Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

ΥΠΑΤΙΑ

Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία της ταινίας Agora με θέμα εμπνευσμένο από τη ζωή, το έργο και το θάνατο της Υπατίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μάθουμε (ή να θυμηθούμε!!) ποια ήταν αυτή η σπάνια γυναίκα και γιατί μπήκαν κάποιοι στον κόπο να κάνουν μια ταινία (με ιστορικές ανακρίβειες) για αυτήν 16 αιώνες μετά το θάνατό της

Υπατία η Αλεξανδρινή – Γεννήθηκε το 364 μ.Χ στην Αλεξάνδρεια. Κόρη του μαθηματικού και φιλόσοφου Θέωνα, σπούδασε στην Αθήνα στη σχολή του Πλούταρχου του Νεότερου κατ’ αρχήν και έλαβε υψηλότατη μόρφωση.
Παρήγαγε σπουδαίο έργο στα μαθηματικά και τη φιλοσοφία και γενικά, σύμφωνα με όλες τις πηγές, υπήρξε υπόδειγμα καλοσύνης, ηθικής, κάλλους και πνεύματος. Δολοφονήθηκε βίαια από χριστιανικό όχλο με την κατηγορία της μαγείας το 415 μ.Χ
Ας δούμε τη ζωή, το έργο και το μαρτυρικό θάνατο της πλέον γνωστής γυναίκας μαθηματικού της αρχαιότητας. Η Υπατία γεννήθηκε στις 25 Νοεμβρίου του 364 μΧ στην Αλεξάνδρεια. Ήταν κόρη του μαθηματικού Θέωνα ο οποίος σε γραπτά του περιγράφει ότι ήθελε μέσω αυτής να δημιουργήσει «ένα τέλειο ανθρώπινο ον» .
Αφού λοιπόν τη δίδαξε ο ίδιος ότι μπορούσε σε θέματα ηθικής, φιλοσοφίας και μαθηματικών την έστειλε στις καλύτερες σχολές της εποχής (περίπου ότι κάνουν και οι σημερινοί γονείς που έχουν την ικανότητα δηλαδή να στείλουν τα παιδιά τους στα καλύτερα πανεπιστήμια σου κόσμου…). Συγκεκριμένα φοίτησε στη σχολή του Πλουτάρχου(το αντίστοιχο Harvard!) στην Αθήνα( η αντίστοιχη Αμερική!) αλλά και κοντά στον Πρόκλο, τον Ιεροκλή δηλαδή τους Νομπελίστες της εποχής.
Επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια όπου και ανέλαβε μια Έδρα Φιλοσοφίας (ήταν λέει επίσημα διορισμένη να ερμηνεύει τα έργα του Πλάτωνα , του Αριστοτέλη κλπ), αλλά δίδασκε ακόμα μαθηματικά, μηχανική, αστρονομία!!
Μάλιστα δεχόταν στα μαθήματά της μαθητές όλων των θρησκειών, Χριστιανούς, Δωδεκαθεϊστές, Παγανιστές , Εβραίους (Μουσουλμάνους μη ψάχνετε, δεν υπήρχαν ακόμα).
Η σημαντικότερη προσφορά της στα μαθηματικά ήταν οι σχολιασμοί που έκανε στα -δυσνόητα για την εποχή- έργα των Διόφαντου και Απολλώνιου όπου και πρότεινε αρκετές νέες λύσεις σε υπάρχοντα προβλήματα κωνικών τομών και διοφαντικών εξισώσεων και άνοιξε νέους ορίζοντες στα έργα τους.
Επίσης συνεργάστηκε με τον πατέρα της στην αναθεώρηση και επανέκδοση των Στοιχείων του Ευκλείδη και στην έκδοση της Αλμαγέστης για λογαριασμό του Πτολεμαίου.
Εν τούτοις δεν περιορίστηκε μονάχα στα θεωρητικά μαθηματικά και την φιλοσοφία άλλα ιστορικές αναφορές επιβεβαιώνουν πως ασχολήθηκε και με τη μηχανική καθώς σε γράμματα της περιλαμβάνονται σχέδια ενός αστρολάβου, ενός οργάνου διύλισης και ενός οργάνου για τη μέτρηση της πυκνότητας υγρών.
Να σημειώσουμε πως –όπως οι σύγχρονοι καθηγητές πράττουν συχνά- τα κείμενα της είχαν αφετηρία τις παραδόσεις στους σπουδαστές της και αρχικά λειτουργούσαν ως «εγχειρίδια διδασκαλίας» ενώ δε μας διασώζεται κανένα έργο της σε πλήρη μορφή.
Η Υπατία περιγράφεται από όλες τις διαφορετικές πηγές σαν γυναίκα μεγάλης ομορφιάς και υψηλού πνεύματος. Ακόμα φημιζόταν για την ηθική της, το αίσθημα της δικαιοσύνης και το θάρρος της. Α και επίσης σημαντικό ότι παρέμεινε αγνή σε όλη της τη ζωή και αφιερώθηκε μόνο στη γνώση και την επιστήμη (αγνή όπως λέμε παρθένα –ναι δεν είναι μυθικά πλάσματα υπάρχουν πραγματικά!!). Υπάρχει μάλιστα και η σχετική ιστορία σύμφωνα με την οποία η Υπατία (σε μια μάλλον ακραία προσπάθεια να αποφύγει τον ενοχλητικό!) απώθησε έναν επίδοξο εραστή δείχνοντας του τα υφάσματα με τα οποία τυλιγόταν κατά τη διάρκεια της έμμηνου ρήσης ώστε να του δείξει τη ματαιότητα της σαρκικής έλξης!!!! Πράγματι μιλάμε για μια γυναίκα φωτισμένη, άριστη σε κάθε πλευρά της, ένα ελπιδοφόρο φως σε ένα καιρό πραγματικά σκοτεινό. Αλλά ας εξηγήσουμε σε τι κλίμα έζησε και έδρασε η Υπατία. Πρόκειται για την Αλεξάνδρεια του 4ου αιώνα μΧ. Μια επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε μια περίοδο κατά την οποία η Αυτοκρατορία εκχριστιανιζόταν κυριολεκτικά «μέρα με τη μέρα». Όλοι οι αυτοκράτορες- με την εξαίρεση του Ιουλιανού(ναι του Παραβάτη σύμφωνα με τη Χριστιανική εκκλησία….) καταπολέμησαν με πάθος κάθε αρχαιοελληνικό στοιχείο στη θρησκεία, στην επιστήμη και τη φιλοσοφία προφανώς σύμφωνα με το τι επίτασσε η νεοσύστατη Χριστιανική Εκκλησία(επί τη ευκαιρία, να θυμίσουμε ότι Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ονομαζόταν τόσο το Δυτικό όσο και το Ανατολικό κομμάτι – το γνωστό και ως Βυζάντιο). Αν προσθέσουμε σε αυτό το σκηνικό και τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της Αλεξάνδρειας (πράγματι μιλάμε για το Λονδίνο ή η Νέα Υόρκη της εποχής με μια ντουζίνα φυλές και καμιά εκατοστή θρησκείες και δόγματα), καταλαβαίνουμε για τι εκρηκτικό μίγμα μιλάμε!!
Προς το τέλος του 4ου αιώνα κορυφώνεται και το βίαιο κλείσιμο και καταστροφή των αρχαιοελληνικών ιερών και ναών. Καταστρέφεται ο ναός του Δία στην Απάμεια και κυρίως το Σεράπειον στην Αλεξάνδρεια και ποινικοποιείται η αρχαιοελληνική θρησκεία!! Ειδικά η καταστροφή του Σεράπειου είναι θα λέγαμε συμβολική καθώς πρόκειται για ναό που είχε χτίσει ο Πτολεμαίος ο Ά και συμβόλιζε (άκουσον άκουσον) την ειρηνική συμβίωση των διαφορετικών φύλων και δογμάτων. Φυσικά αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη κατά την διάρκεια αυτής της σκοτεινής περιόδου για κάθε τι φιλελεύθερο και επιστημονικό, οπότε και σταμάτησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ήταν ο Θεοδόσιος, αυτός που είχαν το θράσος να του αποδώσουν το προσωνύμιο Μέγας……. Το 391 μΧ εκδίδεται το διάταγμα σύμφωνα με το οποίο αναστέλλεται και επίσημα η λειτουργία όλων των εθνικών (αρχαιοελληνικών δηλαδή) ναών οπότε και κλείνει και το περίφημο Μουσείο της Αλεξάνδρειας (λεγόταν Μουσείο αλλά μην μπερδεύεστε, ήταν Πανεπιστήμιο στα πλαίσια του οποίου λειτουργούσε και η Βιβλιοθήκη). Τυπικά το Μουσείο κλείνει γιατί στο εσωτερικό του λειτουργούσε ένας ναός, αλλά, στο σκοταδιστικό αυτό εκκλησιαστικό καθεστώς, η Βιβλιοθήκη ήταν μια ενόχληση (διαχρονικά η απελευθέρωση του πνεύματος μέσω της γνώσης υπήρξε ανάθεμα για της δογματικές θρησκείες, όπως έγραψε όμως η ίδια η Υπατία, οι δογματικές θρησκείες είναι λανθασμένες, αντιτίθενται στην ερευνητική φύση του ανθρώπου και, από αυτοσεβασμό και μόνο, δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές).
Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον καιρό εκείνο ήταν ο Θεόφιλος τον οποίο διαδέχτηκε μετά το θάνατο του ο Κύριλλος, άνθρωπος με φήμη κυρίως πολιτικού περιεχομένου και όχι πνευματικού. Μεταξύ των πρώτων ενεργειών του ήταν να κατηγορήσει την Υπατία για εξάσκηση μαγείας και αποκρυφισμού, με σκοπό να την αποξενώσει από το λαό που ως τότε τη στήριζε (όπως περιγράφει ο μαθητής της Ησύχιος: «Φορώντας το μανδύα του φιλοσόφου και περπατώντας μέσα στην πόλη, εξηγούσε δημόσια τα γραπτά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και άλλων φιλοσόφων σε όλους όσους ήθελαν να ακούσουν… ή ήθελαν να συμβουλευθούν αυτήν πρώτα για τα θέματα διοίκησης της πόλης»). Το 415 είχε πλέον έρθει ο καιρός να ξεφορτωθεί ο χριστιανικός κόσμος το αγκάθι που ήταν αυτή η έξυπνη, καλλιεργημένη, όμορφη, φιλελεύθερη και ισχυρή γυναίκα. Η Υπατία κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής του 415 ενώ επέστρεφε στο σπίτι της από ένα περίπατο στην πόλη δέχτηκε βίαιη επίθεση από Παραβαλάνους(ομάδα νεαρών που λειτουργούσαν ως στρατιωτικό σώμα του Πατριάρχη) ίσως υποβοηθούμενους από Νιτριανούς μοναχούς(απλά για να πάρετε μια ιδέα για τα διαφορετικά δόγματα, αιρέσεις και τάγματα της εποχής!), οι οποίοι αφού έκαψαν το σπίτι της, τη διαπόμπευσαν μέσα στους δρόμους της πόλης, ξέσκισαν τα ρούχα της και την έγδαραν με κοφτερά όστρακα. Μετά τεμάχισαν το σώμα της και έκαψαν τα κομμάτια έξω από την Αλεξάνδρεια. Έτσι τελείωσε η Υπατία η μαθηματικός, η φιλόσοφος, το ανήσυχο πνεύμα, η Υπατία η Γυναίκα……. Ο δε Κύριλλος έχει αγιοποιηθεί από την Χριστιανορθόδοξη Εκκλησία.
Εύκολα μπορείτε να ψάξετε στο Internet και να βρείτε γνώμες και καταδίκες για αυτά τα θρησκευτικά εγκλήματα. Ο χριστιανισμός για να εδραιωθεί «σκότωσε» και πάτησε στο πτώμα των προγενέστερων θρησκειών, ο μουσουλμανισμός με τη σειρά του και πάει λέγοντας. Κάποια από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην Ιστορία διαπράχτηκαν στο όνομά Του (είτε τον έλεγαν Θεό, είτε Αλλάχ, είτε Βούδα, είτε Γιαχβέ, είτε, είτε είτε….). Έτσι απλά σαν τροφή για σκέψη……..
κείμενο: Κόριννα

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Ιερά οδός

Από τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π' ολοένα βουλιάζει.
Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν' αρμέξει ζωή απ' τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ' έχει
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής. Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.
Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ' έμειν' η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
μιαν ησυχία βασίλεψε. K' η πέτρα
π' αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνει μοιραμένο μου ήταν
απ' τους αιώνες. K' έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.
Mα να· στην ησυχία αυτή, απ' το γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ' αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.
Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ' είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ' τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με τό 'να
χέρι, με τ' άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. K' οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά. H μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά 'ταν
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία.
Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ' εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!
Aλλ' ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ' ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ' το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά. K' εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ' το χρόνο, μακριά απ' το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ' εικόνες·
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.
Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ' την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
του πόνου του πανάρχαιου, οπ' ακόμα
δεν του πληρώθη απ' τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής. Tι ετούτη ακόμα
ήταν κ' είναι στον Άδη. Kαι σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ' εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
Mα ως, τέλος, ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε,
τραβώντας ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα.
K' η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,
κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;" Kι ως προχωρούσα,
και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο, κ' έμοιαζ' έλεε: "Θά 'ρτει."

Άγγελος Σικελιανός,

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Απάνθισμα φράσεων

«Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου, με γενναιοδωρία»
«Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι»
«Όταν ακούς αέρα είναι η Γαλήνη που βρυκολάκιασε»
«Αν δεν στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω απ’ τη Γη ποτέ σου δεν θα μπορέσεις να σταθείς επάνω της»
«Θε μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!»
«Στο χωριό της γλώσσας μου τη Λύπη τη λένε Λάμπουσα»
«Παιδιά κι αγγόνια της απάρνησης είναι όλα τους μπάσταρδα»
«Φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική θα μας βοηθούσανε να «κατανοήσουμε τη βαθύτερη δομή του κόσμου»
«Η Λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε»
«Ο τρομοκράτης είναι ο άξεστος των θαυμάτων»
«Μακριά μέσα στ΄ απώτατα βάθη του Αμνού ο πόλεμος συνεχίζεται»
«Από τον στοχασμό σου πήζει ο ήλιος μες στο ρόδι κι ευφραίνεται»
«Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της»
«Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει»
«Είναι αγένεια να κάνεις του Χάρου χειροφιλήματα»
«Δίνε δωρεάν τον χρόνο αν θες να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια»
«Την αλήθεια την “φτιάχνει” κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα»
«Κι απ’ την ανάποδη φοριέται η φαντασία και σ’ όλα τα μεγέθη της»
«Το άπειρο υπάρχει για μας όπως η γλώσσα για τον κωφάλαλο»
«Ιδιώτευε μες στο Ανερυθρίαστο»
«Θα πρέπει να δημιουργούμε αντισώματα και για την Ευθύνη»
«Από φυσικού της η μαυρίλα πρέπει να ‘ ναι και κλεπταποδόχος»
«Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται»
«Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία»
«Το “κενό” υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του»
«Προσπάθησε να οδηγήσεις την Τεχνική τελειότητα στη φυσική της κατάσταση»
«Όταν η συμφορά συμφέρει λογάριαζέ την για πόρνη»
«Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά»
«Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα»
«Θάλασσα λανθασμένη δεν γίνεται»
«Όταν η ζωή μάχεται οι νεκροί στον Άδη μηδίζουν»
«Έτη φωτός στους ουρανούς έτη Αρετής μες στον ασβέστη»
«Έχει τη μέση της και η άκρη – άκρη»
«Δεν εγεννήθηκεν ακόμη ο Μαγγελάνος ενός τριαντάφυλλου»
«Όποιος μπορεί και φορτίζει την ερημιά έχει ακόμη ανθρώπους μέσα του»
«Αν κάτι αδημονεί μέσα στην άγρια μέντα είναι της αγιοσύνης σου το λαγωνικό»
«Ένα σώμα γυμνό είναι η μοναδική προέκταση της νοητής γραμμής που μας ενώνει με το μυστήριο»
«Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα»
«Όταν ακούς “τάξη” ανθρώπινο κρέας μυρίζει»
«Αν είναι να πεθάνεις, πέθανε αλλά κοίτα να γίνει ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη»
Οδυσσέας Ελύτης

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΕΥΠΑΛΙΝΕΙΟΝ ΟΡΥΓΜΑ

Η νήσος Σάμος βρίσκεται στο ανατολικό Αιγαίο κοντά στις ακτές της Μ. Ασίας. Μαζί με τις πόλεις Μίλητο και Έφεσο αποτελούν τον πυρήνα της Ιωνίας, περιοχής περίφημης για τον πολιτισμό της κατά την αρχαιότητα. Ο εποικισμός της νήσου συγκεντρώθηκε στα ΝΑ, όπου γύρω από έναν φυσικό λιμένα αναπτύχθηκε η πρωτεύουσα. Χάρη στη γεωγραφική θέση και στους ικανούς ναυτικούς της η Σάμος έπαιξε ηγετικό ρόλο και έφθασε στο απόγειο της ακμής της κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. Για να εννοήσουμε την κεφαλαιώδη σημασία της, είναι αρκετή μια αναφορά στον Ηρόδοτο, που περιγράφει με μεγάλο θαυμασμό πώς οι Σάμιοι είχαν κατορθώσει να κατασκευάσουν τα τρία μεγαλύτερα έργα ολόκληρης της Ελλάδας: μια σήραγγα (όρυγμα) για την ύδρευση της πόλης, μια προβλήτα για την προστασία του λιμένας και το ναό της Ήρας, αφιερωμένο στην κυριότερη θεότητα της νήσου.Ο Ηρόδοτος αναφέρει κατά πρώτον τη σήραγγα, την περιγράφει εν συντομία συμπληρώνοντας την αναφορά με το όνομα του κατασκευαστή, του αρχιτέκτονα-μηχανικού Ευπαλίνου, γιου του Ναυστρόφου του Μεγαρέως. Χωρίς τη συγκεκριμένη αναφορά -που πράγματι είναι η μοναδική από την αρχαιότητα- το όρυγμα σίγουρα θα παρέμενε άγνωστο.
Τα εξωτερικά ίχνη απαλείφθηκαν λίγο αργότερα αφ’ ότου σταμάτησε η λειτουργία του, και η αναζήτηση του κατά τους νεότερους χρόνους οφείλεται ακριβώς σ’ αυτή την αναφορά του Ηροδότου. Το όρυγμα εντοπίστηκε τελικώς το 19ο αιώνα και οι προσπάθειες για επαναλειτουργία του, το 1882, επέφεραν την αποκάλυψη του και την πρώτη επιστημονική εκτίμηση.
Το Ευπαλίνειο υδραγωγείο -ιδιαιτέρως το καθ’ αυτό όρυγμα- γρήγορα έγινε γνωστό και οδήγησε στη διατύπωση υποθέσεων σχετικά με το σχεδιασμό του όπως και ολόκληρης της εγκατάστασης.
Ωστόσο, όλες οι προσπάθειες ερμηνείας αποτύγχαναν, όσο δεν ήταν δυνατή η εξέταση της σήραγγας σε όλο το μήκος της. Ήταν πρωτοβουλία του Ουλφ Γιάντσεν, τότε διευθυντή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, ο οποίος αναγνώρισε τη σημασία του μνημείου και φρόντισε για την αποκάλυψη του. Με πρωτοφανούς ταχύτητας ρυθμούς εργασιών η εγκατάσταση αποκαλύφθηκε κατά τα έτη 1971-73 και κατέστη προσιτή στην έρευνα. Η τεκμηρίωση και αποτύπωση του μνημείου διήρκεσε μέχρι τη δεκαετία του '80, ενώ η αξιολόγησή του χρειάστηκε ακόμη μια δεκαετία - μέχρι η εκτίμηση του συνολικού έργου να ολοκληρωθεί και να καταστεί δυνατή η δημοσίευση της. Όπως και σε άλλες πόλεις κατά τον 6ο αιώνα π.χ., έτσι και η υδροδότηση της Σάμου κατέστη κάποια στιγμή ανεπαρκής για τις ανάγκες του αυξανόμενου πληθυσμού. Όμως, η μοναδική πηγή - δυναμικού περίπου 400 κυβ. νερού ανά ημέρα-που θα μπορούσε να επιλύσει το πρόβλημα βρισκόταν όχι μόνον έξω από τα οχυρωματικά τείχη, αλλά και πίσω από τη ράχη του βουνού, που υψώνεται στα βόρεια της πόλης. Το νερό ήταν δυνατόν να φθάσει στην πόλη μόνον κατά δύο τρόπους: με εγκαταστάσεις που είτε θα παρέκαμπταν το Βουνό είτε -κατά τον τρόπο που επιτεύχθηκε- διαπερνώντας το. Το έργο ύδρευσης που κατασκευάστηκε έχει μήκος περίπου 3 χλμ. και χωρίζεται σε τρία τμήματα: τον αγωγό, από την πηγή μέχρι τη Βόρεια Βουνοπλαγιά, τη σήραγγα που διαπερνά το Βουνό, και τον αγωγό που μεταφέρει το νερό στην πόλη, στη νότια πλαγιά του Βουνού. Η πηγή αναβλύζει κοντά στο σημερινό χωριό Αγιάδες. Ο υδάτινος όγκος συλλεγόταν σε μια γερά κτισμένη δεξαμενή κι από εκεί διοχετευόταν στον αγωγό. Η γραμμή χάραξης του αγωγού ακολουθεί για 800 μ. τις υψομετρικές καμπύλες. Για τα υπόλοιπα 150 μ. μέχρι τη Βουνοπλαγιά χρειάστηκε να κατασκευαστεί υπόγειος αγωγός κάτω από ένα λοφίσκο. Για το σκοπό αυτό διανοίχθηκαν τέσσερα φρεάτια - το μεγαλύτερο Βάθους 19 μ.- τα οποία συνδέθηκαν μεταξύ τους υπογείως στο επιθυμητό επίπεδο.Η σήραγγα - μεσαίο τμήμα του υδραγωγείου - διαπερνά το βουνό με τα τείχη σε ύψος περίπου 55 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας. Έχει μήκος 1.036 μ. και διάμετρο κατά μέσο όρο 1,80 μ. επί 1,80 μ. Με εξαίρεση ορισμένα σημεία, η σήραγγα διαπερνά το Βουνό οριζοντίως. Το κανάλι ύδρευσης, που διαθέτει και την απαραίτητη κλίση, ανεσκάφη κατά μήκος του ανατολικού ίου τοιχίου και μόλις καταλαμβάνει το ήμισυ του πλάτους της σήραγγας. Στη Βόρεια είσοδο της σήραγγας ίο συγκεκριμένο κανάλι έχει βάθος σχεδόν 4 μ. και στη νότια έξοδο περισσότερο από 8 μ. Αξιοσημείωτο είναι πως ίο κανάλι έχει ανασκαφεί μόνο τμηματικώς όσον αφορά όλο το βάθος του, και κατά κανόνα παρουσιάζει στην εγκάρσια τομή δύο επίπεδα, που αποτελούνται από ένα κανάλι και από κάτω του ένα τμήμα σε μορφή γαλαρίας. Από τη νότια είσοδο της σήραγγας ο αγωγός ακολουθεί τη βουνοπλαγιά μέχρι το κέντρο της πόλης στο λιμάνι. Ο αστικός αγωγός σκάφτηκε με τη βοήθεια φρεατίων διανοιγμένων σε απόσταση 11-25 μ., τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους υπογείως. Κατά μήκος αυτού του τμήματος του αγωγού τοποθετήθηκαν σε λογικές αποστάσεις δεξαμενές με κρήνες, απ’ όπου οι κάτοικοι της πόλης μπορούσαν να εφοδιάζονται με νερό. Με μια πρώτη ματιά σ’ ολόκληρο το έργο βγάζουμε το συμπέρασμα πως πρόκειται για ένα σύστημα υδροδότησης λειτουργικό και προσαρμοσμένο στα τοπογραφικά δεδομένα. Με τη λεπτομερέστερη εξέταση του, όμως, παρατηρούνται ιδιομορφίες, που χρήζουν ειδικής ερμηνείας. Κατ’ αρχάς σύγχυση προκαλεί η διαπίστωση ότι στο σημείο όπου ο αγωγός εισέρχεται στη σήραγγα το κανάλι έχει βάθος περίπου 4 μ., παρ' όλο που μ' ένα σωστό σχεδιασμό το κανάλι θα 'πρεπε να είχε φθάσει στο ίδιο επίπεδο με το πάτωμα της σήραγγας κι από εκεί να συνεχίζει με φυσιολογική κλίση. Με άλλα λόγια, η σήραγγα βρίσκεται περισσότερο από 3 μ. ψηλότερα από τη στάθμη της πηγής. Λεπτομερέστερη μελέτη της περιοχής της πηγής οδήγησε στο συμπέρασμα ότι εκεί έγινε η πρώτη προσπάθεια για την κατασκευή φράγματος, προκειμένου να επιτευχθεί όσο το δυνατόν υψηλότερη στάθμη νερού και με την πίεση που δημιουργήθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο η πηγή μετατοπίστηκε - στη θέση που αναβλύζουν τα ύδατα και σήμερα. Χωρίς την αναφορά του Ηρόδοτου, που είναι η μοναδική από την αρχαιότητα, το όρυγμα θα παρέμενε άγνωστο. Η ανακάλυψη αυτών των συσχετίσεων απέδωσε την πειστική ερμηνεία για το «λανθασμένο» επίπεδο της σήραγγας και κυρίως για τα παράξενα δύο επίπεδα στο κανάλι. Όλα αυτά τα φαινόμενα μαζί δίνουν σημαντικά στοιχεία για το σχεδιασμό της εγκατάστασης: η κατασκευή του αγωγού υδροδότησης είχε σχεδιαστεί προφανώς εξ αρχής σε δύο ξεχωριστά τμήματα. Αρχικώς θα κατασκευαζόταν το όρυγμα μαζί με τον αγωγό υδάτων και μετά το τμήμα μεταξύ πηγής και βουνού, όπως και το συμπληρωματικό τμήμα του μέχρι την πόλη. Επειδή η κατ’ εξοχήν πρόκληση ήταν να περάσει η σήραγγα κάτω από το βουνό, το έργο ξεκίνησε από εκεί. Η σύνδεση με την πηγή και η επέκταση μέχρι το λιμάνι υπήρξαν εργασίες ρουτίνας και η εκτέλεση τους άρχισε μετά το πέρας κατασκευής της σήραγγας. Οι δυσχέρειες με τη μετατόπιση της πηγής προκάλεσαν σημαντικό επιπλέον φόρτο εργασίας, που ωστόσο δεν προκάλεσε ολοκληρωτική αποτυχία του εγχειρήματος. Ο αγωγός προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα, το ήδη υπάρχον κανάλι στη σήραγγα χρειάστηκε εμβάθυνση και το τμήμα που έφερε τα ύδατα στην πόλη ακολούθησε το νέο επίπεδο. Μετά την ολοκλήρωση αυτών των βασικών εργασιών χρειάστηκε να κατασκευαστούν στη σήραγγα τρία τμήματα συνολικού μήκους 150 μ., επειδή στη συγκεκριμένη «διαδρομή» ο βράχος ήταν ασταθής σε βαθμό επικίνδυνο. Ακόμη και στο στενό κανάλι αρκετά τμήματα έχρηζαν επιπρόσθετης σταθεροποίησης. Τελικώς, στον πυθμένα του καναλιού τοποθετήθηκαν προσεκτικά δουλεμένοι σωλήνες από πηλό. Ο αγωγός ήταν τότε έτοιμος να λειτουργήσει μεταφέροντας το νερό της πηγής στους κατοίκους της νησιωτικής πόλης.
Η σημαντικότατη συνεισφορά του αγωγού υδροδότησης στην πόλη μπορεί να εκτιμηθεί από τα στατιστικά στοιχεία: για το τμήμα από την πηγή μέχρι τη σήραγγα χρειάστηκε να σκαφτούν 1.500 κυβικά συμπαγούς Βράχου, για τη σήραγγα την ίδια μαζί με το κανάλι, στην τελική τους μορφή, σχεδόν 5.000 κυβικά και για το τμήμα του αγωγού που οδηγούσε στην πόλη ακόμη 1.000 κυβικά. Όλες αυτές οι εργασίες διεξήχθησαν με σφυρί και καλέμι και για τη διάρκεια τους μπορούν να διατυπωθούν περιορισμένες μόνον υποθέσεις. Μόνον για τη διάτρηση του βουνού, όπου μπορούσαν να εργαστούν σε κάθε μέτωπο μόνον δύο τεχνίτες, πρέπει να υπολογιστούν τουλάχιστον οχτώ χρόνια, ώστε για το σύνολο των βασικών εργασιών πρέπει να χρειάστηκαν περίπου 10 χρόνια. Για τις περαιτέρω ενισχύσεις, που κατασκευάστηκαν με ιδιαίτερη προσοχή, στο εσωτερικό της σήραγγας χρειάστηκε να μεταφερθεί ξανά υλικό (πέτρα) όγκου 300 κυβικών -μεταξύ άλλων και πέτρες βάρους μεγαλύτερου του ενός τόνου. Ο αγωγός τελικώς διαμορφώθηκε από περίπου 5.000 πήλινους σωλήνες, που κατασκευάστηκαν σε τροχό αγγειοπλάστη, κατόπιν ψήθηκαν και μεταφέρθηκαν στον τόπο τοποθέτησης τους, στον πυθμένα του καναλιού.
Η εγκατάσταση λειτούργησε μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, όμως η σίγουρη παροχή της διατηρήθηκε μόνο λίγα χρόνια. Τα ύδατα της πηγής είχαν υψηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο και τα ιζήματα και το πουρί, που αυτό σχημάτισε, προκάλεσαν σε μερικά χρόνια την απόφραξη των σωλήνων. Προκειμένου ν' αποκατασταθεί η λειτουργία του αγωγού, ανοίχθηκαν οι σωλήνες σε όλο το μήκος τους, έτσι ώστε επί τόπου έμεινε μόνο μια διατομή 3/4 όμοια με αυλάκι, που από καιρό σε καιρό χρειαζόταν καθάρισμα. Πέραν τούτου προέκυψε ακόμη ένα πρόβλημα: στον αγωγό υπήρχε ένα σημείο στο οποίο συγκεντρώνονταν συνεχώς όγκοι λάσπης. Τόσο στις δύο αρχικές οπές, και πολύ περισσότερο στη σήραγγα την ίδια, όγκοι συγκεντρωμένου εκεί υλικού -πουρί και λάσπη- καθιστούν προφανή τη σχετιζόμενη με τη λειτουργία της εγκατάστασης δαπάνη.
Ανεξαρτήτως των προσπαθειών που απαιτήθηκαν για την κατασκευή και τη λειτουργία της σήραγγας υδροδότησης, η μεγαλύτερη προσοχή εστιάσθηκε στο σχεδιασμό της και στις σχετικές μετρήσεις. Αλήθεια, πώς συνέλαβε ο Ευπαλίνος το σχέδιο της σήραγγας και, το κυριότερο, πώς καθόρισε τη χάραξη της σήραγγας κατ πώς έλεγχε την εφαρμογή της; Ιδιαιτέρως το ερώτημα αυτό απασχόλησε τον επιστημονικό κόσμο: η σήραγγα έχει μήκος μεγαλύτερο του 1 χλμ. και είναι σαφές πως οι εργασίες διεξάγονταν ταυτοχρόνως και από τις δύο πλευρές (αμφίστομη σήραγγα).
Το έργο ύδρευσης είχε μήκος περίπου τρία χιλιόμετρα και χωριζόταν σε δύο αγωγούς και στη σήραγγα που διαπερνούσε το βουνό. Ο τρόπος εφαρμογής του βασικού σχεδιασμού ερμηνεύεται εύκολα. Ο Ευπαλίνος με τη βοήθεια μιας σειράς κονταριών χάραξε μία ευθεία πάνω από το βουνό και γύρω απ' αυτό μία οριζόντια γραμμή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζονταν τόσο η κατεύθυνση για την πορεία των εργασιών όσο και ένα κοινό επίπεδο. Αυτά τα σημεία εκκίνησης προέκυψαν από απλή σκόπευση οριζοντίως και καθέτως και από υπολογισμό της κατεύθυνσης, μέθοδος που καθιστούσε δυνατό και τον έλεγχο των εργασιών. Όσο απλός φαίνεται αυτός ο τρόπος μετρήσεων τόσο ανεπαρκής αποδείχθηκε για την επίτευξη ενός τέτοιου τολμηρού εγχειρήματος. Η επιπλέον προετοιμασία και μερίμνα ήταν Βήματα απαραίτητα προκειμένου ν’ αντιμετωπιστούν αφ’ ενός ο κίνδυνος ενδεχόμενης απόκλισης ίου έργου και αφ' ετέρου πιθανών γεωλογικών προβλημάτων.
Ο σχεδιασμός της σήραγγας είχε γίνει κατά τρόπο ώστε καθεμιά από τις δύο πλευρές καταμετρήθηκε κατά μήκος της ανάλογης βουνοπλαγιάς κατ το σημείο συνάντησης ορίσθηκε επί τούτου κάτω από το διάσελο της ράχης. Οι δύο γαλαρίες μπορεί να κατασκευάστηκαν σε διαφορετικό μήκος, όμως οι συνέπειες ενδεχόμενων λαθών στην πορεία των εργασιών παρέμειναν υπολογίσιμες. Στον τομέα του προβλεπόμενου σημείου συνάντησης εγκαταλείφθηκε η ιδανική κατεύθυνση πορείας των εργασιών, σχεδιάστηκε κάμψη και στις δυο γαλαρίες με νέα κατεύθυνση προς Ανατολάς. Κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε ένα σημείο διασταύρωσης και οι δύο γαλαρίες έπρεπε να συναντώνται με την προϋπόθεση να βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Το σχέδιο αποδεικνύεται εξίσου απλό όσο και λογικό και ο βαθμός ωριμότητας του φαίνεται κυρίως από τις μετατροπές που χρειάστηκε να πραγματοποιηθούν στη βόρεια γαλαρία. Η βόρεια γαλαρία προφανώς διέσχιζε εξ αρχής εύθραυστα πετρώματα και απαιτούσε ανάλογη ενίσχυση. Κατά τα φαινόμενα ο κίνδυνος κατολίσθησης έπειτα από εργασίες σε μήκος 260 μ. είχε οξυνθεί σε σημείο ώστε οι κατασκευαστές εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την αρχική κατεύθυνση της σήραγγας και να καταφύγουν σε περιοχές γεωλογικώς ασφαλέστερες. Η ιδέα της παράκαμψης συνελήφθη σε μορφή καθαρά γεωμετρική και πραγματώθηκε σε σχήμα τριγώνου.
Ήταν ένα εγχείρημα εξαιρετικής τόλμης, για το οποίο απαιτούνταν γνώσεις γεωμετρικών δεδομένων και δυνατοτήτων εφαρμογής. Το γεγονός πως η παράκαμψη αυτή δεν επιτεύχθηκε με ακρίβεια, οφείλεται σε ένα ελάχιστο λάθος χάραξης 0,60 μοιρών, που περιέχονταν εξ αρχής στην κατασκευή της Βόρειας σήραγγας κατ δεν ήταν δυνατόν να επαληθευτεί από τους τεχνίτες, από το οποίο λάθος όμως προέκυψε ύστερα από απόσταση 500 μ. μια σημαντική απόκλιση. Γι’ αυτό είναι εκπληκτικό με πόση σιγουριά διεξήχθη ο τελευταίος έλεγχος στην τελική φάση των εργασιών και πόσο επιτυχώς ολοκληρώθηκε η σχετική διορθωτική πορεία τους. Στη βόρεια γαλαρία δόθηκε κατεύθυνση προς Δυσμάς και μετά -σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό- προς τη νότια γαλαρία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτεύχθηκε μια εξαιρετικά πολύπλοκη γραμμή, η αξιολόγηση της οποίας κατέστη δυνατή μόνο με τη λεπτομερή μελέτη του έργου. Αποφασιστικής σημασίας για την αποσαφήνιση της διαδρομής χάραξης υπήρξαν ορισμένα αυθεντικά σημάδια μετρήσεων, πολλά από τα οποία βρέθηκαν σημειωμένα με χρώμα οία τοιχώματα της σήραγγας και από τα οποία μια ομάδα αναγνωρίστηκε πως σχετιζόταν άμεσα με την πρόοδο της εξόρυξης. Η αξιοποίηση αυτών των σημείων δεν απέφερε μόνο σημαντικές γνώσεις για ορισμένα μεμονωμένα στάδια στην πορεία των εργασιών, αλλά καθιστά το συγκεκριμένο σύστημα καταμέτρησης και αποδεικτικό στοιχείο, Βάσει του οποίου μπορούμε να κατανοήσουμε και να ανασυνθέσουμε όλο το σχεδιασμό του έργου.
Στη συνολική αξιολόγηση του σχεδίου πρέπει να τονιστούν τα εξής: ο σχεδιασμός της σήραγγας πείθει ότι πρόκειται για ένα εγχείρημα εξαιρετικής τόλμης -καθώς αυτό θα χρειαζόταν χρόνια για να ολοκληρωθεί και η ορθότητα των σχεδίων θα αποδεικνυόταν μόνον όταν θα είχε επιτευχθεί η «συνάντηση» των δύο εκατέρωθεν τμημάτων της σήραγγας. Εκτός αυτού αποδεικνύει εκπληκτικές γνώσεις γεωμετρικών δεδομένων και δυνατοτήτων εφαρμογής, όπως επίσης κατ πολύ καλή αντίληψη περί ενδεχόμενων πρακτικών δυσχερειών. Ο Ευπαλίνος σίγουρα σχεδίασε το έργο αυτό ύστερα από λεπτομερή εξέταση της επιφάνειας του βουνού, ο κατ’ εξοχήν σχεδιασμός, όμως, βασίζεται σε θεωρητικές σκέψεις, που πρακτικά μπορούσαν να πάρουν μορφή μόνον επάνω σε ένα «σχεδιαστήριο». Η σήραγγα πήρε μορφή, προφανέστατα, επάνω σε σχεδιαστήριο -ανεξάρτητα τίνος σχήματος υπήρξε αυτό-όπου σχηματοποιήθηκαν και όλα τα στάδια εργασιών, όπως και όλες οι μετέπειτα μεταβολές. Η συνάντηση των δύο γαλαριών ύστερα από εξόρυξη 420 και 620 μ. δεν ήταν σύμπτωση, αλλά αποτέλεσμα τέλειου σχεδιασμού. Παραμένει το ερώτημα για την εποχή κατασκευής του έργου. Μόλις έγινε η αποκάλυψη του μνημείου, ο κόσμος συμπέρανε πως μια τέτοια εγκατάσταση μπορεί να είχε προωθηθεί μόνον επί τυραννίας του Πολυκράτους. Η μαρτυρία του Ηρόδοτου (III 60) συνδέθηκε χωρίς δισταγμό με εκείνην του Αριστοτέλη (Πολιτικά, 1313 β) όπου γίνεται αναφορά σε έργα του τυράννου. Ωστόσο, ένας τέτοιος συσχετισμός είναι υποθετικός· η σύνδεση με τον Πολυκράτη δεν είναι δυνατόν ν' αποδειχθεί. Τα χρήσιμα κρατήρα χρονολόγησης, οι πήλινοι σωλήνες, οι ενισχύσεις του έργου και κυρίως τα ελάχιστα αλλά ιδιαίτερης βαρύτητας αρχαιολογικά ευρήματα, τοποθετούν την έναρξη κατασκευής μάλλον γύρω στο 550 π.χ., δηλαδή πριν από την ανάληψη της εξουσίας από τον τύραννο Πολυκράτη. Υπέρ μιας πρώιμης χρονολόγησης συνηγορούν κατ ορισμένες σχεδιαστικές ατέλειες του αγωγού, που οφείλονται αποκλειστικώς στη σχετική απειρία των κατασκευαστών. Όσον αφορά το πρόσωπο του αρχιτέκτονα Ευπαλίνου, δυστυχώς δεν είναι δυνατόν να γίνουν περαιτέρω διευκρινιστικοί συσχετισμοί, ωστόσο το έργο του συνάδει με την ανανεωτική τάση, την τόσο χαρακτηριστική για τα μέσα του 6ου αιώνα π.χ.
Το Ευπαλίνειο όρυγμα τροφοδότησε με πόσιμο νερό την πόλη της Σάμου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 1.000 χρόνων. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τη σήραγγα ως κρυψώνα. Η Σάμος βρισκόταν στο δρόμο των εχθρικών στόλων της εποχής, προορισμός των οποίων ήταν η Κωνσταντινούπολη. Στις δίνες του πολέμου η συντήρηση της σήραγγας παραμελήθηκε, μέχρις ότου τα ιζήματα προκάλεσαν μερική απόφραξη του αγωγού. Η κλίση του καναλιού δεν επαρκούσε πλέον για τη ροή των υδάτων, η οποία ίσως και να διακόπηκε εντελώς. Μετά τη χρονική αυτή περίοδο προφανώς δεν ήταν πλέον δυνατή η αποκατάσταση της εγκατάστασης, που τελικώς εγκαταλείφθηκε στο έλεος του χρόνου μέχρι σημείου να εξαφανιστεί κάθε ένδειξη του μεγάλου αυτού έργου ακόμη και από την επιφάνεια του εδάφους.
Μετάφραση: Όλγα Κολιάτσου
ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΠΡΩΤΙΕΣ
του hermann J. kIenast αρχαιολόγου, Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ο δωδεκάλογος του γύφτου

Ο προφήτης

Μέσ’ στις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θάρθη κ’ η ώρα,
και θα πέσης, κι από σέν’ απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίση
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμμι.
Θάρθη κ’ η ώρα · εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου· γέρνεις· όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίση.

Και θα σβήση καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές·
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές·
θα σε κλαίν’ τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.

Και την έκοβε του οχτρού σου την ορμή
της χυτής σου της φωτιάς το θάμα·
και στο κάστρο σου σπρωγμέν’ η Ανατολή
λυσσομάναε με τη Δύση αντάμα.
Και κρατούσες των αρμάτων την πλημμύρα,
κι ορθός κι άσειστος της δύναμής σου ο κάβος·
λυγισμένοι ομπρός σου
να κι ο Τούρκος , να κι ο Φράγκος , να κι ο Σλάβος
Στη χυτή σου τη φωτιά,  ω!  τι μοίρα!
καιρούς κ’ αιώνες έκαιες τον οχτρό σου·
Στη χυτή σου τη φωτιά,  ω! τι μοίρα!
μόνη σου θα πέσεις να καής,
τρισαπελπισμένη της ζωής.

Και χορό τριγύρω σου θα στήσουν
με βιολιά και με ζουρνάδες
γύφτοι , οβραίοι, αράπηδες, πασάδες,
και τα γόνατα οι τρανοί σου θα λυγίσουν,
και θα γίνουν των ραγιάδων οι ραγιάδες
και τ’ αγόρια σου τ’ αγνά θα τα μολέψουν
με τ’ αγκάλιασμά τους οι σουλτάνοι,
και τα λείψανά σου θα στα κλέψουν
οι ζητιάνοι.

Χώρα τρισκατάρατη, απ’ τα ύψη
σε ποια βύθη, χώρα αμαρτωλή!
Και κανένας να σου δώση δε θα σκύψη
του θανάτου το στερνό φιλί.

Και το πέσιμό σου θα βροντήξη
κ’ ένα μυρολόι σου θα ουρλιάση
και το μυρολόι σου θα το πνίξη
από πάνω σου αλαλάζοντας μια πλάση.
Μια καινούργια πλάση, μια γεννήτρα
θα φουντώση απ’ τα χαλάσματά σου,
κάθε δύναμης και χάρης σου απαρνήτρα
διαλαλήτρα μοναχά της ασκημιάς σου.
Πλάση αταίριαστη μ’ εσέ και ξένη,
κι ας την έχης με το γάλα σου ποτίσει,
την πατάει τη στέρφα γη σου και διαβαίνει,
κι όπου πάτησε αναβρύζει και μια βρύση.

Κ’ η Ψυχή σου, ω ! Πολιτεία,
κολασμένη από την αμαρτία,
νεκρή αφήνοντας εσένα
θα πλανιέται κυνηγώντας άλλη γέννα.
Σάμπως να είναι πουλημένη σε δαιμόνους,
θα σπαράζη και θα πλέη μεσ’ στα σκοτάδια,
και ίσκιος θα είναι μέσα στ’ άδεια,
μεσ’ στην άβυσσο μια βάρκα·
κι ο ίσκιος ύστερα θα παίρνη σάρκα
κ’ η βάρκα ύστερα θα φτάνη
σε ξεσκέπαστο ανεμόδαρτο λιμάνι.
Και θα ζης ξανά στους τόπους και στους χρόνους
και στις ιστορίες των εθνών
και στους κύκλους των αιώνων
θα μαυρολογάς των ξεπεσμών
ω Ψυχή, και των αδόξαστων αγώνων.
Κι η Ψυχή σου, Πολιτεία καταραμένη,
δε θα βρη ν’ αναπαυτή·
του Κακού τη σκάλα από σκαλί
σε σκαλί θα τήνε κατεβαίνη,
κι όπου πάη, κι όπου σταθή
σε κορμί χειρότερο θα μπαίνη.
Και θαρθή μια μέρα, μαύρη μέρα!
κι η ψυχή σου ω ! Πολιτεία!
θα κατασταλάξη πέρα, πέρα
στην καμαρωμένη Γη,
στου ήλιου τη χαρά, στ’ Απρίλη τον αέρα
και στο φως θα βγη
και ξαφνίζοντας τον Ήλιο
σα θρεμμένο απ’ το δικό σου αίμα,
ένα γέλιο , ένα παράλλαμα, ένα ψέμα,
ένα κλάμα, ένα  Β Α Σ Ι Λ Ε Ι Ο.

Ο δικέφαλός αητός σου να! μακριά
μακριά πέταξε με τ’ άξια και με τ’ άγια
και θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτερά
λαούς άλλους, κορφές άλλες, άλλα πλάγια.
Προς τη Δύση και προς το Βοριά
την κορώνα φέρνει, και κρατά
και τα νύχια του είν’ αρπάγια –
και τη δόξα και τη δύναμη κρατά
και το γέλιο και το ψέμα το Βασίλειο
που γεννήθηκε από σένα μεσ’ στον ήλιο,
κοίτα! Θεέ, θα σέρνεται μπροστά
σα μπαλσαμωμένη κουκουβάγια.
Μ’ όλα σου θα ζη τα χαμηλά,
με καμμιά σου δε θα ζη μεγαλωσύνη,
κι οι προφήτες που θα προσκυνά,
νάνοι κι αρλεκίνοι.
Και σοφοί του και κριτάδες
του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι,
και διαφεντευτάδες
κυβερνήτες του οι ευνούχοι.

Και θα φύγης κι απ’ το σάπιο το κορμί,
 ω, Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θάβρη το κορμί μια σπιθαμή
μεσ’ στη γη για να την κάμη μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνη το ψοφήμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.

Όσο να σε λυπηθή
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώση μιαν αυγή,
και να σε καλέση ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ’ ακούσης τη φωνή του λυτρωτή
θα γδυθής της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή
θα σαλέψης σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο τον γυναίκειο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσης πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα –
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθής να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!

Κωστής Παλαμάς



Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Θεοδώρα Δούκα

Μια μοντέρνα πριγκίπισσα στην πόλη των Δόγηδων
Ένα ανοιξιάτικο πρωί του 1071 (άλλοι λένε το 1049), μια ομάδα από ένδεκα σεβάσμιους άνδρες, που σε σχήμα ημικυκλίου περιέβαλαν ένα νεαρό ανυπόδητο ευγενή, έμπαινε κάτω από τις ζητωκραυγές του αλαλάζοντος πλήθους στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Λίντο της Βενετίας. Ήταν το ειδικό ενδεκαμελές συμβούλιο των εκλεκτόρων του δουκικού αξιώματος, που θα παρουσίαζε και θα έθετε υπό την κρίση του λαού την εκλογή του καινούργιου Δόγη (Δούκα). Άξιος! Άξιος! Ούρλιαζε η πλέμπα. Άξιος! Φώναζαν και οι ευγενείς. Έτσι κάπως πανηγυρικά εξελέγη ο Δόγης Ντομένικο Σέλβο και διαδέχτηκε τον  Ντομένικο Κονταρίνι. Να πώς περιγράφει την τελετή ο Τζών Τζούλιους Νόργουιτς:
«Σε τι ακριβώς ώφειλε ο Ντομένικο Σέλβο την δημοτικότητά του δεν γνωρίζουμε. Είναι όμως σίγουρο ότι υπήρχε. Χρόνος το 1071 και χώρος – αφού ο Άγιος Μάρκος ήταν γεμάτος εργάτες – το νέο μοναστήρι του Σαν Νικολό στο Λίντο. Όμως ο Σαν Νικολό ήταν αρκετά ευρύχωρος και η μεγάλη χωρητικότητά του εξισορροπούσε την δυσκολία της πρόσβασης. Οι αρχές ίσως ήλπιζαν ότι η επιλογή ενός τόσο μακρινού τόπου συνάθροισης θα μείωνε τον αριθμό των επισκεπτών. Όμως απογοητεύθηκαν, εφ’ όσον ο Τίνο μας λέγει ότι ένα απερίγραπτο πλήθος ανθρώπων, σχεδόν όλη η Βενετία ήταν παρούσα, έχοντας διασχίσει την λιμνοθάλασσα με armatis navibus, μία φράση που προϋποθέτει ότι ένα μέρος του πολεμικού στόλου της Βενετίας είχε επιταχθεί για την περίσταση. Η τελετή άρχισε με μεγάλη λειτουργία, με την συνοδεία ψαλμών και λιτανειών για τη θεία επιφοίτησή που θα ήταν  “άξιος για το έθνος και αποδεκτός από το λαό” . Μεγάλη κραυγή υψώθηκε στους ουρανούς και σαν μ’ ένα στόμα όλοι όσοι ήσαν παρόντες φώναζαν όλο και δυνατότερα τις λέξεις: “Domenicum Silvium volumus et laudamus”».  [Ιστ. Βενετίας – εκ. Φόρμυγξ, Αθήναι 1993].
Είναι σημαντικό τούτο το γεγονός, δηλαδή ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της Βενετίας ο λαός παίζει ένα ρόλο καίριο  στην εκλογή του ηγέτη του. Από την εποχή του Σέλβο καθιερώνεται η αναγκαιότητα της γνώμης του λαού. Ο Σέλβο, ένας από του ς σημαντικότερους συμβούλους του αποθανόντος Δόγη Κονταρίνι, είχε εντρυφήσει στην αυλή της Κωνσταντινούπολης και είχε μεταφέρει στην πόλη του πολλές από τις Βυζαντινές συνήθειες στο διοικητικό και εκπαιδευτικό σύστημα. Αμέσως μετά την εκλογή του, μετέβη στην αυλή της Κωνσταντινούπολης προκειμένου, όπως είχε υποχρέωση, να υποβάλει τα διαπιστευτήριά του στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Δούκα τον Ζ’.
«Από όλους τους Ιταλούς υπηκόους ο πιο ευπειθής στο Βυζάντιο, αυτός που υπέστη πλήρως την επιρροή των ιδεών και των ηθών του Βυζαντίου ήταν ο Βενετός». [Α. Ραμπάουντ, «η Ελληνική αυτοκρατορία», Παρίσι 1870].
Ο Αρμινγκάουντ αν και δυσφημεί με πάθος αυτήν την αυτοκρατορία, εν τούτοις ομολογεί ότι, χάρις στην Βυζαντινή κηδεμονία, η Βενετία δεν περιήλθε στον σφιγκτήρα της Φράγκικης φεουδαρχίας. Οι Βυζαντινοί Καίσαρες άφησαν (την Βενετία) να μεγαλώση υπό την διακριτική προστασία τους και όταν ήρθε η ώρα, την εξεδήλωσαν, αναγνωρίζοντας την ανεξαρτησία της (Βενετίας και κάτω Αυτοκρατορίας). Δεν θα είμαστε εκτός πραγματικότητας αν δηλώσουμε ότι από τον Ντομένικο Σέλβο αρχίζει αυτή η επαφή των Βυζαντινών με τη Βενετία, παρά το γεγονός ότι οι πύλες Ανατολής και Δύσης είναι κλειστές. Ας μελετήσουμε λοιπόν αυτό το μεγάλο γεγονός. Κατά τη διάρκεια του γεύματος που εδόθη προς τιμήν του καινούργιου Δόγη, τα μάτια του Ντομένικο διασταυρώθηκαν με αυτά μιας ωραίας πριγκίπισσας που καθόταν δίπλα στον αυτοκράτορα.  Ήταν η θυγατέρα του στρατηγού Κωνσταντίνου Δούκα και αδελφή του βασιλιά Μιχαήλ Ζ’, η εξαιρετικής ομορφιάς και παίδευσης, Θεοδώρα. Προφανώς ανεπτύχθη ανάμεσα στους δύο νέους ένα ειδύλλιο που οδήγησε σε γάμο. Ο Αρμενόπουλος περιγράφει την άφιξη της νύμφης στην πόλη των καναλιών, εξιστορώντας ότι, αφού αποβιβάστηκαν από τον δρόμωνα (βυζαντινό πλοίο) οι συνοδοί και τα δώρα του αυτοκράτορα, έριξαν στη θάλασσα «την σκάφην ήγουν την κοντελάδα (γόνδολα) της», η οποία μετέφερε στην ακτή την πριγκίπισσα! Δηλαδή με την είσοδο της Θεοδώρας στην Βενετία, εισάγεται συγχρόνως ένα καινούργιο είδος πλεούμενου. Η γόνδολα! Μετά την υποδοχή, παρετέθη γεύμα κατά την διάρκεια του οποίου έκπληκτοι οι Βενετσιάνοι, είδαν την Βυζαντινή πριγκίπισσα,  να ανοίγη ένα κουτάκι που είχε δίπλα της και να βγάζη ένα χρυσό πιρούνι και ένα χρυσό μαχαίρι, με την βοήθεια των οποίων άρχισε να τρώγη το φαγητό της. Από αυτήν την Ελληνίδα Δόγισσα οι Βενετσιάνοι έμαθαν την χρήση τους και αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι  η Βενετσιάνικη διάλεκτος διατηρεί ακόμη την ελληνική λέξη πιρόν (piron),  προκειμένου να ονομάση ένα όργανο που όλοι οι άλλοι Ιταλοί ονομάζουν  φορκέτα (forchetta). Η πολύ κομψή ζωή της Ελληνίδας πριγκίπισσας, που πλενόταν με αρώματα, που χρησιμοποιούσε πιρούνι για το φαγητό της και όχι τα δάκτυλά της, όπως όλος ο κόσμος τότε στη Βενετία, ξεσήκωσε τις διαμαρτυρίες των Βενετσιάνων και των ιερέων, κυρίως δε του πατέρα Σέλβο.
Η Θεοδώρα με το ντύσιμό της δημιούργησε νέες ενδυματολογικές προτιμήσεις. Τα φορέματά της, κατασκευασμένα από χρυσό συρμάτινο νήμα, προκάλεσαν τη ζήλια των άλλων γυναικών, οι οποίες έτρεξαν να την μιμηθούν. Από αυτό το χρυσοσυρμάτινο φόρεμα δημιουργήθηκε  η λέξη συρμός (μόδα). Έλεγαν δηλαδή ότι αυτό το ρούχο είναι του συρμού, δηλαδή της μόδας. Η Ελληνίδα Δόγισσα προερχόταν από μία αυλή που εκείνη την εποχή βρισκόταν στο απόγειο της πνευματικής δόξας της. (Μιχ. Κηρουλάριος, Μιχ. Ψελλός, Ιωάν. Ιταλός, Ιωάν. Μαυρόπουλος, Μιχ. Ξιφιλινός, Κων. Λειχούδης κ.λ.π.) και δεν είναι λοιπόν παράξενο το ότι ζήτησε από τον σύζυγό της την δημιουργία θεάτρου. Για να δείξουμε την επιρροή του Βυζαντίου στο αρχαίο λαϊκό θέατρο της Βενετίας, αρκεί να αναφέρουμε ότι αυτό το λαϊκό θέατρο ονομαζόταν Momaria και Bombaia. Η πρώτη λέξη είναι η Ελληνική Μώμαρ και Μώμος (μίμος) και η δεύτερη το Βομβωνάριο των Βυζαντινών, ένα είδος μικρής καμπάνας (κουδουνάκια που κρέμονται στα ρούχα των γελωτοποιών). Ο γάμος του Βενετσιάνου Δόγη με την Ελληνίδα βασιλοπούλα προκάλεσε ένα κύμα φιλελληνισμού και μια ροπή σε ό,τι το Ελληνικό. Για παράδειγμα βάλθηκαν όλοι οι Ενετοί να μάθουν Ελληνικά, με συνέπεια μερικούς αιώνες αργότερα η Ιταλική γλώσσα την οποία μεταχειρίστηκε ο Δάντης στο αθάνατο έργο του «θεία κωμωδία» και η οποία επεκράτησε ως γλώσσα όλων των Ιταλών, να μην είναι καθόλου γνωστή στη Βενετία. Μας το βεβαιώνει ο ίδιος ο Δάντης, ο οποίος ως πρεσβευτής του αυθέντη της Ραβέννας Κουίντο ντα Παλέντα ομιλώντας ενώπιον της Βενετσιάνικης γερουσίας το 1314, υποχρεώθηκε να προσλάβη μεταφραστή γιατί δεν τον καταλάβαιναν. «Δεν είναι καθόλου εκπληκτικό ότι δεν καταλαβαίνουν την Ιταλική γλώσσα, διότι κατάγονται από Έλληνες! (progeritori greci discesi!)» (L’ appare di Dante a Firenze, 1921 σελ. 450).
Αναγνωρίζουμε την Βυζαντινή επιρροή όχι μόνον στη διάλεκτο, τα ρούχα και τις συνήθειες των Βενετών, αλλά επίσης στην ονομασία πολλών λειτουργιών της Δημοκρατίας. Στον 11ο αιώνα, το αξίωμα του Πατρίκιου απένειμε ο ίδιος ο αυτοκράτορας στον Ντομένικο Σέλβο, ο οποίος έφερε και τον τίτλο του πρωτοσέβαστου και του πρωτοπρόεδρου. Ακόμα και τα βενετσιάνικα ονόματα πλοίων έχουν την καταγωγή τους σ’ εκείνη την εποχή. Gondola, barca, galera, caravella, κλπ. δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κοντελάς, βάλκα, γαλία, καράβι κλπ. των Βυζαντινών.
Στην πρώτη δεκαετία της διοίκησης του Ντομένικο Σέλβο  όλα πήγαιναν καλά και μόνο η γκρίνια του Βατικανού ενοχλούσε τη γαληνότατη δημοκρατία, η οποία δεν εννοούσε να απορρίψει τους Έλληνες. Το δόγμα «είμαστε πρώτα Βενετοί και μετά χριστιανοί» ήταν η μόνιμη απάντηση του Δόγη. Και ενώ η ειρήνη είχε παγιωθεί, ξαφνικά το 1081 διακόπτεται εξ αιτίας των Νορμανδών. Ο καινούργιος Βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξης Κομνηνός ζήτησε τη βοήθεια του Ντομένικο Σέλβο, διότι δεχόταν επίθεση των Νορμανδών. Ο Νορμανδός Ρόμπερτ Ζισκάρ είχα αρχίσει να ονειρεύεται κάτι υπερβολικά φιλόδοξο. Δηλαδή μια καλοστημένη επιχείρηση κατά του Βυζαντίου.  Έτσι το τέλος της Άνοιξης του 1081, τον βρίσκει με το στόλο του να κατευθύνεται προς την Ζάρα, απ’ όπου η προ οκτακοσίων χρόνων Εγνατία οδός οδηγούσε κατευθείαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σέλβο χωρίς χρονοτριβή και ηγούμενος ο ίδιος του στόλου, έπλευσε προς Δαλματία όπου συνάντησε τους Νορμανδούς να ναυλωχούν στο στενό του Ντουράντσο. Παρά το γεγονός ότι ο Ζισκάρ πολέμησε ηρωικά, ηττήθηκε τελικά από τους έμπειρους ναυμάχους της Βενετίας και το βυζαντινό «υγρό πυρ». Δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι, εάν δεν επενέβαινε ο Ντομένικο Σέλβο, ο Ζισκάρ με το φοβερό στρατό του το επόμενο καλοκαίρι θα βρισκόταν μπροστά στις πύλες της Κωνσταντινούπολης.
Το Βυζάντιο του Αλέξη Κομνηνού έγλειφε ακόμα τις πληγές που του είχε προξενήσει το Ματζικέρτ. Παρά το γεγονός ότι η Βενετία εξελίσσετο σε μεγάλη ναυτική δύναμη, εν τούτοις ο πολιτισμός της βρισκόταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο και αυτή η Ελληνίδα πριγκίπισσα έμελλε να μείνη στην ιστορία ως η γυναίκα που εισήγαγε στην χώρα των Δόγηδων τον πολιτισμό και τις συνήθειες της βυζαντινής αυλής.
Βασίλης Μυσίρης


Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Καλομοιριά

Αύριο πρωί, χαράματα, που θα κοιμάσαι ακόμα,
θαρθούν  οι Μοίρες σου, παιδί, να σε καλομοιράνουν.
Πρώτη η ξανθιά, στα ολόασπρα, καθώς προτού χαράξει
ο αχνός ασπρίζει ορίζοντας συρτά στη μαύρη ράχη.
Κ’ η άλλη, με τ’ αντιφέγγισμα της δύσης στα μαλλιά της·
μυροκοπάει από ζωήν ο κόρφος της. Κ’ η Τρίτη
πούχει της νύχτας τα γλαυκά στην ξελυμένη κόμη
τα μυστικά ιριδίσματα· και ανάπαψη η ματιά της.

Γυρτές στην κούνια σου κι οι τρεις καθώς θα σε ρωτάνε,
παιχνίδια που στα χέρια σπούν μη τύχει και γυρέψεις.

Ζήτα απ’ την πρώτη μια ψυχή σα διαμαντένιο πρίσμα,
που άπαθα τ’ αντικρύσματα της ζωής θα καθαρίζει
από το φτόνο που βουνά κυλάει, την υποψία
που ανοίγει τάφους, την οργή που καίει τα δάση.
Άοπλη να στέκεις στους εχτρούς σου εμπρός. Ποτέ τη νίκη
να μην κερδίσεις του κακού και τη βαριά χαρά της.
Κι αν ριζικό σου να βρεθείς σε φλόμους και σ’ αγκάθια,
πέρνα κοιτάζοντας μακριά τις άκρες. Να μη στρέψεις
πίσω να δεις πώς γράφονται τα ματωμένα αχνάρια·
κι αν είναι νύχτα γύρω μας, κάπου μακριά είναι ο ήλιος.
Πέρνα σαν το χιονόνερο που πέφτει μες στα βράχια·
πνοή διαβάτρα, από τη γη  τίποτα να μην πάρεις
κι άδολος νάναι ο τάφος σου καθώς κι ετούτη η κούνια.

Ζήτα απ’ τη δεύτερη χρυσό το μέτρο της υγείας.
Τ’ άξιά σου χέρια τ’ αλετριού να σφίγγουν το σταβάρι·
να γένεις σπάταλος σποριάς αγάπης και θερίστρα.
Αφέντρα νάσαι των πυρών ατιών που θα σε φέρουν
αθάμπωτη στις αντηλιές και ατρόμαχτη στα σκότη.
Μη λογαριάζεις άνθρωπο παρά για την αγάπη.
Στο γλυκασμό του δειλινού το θάνατο στοχάζου
σαν ένα αφεύγατο καλό και σα μια δίκαιη ανάγκη,
και σιγοτραγουδώντας του, σα νάταν για σεργιάνι,
χαμογελώντας προς αυτόν περπάτα,  ώσπου να φτάσεις.

Την Τρίτη παρακάλεσε να στάξει στην καρδιά σου
το μπάλσαμο το ατίμητο της άμετρης συγγνώμης.
Έξω από σε, λησμόνησε της γης της αμαρτίες,
το στόμα που πομπεύει σε, το χέρι που σε δέρνει.
Στην κρύα τη νύχτα του φονιά κάπου φωτιά σπιθίζει.
Όπου κι αν πας και το καλό μαζί σου θάναι. Υπάρχει
κατάχυτη στο μέγα αιθέρα η αιώνια καλοσύνη.
Προς ό,τι ζει τα χέρια σου ν’ απλώσεις σα μητέρα,
κι αγκάλιασε σε μια αγκαλιά τα ορθά, τα ρημαγμένα.
Κι αν κάποια ώρα του κακού το μόλεμα σ’ αγγίξει·
κι ο πόνος γίνει αβάσταγος, ας μην τον διαλαλήσεις·
πάντα η σιωπή, μια κρύα σιωπή τις θλίψεις σου να σκέπει
καθώς τις άβατες κορφές μακριά το αιώνιο χιόνι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος



Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

ρεμβασμός δεκαπενταυγούστου

(Στην μνήμη εκείνου που τον ρέμβασε)
Άλαλα τα χείλη τών όσων δεν κοπιάσαν
για ν' ακουμπήσουν τα ξαναμμένα κεφάλια τους
 στα γόνατά σου τα μητρικά, που καταλύουν το μαύρο πάθος.
Άλαλα τα χείλη τών όσων δεν διακρίναν, πώς
συντρίβεις με το πόδι σου και συνθλάς την κεφαλή
του πανάρχαιου δράκοντα, που κέρδισε παίζοντας
κι' ύστερα τόχασε το μήλο. Άλαλα τα χείλη
των όσων δεν ποθήσαν το ξαπόσταμα της αρμογής
και την ασφάλεια, το απάγγειασμα της νηνεμίας.

Είσαι ένα λιμανάκι ελληνικού νησιού όλο κατάρτια
περήφανα υψωμένα· φτωχά καΐκια αραγμένα,
φτωχά, αλλά που γνωρίσαν την αντάρα και την τρομάρα,
που φορτωθήκαν μόχθο και μεταφέραν πλούτος. 

Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
από την αντηλιά. Γύρω – γύρω σου αμπέλια, μποστάνια
καρποφόρες συκιές και κάπου κάπου μοναχική
και κάποια ελιά. Χρυσοφρυγανισμένα τα χορτάρια
αχνίζουνε, άχυρο πια· κι' αντίς γι' αγγέλους, τα τζιτζίκια,
σου κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά
με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα. 
Αναστραμμένο σου θρονί, όλο αυτό το γαλάζιο
ενός απλού ουρανού, που πάλαι γίνηκε το Μέτρο των Δωριέων
και που αναπαύεται στεριωμένος στα χρυσάφια
του ευλογημένου μας πελάγους.
Άλαλα τα χείλη τους - και τι μπορούν ν' αρθρώσουν,
που τη φωνή τους κουκουλώνει η τύρβη μερονυχτίς,
ενώ σειέται απ' τις βουές ο Μέγιστος Ιππόδρομος
και πλημμυράει απ' τα αίματα των Μαρτύρων
κι' απ' τη μανία των Μονομάχων.
Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει.
Εδώ χρειάζεται η βακτηρία του γίγαντα Ασκητή
του λευκοπώγωνα να επιβληθεί να τους σκορπίσει,
όλους τους ίππους και τους αναβάτες τους. 

Εδώ χρειάζεται κοντύλι του Ζωγράφου, στη μοναξιά,
στην προσευχή και στην προσήλωση, με τα ζωογόνα
τα χρώματα τα πρώτα να ξαναγαλουχήσει
το βρέφος-Θεό, να ξαναγράψει τις πληγές της Αγάπης,
να ξαναδροσίσει τη ρίζα τη συμπονετική,
ν' αποδείξει τι απέραντη είναι η αγκαλιά της μητέρας,
να συναθροίσει πάλι εκ περάτων όλους εκείνους,
που με σέβας πολύ θα σταυρώσουν τα χέρια της Κόρης
με συνοδεία των αγγέλων, με ηχητικές αρμονίες,
και θα ενεργήσουν όπως αξίζει την ταφή της,
ανοίγοντας το δρόμο για την καθέδρα τ' ουρανού,
όπου η αδιάκοπη Παράκληση. Ενώ τα δέντρα
τα ευσκιόφυλλα στη λιτάνευση, καθώς το Σώμα
περνάει της Βασίλισσας, ριγούντα και φρίττοντα,
θα συγκλίνουν για προσκύνηση σκορπώντας
τη δροσιά τους με το ανέμισμα, ριπίδια της λατρείας,
αναστυλώνοντας όσους μαραίνονται κι' ασθμαίνουν
στις τροπικές τις λαύρες του καλοκαιριού μας,
μισοκαμένες θημωνιές κοντά στο αλώνι
καπνοί, που διαλύουν
τις αυγουστιάτικες τις αμαρτίες μας

Τότε μονάχα τ' άλαλα τα χείλη
ίσως ερθεί στιγμή και λαλήσουν.

Τάκης Παπατσώνης