Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Το αηδόνι και το γεράκι

«Αγροίκησε,  γεράκι,  το φτωχό  τ’ αηδόνι.
Είναι στο χέρι σου η ζωή μου, καθώς είναι
το πέταμά σου τούτη τη στιγμή στα νέφη,
όπου ποτέ δεν έχω φθάση.  Αλλ’ άκουσέ με.
Από τες μυστικές γλυκές πηγές της φύσης
εγλυκανάβρυζ’ ένα πνεύμα που απαντούσεν
έν’ άλλο ίσια γλυκό στο στήθος μου, και τούτο
αναλυότουν σε τραγούδι, σαν τα φύλλα
του δέντρου μου, σαν τ’ άστρα που από πάνου ελάμπαν.
Μ’ εύφραινε  γύρω η φύση, κ’ έβγαινε αρμονία.
Σε θωρούσα που ερχόσουν κατά με, κι  ο  φόβος
από το θαυμασμό μου εστάθη νικημένος
στο μεγαλόπρεπο τρεχάτο πέταμά σου,
όπου εγώ των θεών εξάνοιγα το δώρο.
Αλλ’ αυτή τη στιγμή μέσ’ από πλούσιο βάθος
τα τραγούδια μου ηθέλαν  νάβγουν, απ’ τον  πόνο
για ‘να τριανταφυλλάκι  π’ άρπαζεν ο αέρας.
Και τ’ αρχινούσα εγώ, εγώ που μες το σκάσμα
της αστραπής   γροικούσα να χτυπά η καρδιά μου,
μουλωτό στο κλωνάρι πούχε μόλις έβγη.
Άφησέ με να ζήσω μια στιγμή, καν όσο
στο γαληνό να χύσω αιθέρα και στ’ αυτί σου
το θησαυρό μου. Μη σκοτώσεις ό,τι πρέπει
να γεννηθή».      Σ’ αυτά τα λόγια το γεράκι
τ’ άπονο νύχι του παράλυε, και με τ’ άλλο
άπλωνεν ωσάν σπλάχνους φιλανθρώπου χέρι


                                           στ’ αηδόνι, που σ’ εκείνη τη στιγμήν εσβύσθη.
                                                          Διονύσιος Σολωμός
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες