Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

«ο διάβολος με το κηροπήγιο»

  (απόσπασμα από το  κεφάλαιο Ε).
Η αληθινή  ζωή μας σκέφτομαι, καμμιά  φορά,  παίζεται  πίσω  από τον τοίχο και  το  έγκλημα ήταν από  καιρό  προμελετημένο – δεν  έλειπε  ούτε  η  υπόσχεση ούτε  ο  χωλός  νοικάρης  ούτε  ο  άφωνος  δρόμος  με  τα  κλειστά  μαγαζιά,  δυστυχισμένος  κόσμος  δεν  θα  μάθει  ποτέ  τι  έγραφε  αυτή  η  πανάρχαιη,  χαμένη  σφραγίδα  και  πως  μια  ομπρέλλα  είναι  κι εκείνη  ένα  φάντασμα  που  δεν  συγχωρεί.
Φίλοι  μου, που  νύχτες  ολάκερες  μιλούσαμε  για  τις  τύχες  του  κόσμου, ανάμεσα  στις  μικρές  παύσεις   της  συνομιλίας  μας  ήταν, ίσως,  ό,τι κληροδοτήσαμε  στους  άλλους – ακατόρθωτο  για  να  επιζήσει, και τόσο οικείο ώστε  να  προσπερνάς  χωρίς  να  το  βλέπεις,  σχεδόν.
Έτσι  πέρασαν  πολλά  χρόνια. Οι  άρρωστοι  περίμεναν  ν’ ανοίξει  το  παλιό  ξυλουργείο, εγώ  προτιμούσα  ν’ ανεβαίνω  στη  σοφίτα , εκεί  έμενε  ο  τυφλός  με  τους  σπάγγους  ενώ  κάτω  οι  ένοικοι  φαντάζονταν  πως  ζουν.  «Θα  σου  καθήσω»  έλεγε  η  άσχημη  γυναίκα,  «αλλά  βάλε  μου  μια  πετσέτα  στο  πρόσωπο»,  σκοτεινή, αδιαπέραστη,  υγρή  όλη  από πάνω  ως  κάτω  σαν  ένα  μεγάλο  νόημα, κι όταν  ο  Χρυσόστομος  βρώμισε  απ’  την  γάγγραινα,  εκείνη  στάθηκε  στην  πόρτα   κι έδιωχνε  τα  σκυλιά -  μια νύχτα,  μάλιστα,  αλλά  τι  να  τους  απαντήσεις,  «ληστές»,  φώναξα, κόσμος  πηγαινόρχονταν, έκλαιγαν  ή έβαζαν  στοιχήματα  αφού  υπάρχει  πάντα  ένα  μαύρο  άλογο  εκεί που  δεν  βλέπεις  τίποτα,  και  το  αλκοόλ  έχει  κι εκείνο  την   πέτρινη  φτερούγα  του.
Α, ήταν μεγάλες εκείνες οι μέρες, τα πλήθη τρέχανε  στους  δρόμους, η εξέγερση έριχνε  πάνω από την πόλη  τη  σκάλα, σαν την  προσευχή, μέρες, σαν  ένας λαός  από  κεριά  σκορπισμένα  κάτω  στην  άσφαλτο  κι  εμείς  που  ζήσαμε,  δεν  έχουμε  τώρα  τα  σπίρτα  παρά  μόνο  για  τα  τσιγάρα  μας.
Θυμάμαι  εκείνον  τον  φτωχό   ανθρωπάκο  στη  γωνιά, κρατούσε  ένα  πτυελοδοχείο  πάνω  στο  πρόσωπό  του για  να  μπορεί  να  πηγαίνει  άδολος  κι οι  υπνοβάτες  περπατούν  στην  άκρη  της  στέγης, χωρίς  να  πέφτουν, αφού άλλος  κρατάει  το  λογαριασμό.  Σαν  τα  πουλιά  που   είναι  εχέμυθα  για  να  μας  σκοτώνουν  καλύτερα.
Όλα  τόσο  απίθανα,  Θε  μου:  σα μια  πέτρα  δίχως  μυστήριο  ή  σαν  αυτόν  που  ξαναβρίσκει  το  χαμένο  νόμισμα μες  στον σπαταλημένο  καιρό. Οι ταξιδιώτες  κρατούν  λίγα  λουλούδια  στις  βιαστικές  κηδείες  των  σταθμών, ενώ  οι   ζητιάνοι  τρέχουν,  για  λίγες  δεκάρες,  πίσω  από  ξεχειλισμένα  ρούχα.  Ω, αν  είχα  δικό  μου  ένα  μόνο  τηλεφωνικό  θάλαμο  ή  μια  πιο  καθαρή  οδοντοστοιχία, ίσως, τότε,  πολλά  εγκλήματα  θα ‘χαν  αποφευχθεί ή έστω,  επισημανθεί   εγκαίρως.. Τ’  άλλα θα  μείνουν  άγνωστα – σαν  ένα  άξαφνο  κουδούνισμα  από  κάποιον  πούχει  κιόλας απομακρυνθεί  μια  μυρωδιά  θαμπή  που  χάθηκε  πριν προλάβεις  να  θυμηθείς,  λίγος  αχνός  απ’  το  παιδικό  τσάι  που  τόσες  θεομηνίες  δεν  μπόρεσαν να  τον  σκορπίσουν  ακόμα.
Ώ,  αν  είχα  τη  δύναμη, θα  έφτιαχνα  ένα  χέρι  στο  δρόμο  για  τους  τυφλούς,  ή εύκολα  αινίγματα  για  τους  κουρασμένους,  θα έφτιαχνα  ένα  φλύαρο  κοιμητήρι  που  να  μας  διηγιέται  το  βράδυ  τα  παλιά  ή  θ’ αέριζα  τα  σεντόνια  όπως  σ’ ένα  ναυάγιο.  Είμαι,  λοιπόν,  ξεγραμμένος  σαν  το      θαύμα  που κάνει  ακόμα  πιο  αβέβαιη  τη  ζωή…
Τάσος  Λειβαδίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες