Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Ἄνδρος – Ὑδροῦσα


Δὲν εἶναι ἀνάγκη πλέον νἀ κρυφθῶ
Εἶμαι στὴν  Ἄνδρο
Μὲ φέραν ἐδῶ τὰ βήματά μου
Ἐπάνω ἀπὸ τὸ πέλαγος μὲ τὰ λευκὰ πουλιὰ
Ποὺ ἔχουν σαΐτες τὰ  πτερά των
Καὶ κάνιστρα στὰ ράμφη τους γεμάτα ἀφρὸ
Στὰ σμαραγδένια μάτια των φέγγουν οἱ ὀάσεις
Καὶ οἱ σφίγγες τῆς σιωπῆς σκεπάζονται
Χωρὶς νὰ κουκουλώνονται πρὶν γυμνωθοῦν τελείως
μπρὸς στὰ μάτια τῶν περιστεριῶν
Ἐμπρὸς στὰ μάτια μου
Ἐμπρὸς στὰ μάτια τῶν νεανίδων
Ἐμπρὸς στὸ κέλυφος ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκπορεύεται
Ἔκθαμβη καὶ ἄσπρη ἡ ἔκστασις.

Ὅταν κραυγάζῃ ὁ πετεινὸς τοῦ ἀλαλαγμοῦ μου
Μένουν στητὰ τὰ λόγια μου ἐπάνω στὶς ἐπάλξεις
Καὶ  χλιμιντρίζουν οἱ  ἄνθρωποι στοὺς δρόμους.

Εἶμαι στὴν κορυφὴ καὶ εἶμαι στὶς πεδιάδες
Εἶμαι ὁ νόστος καὶ εἶμαι ἡ σερμαγιὰ
Ὁ φλόκος μου φουσκώνει ἀκόμη τὰ πανιὰ καὶ πλαταγίζει
Ἔχω γεμάτες τὶς τζέπες μου μὲ βώλους
Μὲ  χρυσανθοὺς πλαισιώνω τὶς εἰκόνες.

Εἶναι κορφὲς ποὺ βλέπουν ἀπὸ πάνω
τοὺς ποταμοὺς καθὼς κυλοῦν στοὺς κάμπους
Μὲ ὄρθια τὰ δέντρα σὲ κάθε περιβόλι
Στὴ μέση τῆς πνοῆς κάθε σπηλιάδας.

Αἴφνης ὅπως φουσκώνει καὶ πυργοῦται ἕνα βουνὸ
Ὑψώθηκε ἡ φωνή μου στὸν ἀέρα
Καὶ ἄκουσα τὰ φτερουγίσματα τῶν κοριτσιῶν
Ἐπάνω ἀπὸ τ’ ἀμπέλια καὶ τοὺς φράχτες.

«Μὴ δένετε»  φώναξα   « τὰ μακριὰ μαλλιά σας
Οἱ τρίχες σας εἶναι ἰσάξιες μὲ τῶν λεόντων χαῖτες
Οἱ τρίχες σας εἶναι τὰ μαλλιά σας
Οἱ τρίχες σας εἶναι τὸ ἐφηβαῖον τῆς γῆς
Ἡ ἤβη σας εἶναι πολύτιμη πηγὴ
Ἀπ’ τὴν ὁποία ρέουν οἱ ἐνορμήσεις
Ὡς μέσα στὴν καρδιὰ τῆς κάθε ἐνέργειας
Ὡς μέσα στὸ βάθος πάσης εὐφορίας».

«Ἀπόλυτα», ἀπήντησαν οἱ νέανδροι ποὺ περιστοίχιζαν τὶς κόρες
«Εἴμεθα ἐδῶ καὶ στήσαμε καρτέρι
Ἡ κάθε ματιά μας εἶναι σὰν γεράκι
Ποὺ ἁρπάζει τὰ σύκα ἀπὸ τὰ χέρια τῆς συκιᾶς
Τὰ κλαδευτήρια μας τ’ ἀφήσαμε στὶς ἐπάλξεις
Πήραμε μόνο τοὺς ἐλαφρούς μας ἴσκιους
Τοὺς βάλαμε σημάδια στὴν πορεία μας
Τοὺς βάλαμε πίλους στὰ πλατιά μας μέτωπα
Τώρα ποὺ φτάσαμε ἐδῶ μὲ τὰ πυρρόξανθα πουλάρια
καὶ τὶς ταχύπλοες μπρατσέρες».

Γοργά σκιρτήσανε ξανά καὶ τὰ δικά μου λόγια
καὶ βγῆκαν ἀπ’ τὸ στόμα μου τολύπες ἄσπρες
Καὶ ἀντήχησε ἡ λαγκαδιὰ ἀπ’ τὶς φτεροῦγες
Τῶν λαμνοκόπων οἰωνῶν ποὺ ἵπταντο ὑπεράνω
Χωρὶς βαστάζους ἀλλὰ μὲ πτερωτὰ πουλάρια
Ποὺ συντροφεύανε τὰ λόγια καὶ πετοῦσαν
Ἄσπροι ἀρχάγγελοι μὲ μάτια ζαφειρένια
Καὶ ἀστράφτανε τὰ σύννεφα καὶ ὡρμοῦσαν
Σὰν κύματα τιτάνια καὶ ἀφρώδη.

Μένουν ἀσάλευτες στὸν ἥλιο οἱ φρεγάδες
Σὰν νὰ προσμένουν τοὺς σαρακηνοὺς
Ἀπὸ τὰ σύκα ἔσταζε παχύρρευστο τὸ γάλα
Σμήνη πουλιῶν μαδοῦσαν τὶς σκιές των
Καὶ ἀκόμη ἐψήλωνε ὀγκούμενη ἡ Κουβάρα
Σὰν πυραμὶς κτισμένη ἀπὸ σχιστόλιθο
Στητὴ  διαφέντευε τὰ περιβόλια
Μὲ τοὺς βαρεῖς  καρποὺς καὶ τὰ κοφίνια
Καὶ παρακάτω ἀσπρίζανε τὰ σπίτια
Μὲ ράφια γεμάτα χαϊμαλιὰ κ’ ἐρυθρωπὰ μπακίρια
Ὅμοια μὲ ἐκεῖνα ποὺ γυαλίζουν
Πίσω ἀπ’ τοὺς γαλακτισμένους τοίχους
Ὅταν μὲς στὶς αὐλὲς ἀνθοῦν οἱ κρίνοι
Καὶ οἱ  πέρδικες βλέπουν ἀπὸ μακριὰ νὰ πλησιάζῃ
Ὀρθόπλωρο τὸ βαθυκάρενο μελτέμι.

 θάλασσα σουρώνει ἀπ’ τὸν ἀέρα
Τὰ νέφη τώρα ξεσκίζονται σὰν τοὺς χασέδες
Καὶ ἀπὸ τὶς αἱμασιὲς κατηφορίζαν οἱ νεροσυρμοὶ καὶ διαλαλοῦσαν
Τὸ διαυγὲς νερὸ μέσα στ’ αὐλάκια
Στὶς σκεπασμένες μὲ πολυτρίχια πέτρες
Στὶς νεαρὲς κοντὰ καὶ στοὺς νεάνδρους
Καθὼς περίμεναν ἱμερικοὶ καὶ μαγεμένοι
Τοὺς γερανοὺς μὲ τοὺς χρησμοὺς στὰ ράμφη.
Τότε ὑψώθηκε τότε τὸ Πέταλο ἀκόμη πιὸ ψηλὰ
Καὶ ἐνῶ ἐκοίταζαν ὅλοι τὸ στερέωμα
Ἄνοιξα ἐγὼ τὸ στόμα μου καὶ εἶπα:

«Ὤ  κορυφή!
Ἐδῶ οἱ  προφῆται  σήκωσαν λαοὺς ἀπὸ τὰ σπίτια
Βάλαν φωτιὰ στὰ κτήματα
Βάλαν φωτιά στὰ πρόβατα
Σάλπισαν σύναξι καὶ λάλησαν καὶ εἶπαν:
Ποτὲ ἄς μὴ βγῆ ἀπὸ τὴ φυλακὴ ἡ νύχτα
Ποτὲ νὰ μή στερέψουν οἱ πηγές
Μέρα παντοῦ καὶ πάντοτε νὰ λάμπῃ
Νὰ σβήσουν ὅλα τὰ καμίνια
Ναρθοῦν τῶν νέων ἐποχῶν μαντατοφόρες
Μὲ πορφυρὰ στὰ πόδια των σαντάλια
Μὲ κομπολόγια ἀνάμεσα στὰ στήθη
Μὲ ρόγες ὄρθιες σκληρὲς σὰν κεχριμπάρι
Μὲ ὡραῖο αἷμα κόκκινο σὲ κάθε θερμὴ καρδιὰ
Μὲ συντριβάνια ποὺ ἀπὸ βαθιὰ νὰ ξεπηδοῦνε
Καθὼς διάτορες κραυγὲς ἀνδρῶν ποὺ ἐκσπερματίζουν».

Καὶ ὅλα τ’ ἀγόρια  ἀπήντησαν:
«Εἴμεθα νέανδροι καὶ κτίζουμε μὲ σπίθες
Εἴμεθα νέανδροι καὶ σπέρνουμε μὲ σπέρμα
Φυτεύουμε μὲ ἀστραπὲς γκρεμίζουμε μὲ βορδωνάρια
Στὰ χέρια μας κρατᾶμε δυνατοὺς λοστοὺς καὶ ἀρωματώδη φύκια
Ψιλὴ βροχὴ τὸ γέλιο μας
Βαρὺ σφυρὶ  ἡ ὀργή μας
Ὅταν κτυπᾶ σὲ δώματα σὲ στέγες
Σὲ οἴκους ἐνοχῆς ἤ σὲ πλυντήρια
Ὅπου δὲν ἔλαχε ποτὲ ὥς σήμερα ν’ ἁπλώσουν
Φορέματα πλυμένα μὲ λουλάκι».

Τότε ὁ οἶστρος μιᾶς γενιᾶς ὁλόκληρης
Σὰν πάνθηρας σὲ καιομένη λόχμη
Καὶ ἐπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ ἐπάνω ἀπὸ τὴ Χώρα
Ἔλαμψε τὸ φτερωτὸ πουλάρι καθὼς ἐξεπετάχθη
Σὰν μιὰ μυριόστομη κραυγή.

Ἦταν χαρούμενη κραυγὴ
Ὁ κουρνιαχτὸς κατέπεσε
Ἀπὸ τοὺς βράχους ἔσταζε τὸ ἄγριο μέλι
Καὶ τ’ ἄλμπουρα τῶν καραβιῶν ἐγίναν κυπαρίσσια.

Μιὰ στιγμὴ  ἐκοίταξε ὁ Πήγασος τὴν Χώρα
Καὶ ξαφνικὰ
Στὰ στόματα τῶν ἀγοριῶν, τῶν νεανίδων
Ἄνθησαν γέλια γάργαρα κ’ ἔλαμψαν ρουμπίνια
Καὶ ἀπὸ τὰ δάκτυλα τῶν κοριτσιῶν πετάχθηκαν
Μικρὰ πολύχρωμα πουλιὰ μὲ πάθος τιτιβίζοντας
Ἐνῶ σκληραίνοντας ἐν ἀκαρεῖ οἱ ρῶγες τῶν βυζιῶν των
Στάθηκαν ὄρθιες.

Σείσθηκαν τότε οἱ καλαμιὲς διότι
Ἀπ’ τὴν πυκνή τους σύναξι πέρασε ξάφνου λίβας
Και ὁ θαυμασμὸς ἄναυδος ἔμεινε κι ἀκίνητος
Σὰν ἕνας χορὸς μαρμαρωμένος.

Ὤ  τὰ γοργὰ χαράματα
Ὤ  τὰ ὀπάλινα πτερὰ τῶν οὐρανίων ἵππων
Ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ράγισαν εἰς τὸν βορρᾶν οἱ πάγοι
Ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ἔλιωσαν τ’ ἀγκάθια τῆς μεσημβρίας
Καὶ μιὰ κυρίαρχη πνοὴ
Κτυποῦσε τὶς καμπάνες.

Δεξιά μου οἱ νέανδροι καὶ οἱ κόρες
κρατώντας μαύρους ἀχινοὺς  καὶ κόκκινες σκορπίνες
Ἀριστερά μου σκίουροι καὶ γλιστερὰ δελφίνια
Ἡ χλόη χρυσὴ
Τὰ δένδρα γαλάζια
Κ’ ἐπάνωθε ὁ οὐρανὸς
Θόλος ψηλός καὶ παντοκράτωρ.

Μέσα στὴν τόσην  αἴγλη
Τὴν τόση ἀβάσταχτη χαρὰ
Ἔκραζα τὴν μιὰ στιγμὴ σὰν γλάρος
Τὴν ἄλλη χλιμίντριζα σὰν πῶλος
Καὶ εἶχα τὸ αἴσθημα πὼς ἔσπαζαν στὶς χοῦφτες μου μέσα, ρόδια.

Τότε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ πιὸ ψηλοῦ περιστεριώνα
Ποὺ ἔλαμπε στὸ λόφο σὰν πέτρινη δαντέλλα
Βγῆκε ντυμένη ἐλαφρὰ
Μιὰ κόρη ἀπ’ τὶς πολλὲς ὡς κορυφαία νύμφη
Εὔοσμη καὶ πανέμορφη σὰν ἄνθος λεμονιᾶς
Καὶ βάζοντας τὰ χέρια της στὰ στήθη της
Τὰ γύμνωσε
Ἔπειτα πιάνοντας τὶς ρῶγες της στὰ δάκτυλά της
Ἐκοίταξε τὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε:

Χαῖρε  ἰβίσκε κόκκινε!
Χαῖρε μπουμπούκι πορφυρὸ ποὺ ἔμαθες ν’ ἀνοίγῃς!
Χαῖρε ρομφαία πύρινη!
Χαῖρε διαμάντι πορφυρό!
Χαῖρε κογχύλι ἀμύθητο!
Χαῖρε πλῆρες αὐγὸ τῆς οἰκουμένης!

Λίγα λεπτὰ ἐστάθηκα βουβὸς
Ἔπειτα μονομιᾶς σὰν κάποιος ποὺ καταλαβαίνει
Καὶ τὸ μοιρογνωμόνιο καὶ τὴν πυξίδα
Σὰν κάποιος ποὺ ἀδράχνει ἀπὸ τὰ στήθη μιὰν ἀλήθεια
Ἄνοιξα ξανὰ τὸ στόμα μου
Καὶ ὄντας γιομάτος σὰν ξέχειλο λαγήνι
Στυλώθηκα  κατέναντι στὴν κορυφαία κόρη
Κι ἔκραξα μ’ ὅλη τὴ δύναμι τῶν πνευμόνων μου:
«Ὄχι λαστέξ, ὄχι κορσέδες!
ὄχι Πειραϊκή – Πατραϊκή!
Ὄχι ἀμάλγαμα σκορπιῶν
Μὲ εὔανδρος Ἄνδρος (νέανδροι καὶ νύμφες)
Εὔανδρος Ἄνδρος στὸν αἰῶνα!»

Ἀνδρέας Ἐμπειρῖκος





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες