Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Καραγκιόζης ο Μέγας

Ο λόγος του Ομάρ
Ακούστε. – Τι είμαι; Τίποτα! Μια μικρή κι αχνή ανεμίδα, που ένα βράδυ αυγουστιάτικο την τινάζει το αγέρι στο θολό το ρέμα μέσα, και πάει μαζί του, νοσταλγικά θυμούμενη το στάχυ που την έφερε στο φως. Είμαι ένας μέγας ανήμπορος της ζωής. Μα εντός μου φέγγει ευγενής πόθος. Κι έτσι, συχνά, πότε το σούρουπο, πότε στη γλυκειά κάψα του μεσημεριού, κυνηγός αγιάτρευτος του ονείρου, ως είμαι, παίρνω το κομπολόι μου και βγαίνω στο σεργιάνι. Γυρνώ τις γειτονιές, τα στενοσόκκακα και τ’ ανηφορικά τα καλντερίμια, όπου μιλλιούνι βουίζει η μυίγα κ’ οι κόττες κακκαρίζουνε  και  βυζανιάρικα  μωρά  σέρνουνται  στην  κοπριά του δρόμου. Την παίρνω  βόλτα όλη τη χώρα. Μιλώ με μανάβηδες, σαράφηδες, πραματευτάδες και χαλκιάδες, με κουντουράδες και  με γύφτους. Και βαρυθυμιά με πνίγει μπρος  στη φτώχεια τους και στη μιζέρια. Γκρίνια και  βρωμιά και δυστυχιά βοχά από τα ρημάδια. Μούτρα εδώ οργωμένα από την έγνοια, βλοσυρά μάτια εκεί, βαθουλωτά , κοιτούν σα φίδια από την τρύπα τους. Κι ο μουεζίνης , σαν αρχίζη τον ψαλμό, θαρρείς πως κλαίει κι αυτός τη μοίρα του. – Σ’ αυτά μου τα περιδιαβάσματα με καρτερά όπως πάντα το ίδιο ξάφνιασμα, στερνά. Στο κατώφλι ενός σαράβαλου, που τρίζει σα διαβαίνω, κι όλο λες θα πέση, στέκει γελαστός, άφοβος στον κίνδυνο που κρέμεται πάνω από την κεφαλή του, ο ίδιος  πάντα άνθρωπος και τραγουδά. Διαβατάρικο θαρρείς πουλί, που τραμπαλιέται σ’ ενός βούρλου βέργα, πάνω από το σάπιο βάλτο και κελαιδεί τους ουρανούς  και τους ανέμους. Στέκω και τον κοιτάζω και λέω μέσα μου:  « Ευτυχισμένο παιδί της φύσης! Πού να ήξερες, πως ο σεβαστός αυτός άνθρωπος, που περνά πλάι σου σκυφτός, βαρυμένος απ’ τη γνώση και τη σκέψη την πολλή, λαχταρά την ξυπολυσιά σου και το κέφι σου!» Πουλί τον είπα, μα είναι θεριό αλλόκοτο. Ποτέ  δεν είδα  τέτοια κεφάλα μουλαρίσια σ’ ανθρωπινό  κορμί, τέτοια  γουρλωμένα μάτια κουκουβάγιας σε ζωντόβολου καύκαλο. Μια πιθαμή είναι ολάκερος, κι ‘άλλο θαρρείς  δεν έχει  από μια κούτρα  κι από δυό πατούσες. Ξυπόλυτος  πηγαινοέρχεται  και τα πόδια  του  βροντούν  στις πλάκες  σαν  πενήντα  κόπανοι. Και τραγουδά. Τι τρώει, τι πίνει; Τίποτα!  Δουλειά δεν κάνει, τσακιστόν παρά δεν έχει, τ’ άντερά του  γουργουρίζουνε και τραγουδά. Πού τη βρίσκει την όρεξη, το τόσο κέφι; Ρώτησα και μούπανε, τον λέν  Καραγκιόζη.
Φώτος Πολίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες