ὡς εὐγενέστατα καὶ ὡραιότατα. Ἐντροπή, ἄνθρωποι ἕλληνες νὰ ἐπιδεικνύετε τοιαύτην ἀκαλαισθησίαν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἰταλογαλλλικά καὶ γερμανοεβραϊκὰ πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐγεμίσατε τὰ σπήτια σας καταξοδευόμενοι, κλέπτοντες, ἀτιμαζόμενοι διὰ νὰ εὔρετε τὰ χρήματα, νομίζοντες ὅτι κάτι κάνετε, ὅτι θὰ φανεῖτε πολιτισμένοι, ὅλα αὐτὰ ἀκριβῶς εἶνε προστυχότατα, βαναυσότατα καὶ σᾶς ἀποδεικνύουν φρικαλέαν ἀκαλαισθησίαν καὶ βαθὺ χωριατισμόν.
Ἀρχίσετε ἀπὸ τὸ σπῆτι. Πετάξετε τὰ ταπέτα τὰ ψεύτικα ποὺ πληρώνετε τόσον ἀκριβὰ καὶ ἔπειτα ἀπὸ ἕνα χρόνον δὲν ἔχετε τίποτε. Βάλετε τὰς Ἑλληνικὰς ἀνδρομίδας τὰς αἰωνίους. Ὅλη ἡ Θεσσαλία, ὅλη ἡ Πελοπόννησος καλλιτεχνεῖ θαυμάσια εἴδη. Μὲ ἐλάχιστα χρήματα, ἔχετε ὡραιότατα πράγματα καὶ στερεότατα καὶ ἀσυγκρίτως εὐγενεστέρων χρωματισμῶν. Μὲ τίποτε ὡραιότερα καὶ πλουσιότερα δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ στρώσῃ κανεὶς μίαν αἴθουσαν παρὰ μὲ τὰ ὁλόλευκα μαλλιαρὰ χαλιὰ ποὺ ἔχουν μόνον ἕνα μαῦρον περιθώριον. Εἰκοσιπέντε καὶ τριανταπέντε καὶ σαρανταπέντε δραχμὰς στοιχίζει μόνον ἡ μία εἰς τὰ μαγαζειὰ τοῦ Δημοπρατηρίου. Βάλετε τοὺς σοφάδες σας μὲ τὰ ὡραῖα ἐγχώρια ὑφάσματα εἰς τὴν θέσιν των. Καλλιτεχνήσατε μὲ τὰ χέρια σας τὰ ὡραῖα σκεπάσματα. Εἶνε πρόστυχοι καὶ γελοῖοι οἱ καναπέδες σας μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ παληόπανα τὰ ὁποῖα κάμνει ἡ Εὐρώπη διὰ τοὺς κουτοὺς καὶ βαρβάρους λαοὺς ποὺ φέρουν ὅλα τὰ μάρκα «διὰ τὴν Ἀνατολήν». Καὶ παρουσιάζετε κωμικώτατον θέαμα μὲ τοὺς καναπέδες σας ποὺ δὲν ξεύρετε νὰ καθήσετε ἐπάνω, καὶ εἶνε θεόκουτον καὶ ἀξιολύπητον πρᾶγμα νὰ μὴν ἔχετε ἕναν καναπὲ νὰ ἀναπαύσετε τὸ κόκκαλόν σας. Πετάξετε τὰ βάζα καὶ τὰ χρυσόχορτα καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ παληοπράγματα τὰ μαζευμένα ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ χωριά. Ἕνα κανάτι ξύλινον τῆς Κορίνθου ἀπὸ τὸ ἀρωματῶδες κυππαρίσι μὲ τὰ ὡραῖα του στεφάνια καὶ μὲ ὁλίγα ἄνθη τοῦ ἀγροῦ μέσα, εἶνε κομψοτέχνημα ποὺ θὰ τὸ ἐζήλευεν ὁ κάθε Εὐρωπαῖος καλλιτέχνης. Κάνετε τὰ ἔπιπλά σας ἀπὸ ξύλα τοῦ τόπου σας, ἀπὸ τὴν ἐληά σας, ἁπλᾶ, ἥσυχα, ἥμερα, ἀναπαυτικά. Μὴν τὰ μαυρίζετε σὰν νὰ σᾶς ἀπέθαναν δώδεκα παιδιὰ εἰς τὸν τόπον ποὺ δὲν μαυρίζει οὔτε τὸ μάρμαρον εἰς χιλιάδες χρόνια. Μία εἰκὼν συγχρόνου ζωγράφου ἰδικοῦ σας καὶ ἡ ἀτελεστάτη ὅλων ὡς χιλιάκις προτιμοτέρα καὶ εὐγενεστέρα, στολίζει ἑκατομμυριάκις περισσότερον τὴν σάλα σας, καὶ σᾶς ἀποδεικνύει ἑκατομμυριάκις πλέον πολιτισμένους παρὰ οἱ πεντακοσιόδραχμοι χρυσοκαθρέπται οἱ βαναυσότατοι ποὺ σᾶς ἀποδεικνύουν ἀκαλαισθήτους καὶ χρησιμεύουν μόνον διὰ νὰ κατακλίνωνται ἡ μῦγες εἰς χρυσὰ κρεβάτια.
Ἕνας ἁπλοῦς σοφᾶς, μὲ ἕνα ὕφασμα χειροτεχνημένον, μὲ ἕνα ράφι ἀπὸ ἁπλοῦν ξῦλο, μὲ ὁλίγα ἁπλούστατα πράγματα ἑλληνικὰ καὶ γίνεσθε καὶ φαίνεσθε περισσότερον πολιτισμένος παρὰ ἐὰν ἐξοδεύσετε ὅλην σας τὴν περιουσίαν διὰ νὰ πάρετε πολυτελῆ Εὐρωπαϊκά πράγματα. Καὶ ἐπὶ τέλους διατί αὐτὴ ἡ κουταμάρα; Τί τοῦ χρεωστᾶτε τοῦ Ἰταλοῦ, τοῦ Γάλλου, τοῦ Γερμανοῦ διὰ νὰ δουλεύετε δι᾿ αὐτὸν καὶ νὰ τοῦ δίδετε ὅλον σας τὸ χρῆμα ποὺ κερδίζετε μὲ ἀγῶνας; Διατί νὰ σᾶς διευθύνῃ καὶ σᾶς ἐπιβάλλῃ τὸ γοῦστό του ὁ κάθε ἐργοστασιάρχης καὶ ἔμπορος τοῦ Μονάχου καὶ τῆς Μασσαλίας; Σεῖς δὲν εἶσθε ἄνθρωπος; δὲν ἔχετε γοῦστο; δὲν ἔχετε καὶ σεῖς δικαίωμα νὰ κάμετε μόδα οὔτε εἰς τὸν τόπον σας, οὔτε μέσα εἰς τὸ σπῆτι σας; Διατί νὰ εἶσθε Σκλάβοι;
Ἀρχίσατε ἀπὸ τὸ σπῆτι σας νὰ πετᾶτε τὰ παληοπράγματα ποὺ ἐμαζεύσατε, πετᾶτε ἕνα ἕνα ἀντικαθιστῶντες αὐτὰ μὲ ἑλληνικά, ἕως ὅτου σιγὰ σιγὰ κατορθώσωμεν νὰ πετάξωμεν τὰ πάντα καὶ δημιουργήσωμεν ὅλοι μας τὸν κόσμον ὡραῖον ὅπως εἶναι ἡ γῆ μας, τὰ βουνά μας, ὅλα τὰ καλλιτεχνήματα τοῦ λαοῦ μας καὶ ἐνδύσωμεν τὰ πάντα ἀπὸ τὸ λίκνον ἕως τοῦ τάφου μὲ τὸ ὡραῖον ὁλόχαρο φῶς καὶ χρῶμα καὶ γραμμὰς τῆς Ἑλλάδος.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἡ ξενομανία», «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 5, 16-1-1903)

πηγή  http://pheidias.antibaro.gr/Giannopoulos/articles.html#noumas5

Θερινό ηλιοστάσι

απόσπασμα Η.
Τ’  άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

Τ’ άσπρο χαρτί μιλά με τη  φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι  εκείνη που σ’ αρέσει’
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Μπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ’ αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.

Ταξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού-
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο’
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό
της ηλικίας.

Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.

απόσπασμα Θ.
Μιλούσες για πράγματα που δεν τά ‘βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν.
Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά’
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο-
άφησε κι ας γελούν.
Και να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
στ’ αφανισμένο τούτο παρόν-
άφησέ τους.

Ο θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά τής αυγής
υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.

Ο Σωκράτης στο θέατρο του Διονύσου

Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ
…ώσπου ο υποκριτής
απήγγειλε σχεδόν με χαιρεκάκια:
«είναι κάτι λέτσοι,
κάτι ξυπόλυτοι κατάχλωμοι αγύρτες.
Ο παλαβιάρης ο Σωκράτης είναι ο ένας τους…»
Και παρακάτω, στην πορεία της παράστασης:
«- Ο δάσκαλός μας ερευνούσε
τους δρόμους και τις φάσεις της σελήνης.
Και καθώς κοίταζε πάνω μ’ ανοιχτό στόμα
στα σκοτεινά μια σαύρα
απ΄ το ταβάνι τον καταβρωμίζει.
-Μεγάλη διασκέδαση,  αλήθεια
σαύρα να μαγαρίζει το Σωκράτη…»
Ποιος αξιοπρεπής αστός μπορεί ν’ αντέξει τη γελοιοποίηση
και τον αναίτιο διασυρμό, με πρόσχημα
τη λαϊκή ελευθεροστομία;
Μα εκείνος, τέκνο γνήσιο του Άστεως,
ίσως δυσανασχέτησε, όμως δεν αποχώρησε
να δείξει την αποδοκιμασία του στον ποιητή.
Αντίθετα, σηκώθηκε ολόρθος στην κερκίδα
να ιδεί ο Δήμος καθαρά ποιόν κοροϊδεύουν,
σε ποιού την άδολη καρδιά δόλια χύνουν
οι ατσαλόστομες  «Νεφέλες» το φαρμάκι.
Να ιδεί ο Δήμος,
ο εκατόματος ετούτος Άργος,
τον ξεχωριστό πολίτη που ξεχωριστά περιποιείται
ο αχαλίνωτος λόγος της Δημοκρατίας
και να χαρεί την υπαρκτή ισοπολιτεία.
Θανάσης Παπαθανασόπουλος

σημ. Κατά την παράσταση  του έργου του Αριστοφάνη «Νεφέλες», κάποιοι ξένοι θεατές  απορούσαν  ποιος είναι ο Σωκράτης.  Τότε  εκείνος σηκώθηκε όρθιος για να τον δουν. Το περιστατικό μετέφερε  ο Αιλιανός (ποικίλη ιστορία Β, 13).