Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Από την άλωση της Τριπολιτσάς

  Τα πράγματα είχαν ανακατωθή εντός της Τριπολιτσάς και κανείς από τους Έλληνας δεν μπορούσε να προείδη πώς ήθελε γίνει το πράγμα. Την 22 Σεπτεμβρίου ημέρα Πέμπτη της εβδομάδος οι εντόπιοι διετάχθησαν από τον Κεχαγιά μπέη να συναθροιστούν την Παρασκευή το πρωί μικροί και μεγάλοι εις το σεράγι δια να κάμουν συνέλευσιν. Έστειλαν δε και τους μπέηδες Αλβανούς να υπάγουν και αυτοί εις την συνέλευσιν να σκεφτούν τι να κάμουν δια την σωτηρία των. Ακόμη τα χαρέμια του Χουρσίτ πασά έστειλαν εις τους Αλβανούς μπέηδες να με πάρουν μαζί των (μιλάει ο Φωτάκος) εις το σεράγι δια να με ιδούν και δι’ εμού να στείλουν τας παρακλήσεις των εις τον Κολοκοτρώνη. Ήθελαν να του ζητήσουν δυο διαβατήρια δια δύο χριστιανούς υπηρέτας του χαρεμιού τους οποίους ήθελε να πάρη μαζί της η Πασίνα και έδιδε όσα χρήματα ήθελε της ζητήσουν. Διότι τα χαρέμια είχαν την ιδέαν ότι θα επιμείνουν οι Αλβανοί να τους πάρουν και να τους υπάγουν του Πασά. Αλλ’ είχαν ακόμη μάθει ότι ο Κολοκοτρώνης θα εξετάσει τους Αλβανούς οι οποίοι θα εβγούν  και αν εύρη χριστιανούς θα τους κρατήση. Δι αυτό εζήτησαν τα διαβατήρια.
  Αφού λοιπόν οι Αλβανοί μπέηδες απεφάσισαν να υπάγουν εις το σαράγι να ιδούν τι τους θέλουν οι εντόπιοι διότι είχαν κόψει την συχνήν αντάμωσή των, επειδή είχαν παράπονα εναντίον των οι εντόπιοι ότι τάχα δεν έκαμαν ωσάν Τούρκοι να υποφέρουν μαζί τον κίνδυνον  αλλ’ εσυμφώνησαν να φύγουν μόνοι των εκίνησαν και πήραν στρατιώτας μαζί των υπέρ τους πεντακοσίους. Είπαν και των άλλων μπουλουκσίδων οίτινες θα έμεναν οπίσω να έχουν το νου των μην τους κάνουν οι εντόπιοι τίποτε απιστίαν, τους κλείσουν δηλαδή τις πόρτας του σεραγίου και τους σκοτώσουν, να τους πάγουν βοήθεια αν ακούσουν τουφέκια.
  Ο Αλβανός Ελμάς μπέης κατά παραγγελίαν της Πασίνας με επήρε μαζί του και επηγαίναμε εις το σεράγι αλλά άμα εκοντοφθάσαμε εις την βορεινή πλευρά ακούσαμε τουφέκια κατά την ανατολικήν πλευράν. Ήτο τότε η ώρα ενάτη της ημέρας. Το δε σεράγι είχε μεγάλην έκτασιν και έξαφνα καθώς επηγαίναμεν επαρουσιάσθησαν εμπρός μας  Έλληνες και μας ετουφέκισαν και σκότωσαν κάμποσους Αλβανούς. Τους εφώναξα ευθύς να στρέψουν την άλλην πλευράν διότι είναι οι φίλοι μας οι Αλβανοί και να μη μας τουφεκούν και ούτως έκαμαν.
  Τότε βλέπομεν μπροστά μας τον Δ. Πλαπούταν οπού τον έφερεν  μ π ρ ά τ σ ο   ο Βελή Κογιάτσος  και άλλους ακόμη μπέηδες Αλβανούς . Ο Πλαπούτας είχε έμβει μέσα εις την Τριπολιτσάν  κατά την ώρα της εφόδου από την τάπιαν του σεραγίου, βοηθούμενος από τους ιδικούς του και από τους Αλβανούς δια να εύρη τους μπέηδες και να τους βεβαιώση ότι δεν τους απάτησαν αυτοί. διότι χωρίς την γνώμην των αρχηγών εμβήκαν μέσα οι Έλληνες και τότε επήραν αυτόν οι μπέηδες οίτινες επήγαιναν να εύρουν τον Ελμάς Μέτσιον εις το σεράγι. Εκεί ευρέθησαν ακόμη ο Κωσταντής Παπαζαφειρόπουλος, ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος και ο Αναστάσιος Λογιότατος. Και αντί πλέον να υπάγομεν εις το σεράγι , εστρίψαμεν τότε κατά την πόρτα των Καλαβρύτων όπου ηύραμεν εκεί έξω της πόρτας και τον Κολοκοτρώνην, την Μπουμπουλίναν και τον Γιαννάκην Κολοκοτρώνην. Ο Αναγνώστης Δεληγιάννης ήταν ολίγο ξέμακρα της πόρτας , ανατολικά της Αγίας Βαρβάρας, με στρατιώτας συμπατριώτας του και εσκότωναν Αλβανούς και τους λαφυραγωγούσαν. και ως εκ τούτου εφοβήθησαν οι Αλβανοί και επερικύκλωσαν προς ασφάλειά των τον Κολοκοτρώνην, ο οποίος έστεκεν εκεί καβάλα σχεδόν μοναχός. Είχαν δε υποπτεύσει οι Αλβανοί επιβουλή των  Ελλήνων κατ’ αυτών. Τούτο ετάραξε πολύ τον Κολοκοτρώνην διότι διέτρεξε μεγάλο κίνδυνον. Δεν εμπόρει δηλαδή να εννοήση  αν επίτηδες έκαμε τούτο ο Δεληγιάννης δια να χαλάση την συνθήκη μεταξύ Κολοκοτρώνη και Αλβανών δια να χαθή ο Κολοκοτρώνης. Τότε λέγει εις τον Πλαπούτα να πάρη τους μπέηδες και να τραβήξει κατά την Αγία Βαρβάραν. Εκεί διέταξε να υπάγουν να συναχθούν όλοι οι Αλβανοί κατά το μέρος όπου εστέκετο ο Δεληγιάννης. Διότι καθώς είδεν ότι οι Αλβανοί επήγαν εις εκείνην την
 θέσιν ευθύς απεμακρύνθη κι αυτός εκείθεν. …………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  Αφού έφυγαν οι έξω Αλβανοί ενόμισεν ο αρχηγός ότι δεν υπάρχουν μέσα άλλοι και αμέσως διέταξε να κλείσωμεν την πόρτα των Καλαβρύτων δια να μην βγαίνουν οι εντόπιοι Τούρκοι, το ίδιο έπειτα έκαμαν δια τας άλλας πόρτας οι άλλοι αρχηγοί των επαρχιών. Άφησα κι εγώ τον αρχηγόν και εδώθηκα εις τα λάφυρα. Ετράβηξα να πάγω κατά του Τσεκούρα, περίφημου Τούρκου δια τα ωμότητάς του, αλλ’ είδα ότι οι Υδραίοι τον είχαν ξεπουπουλιάσει και είχαν σκοτώσει όλους τους ιδικούς του. Και αυτός δε ο ίδιος είχε βάλει φωτιά να καή μέσα εις το σπίτι του και ότι είχε σκοτώσει καθώς με είπαν οι Υδραίοι, την γυναίκα του, την μάνα του και την θυγατέρα του, νέαν ωραίαν ως είκοσι χρονών.
  Πριν φθάσω εις του Τσεκούρα εις έναν στενόν δρόμον ευρήκα μπροστά μου τους Υδραίους οι οποίοι είχαν μπλέξει εκεί, υπέρ τους διακοσίους Αλβανούς και άλλους Τούρκους. Αυτοί ήρχοντο να βγουν εις την πόρτα των Καλαβρύτων, τους επήραν τ’ άρματα και τους επελέκησαν όλους με τας μαχαίρας (σαλτιρμάδες). Ακόμη και τώρα έρχεται στο νου μου το λιάνισμα και το τρίξιμο των κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν την σφαγήν αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτε, αλλά μάλιστα εφοβήθηκα μην μου δώσουν και εμένα καμμιάν πληγήν. Τόση ήτο η μέθη των διά να σκοτώνουν Τούρκους! Εκείθεν ετράβηξα δια το σπίτι του Σεχνετζίπη, επισήμου Τούρκου από τους πρώτους εντόπιους και αφού επολεμήσαμεν ολίγον, διότι δεν μας εδέχετο, και εσκοτώσαμεν δύο τρείς, αλλά και εκείνοι από μέσα εσκότωναν πολλούς Έλληνας, επειδή οι δρόμοι ήσαν πήχτρα και βόλι δεν έπεφτε κάτω άδειο ως εκ τούτου συμπεραίνω ότι εχάθηκαν εκεί πολλοί  Έλληνες, εμβήκαμεν τέλος πάντων μέσα και έμεινα εκεί. Έπειτα από ολίγον ήλθε ο Νικολάκης Δεληγιάννης και του ανοίξαμεν την πόρτα την μεγάλην του σπιτιού και εμβήκε μέσα. Ύστερα από τρεις ημέρας αντάμωσα τον αρχηγόν  και ούτε εγώ εγνώριζα εν τω μεταξύ πού ευρισκόμουν,  ούτε εκείνος τι έγινε, διότι ο καθένας ήτο ελεύθερος να κάμη ότι ήθελε.
………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Πολλοί καπεταναίοι και άλλοι  Έλληνες  από φιλανθρωπίαν ήθελαν να σώσουν κανένα Τούρκον. Άλλος όμως Έλλην του οποίου ο Τούρκος την γυναίκα, το παιδί ή και αυτόν τον ίδιον είχε ατιμάσει κατά διαφόρους τρόπους, τυραννήσει και αδικήσει, άμα έβλεπεν τον εχθρόν του τού άναπτεν από πίσω την πιστόλαν ή το τουφέκι του. Όσοι ήθελαν να σώσουν Τούρκους  και να κάμουν καλόν,  έτρεχαν κίνδυνον. Διότι πολλάκις  το βόλι επέρνα τον Τούρκον και εφόνευε και τον Έλληνα ο οποίος ήθελε να του σώση την ζωήν. Και ούτω τους άφηκαν εις την διάκρισίν των. Δεν ήτο κανένας Τούρκος ο οποίος να μην είχε δύο και τρείς εχθρούς.  Διότι ποτέ των δεν εσυλλογίσθησαν ότι θα σηκωθούν οι  ραγιάδες των και θα ζητήσουν την ελευθερία των. Το δε κακόν έξαφνα τους ήλθε εις το κεφάλι των..
……………………………………………………………………………………………………………………………….
Κατηγορούν τον Γιαννάκην Δαγρέν λέγοντες , ποιος τον έκαμε δικαστήν να τιμωρήση τον προδότην Σωτήρον Κουγιάν;     Οι  π ρ ο  δ ό τ α ι   δ ε ν   π ρ έ π ε ι   ν α    μ έ ν ο υ ν   α τ ι -  μ ώ ρ η τ ο ι  δ ι  ό τ ι  η   τ ι μ ω ρ ί α  κ α ι  ο  θ ά ν α τ ο ς  ε ί ν α ι  η  α μ ο ι β ή  τ ω ν.  Οι επαναστάται  φονεύσαντες τον Κουγιάν έπραξαν το καθήκον των.
………………………………………………………………………………………………………………………………...
Την  ημέραν όπου αντάμωσα τον αρχηγόν είχα υπάγει εις το σπίτι του Δημητρίου Δεληγιάννη, ευρήκα μέσα και τους καπεταναίους του, τους εχαιρέτησα , και δεν με εδέχθησαν με τον τρόπον με τον οποίον με εδέχοντο έξω πριν έμβωμεν μέσα εις την Τριπολιτσάν, μάλιστα ήκουσα ύβρεις κατά του αρχηγού μου και φοβερισμούς. Του έκαμα την παρατήρησιν ότι δεν αρμόζουν αυτά τα λόγια να τα λέγη ο Δεληγιάννης δια τον φίλον του τον Κολοκοτρώνην και μου είπεν  « ότι δεν τον έχει φίλο τον κλέφτην και δεν τον φοβείται πλέον». Αυτά όλα τα έκαμα γνωστά εις τον αρχηγό μου. Αυτός δε μου είπε: «καμώσου ότι δε μου είπες τίποτε. Τώρα όπου ο άγιος Θεός ηθέλησε και μας εδυνάμωσε και επήραμεν την Τριπολιτσάν ας λέγουν ότι θέλουν. Έχουν δίκαιον παιδί μου. Διότι βλέπουν τούτους σκοτωμένους (και έδειξε τα τουρκικά πτώματα), με τους οποίους είχαν    μ α ζ ί  την εξουσίαν. Τώρα την επήρε το έθνος. Αν εγελάσθηκαν και έκαμαν την επανάστασιν ήλπιζαν να κληρονομήσουν τους Τούρκους και να γίνουν αυτοί εις τον τόπον των. Αλλά αργά το εσυλλογίσθηκαν».
…………………………………………………………………………………………………………………………………..
Μετά την άλωσιν της Τριπολιτσάς εκείνο το οποίον ο αρχηγός μου προείπεν, αλήθευσεν. Οι πρόκριτοι μετενόησαν δια το κίνημα επειδή αντί αυτών εφάνησαν ότι οι καπεταναίοι με τον Δημ. Υψηλάντην έγιναν δυνατώτεροι και έλαβαν όλη την επιρροή του λαού της Πελοποννήσου. Εσκέφθησαν να μην αφήσουν τον Κολοκοτρώνη να υπάγη να πάρη το φρούριον των Πατρών. Επειδή αν ήθελε υπάγει, αμέσως το φρούριον θα παρεδίδετο εις αυτόν. Είχα δε και γράμματα εις τους εκεί Αλβανούς τον Ασλάν Αγάκον αρχηγόν, από τους Αλβανούς μπέηδες της Τριπόλεως άμα φθάση ο Κολοκοτρώνης ευθύς να κάμουν μπέσα (συμφωνία, λόγος τιμής)  να παραδώσουν το φρούριον και να υπάγουν κοντά των χωρίς να έχουν καμμίαν υποψίαν.
Οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς είχαν ορκισθή να μην έμβουν πλέον ποτέ εις τον Μωριάν να πολεμήσουν  και ότι θα αφήσουν την ιδίαν διάταν (εντολήν) εις τα  παιδιά των  και εις τους άλλους συγγενείς των, να μην υπάγουν ποτέ εις τον Μωριάν δια πόλεμον, και όποιος   παραβή τον όρκον τούτον να μην γλυτώση απ’ την οργήν του Θεού και από το σπαθί του Κολοκοτρώνη. Και όπου τύχη άνθρωπος του Κολοκοτρώνη και το σκυλί του ακόμη να το διαφεντεύουν, να χύνουν δια (το ιρτζί του) την υπόληψή του, το αίμα των. Μετά το 1769 εις τον καιρόν των Αλβανών, ο πατέρας του Κολοκοτρώνη εσκότωσε πολλούς Αλβανούς από τους πατέρας των, και τους είχεν αφήσει το όνομα του Κολοκοτρώνη  ΤΡΟΜΟΝ. Και εις τον τόπον των ακόμη έλεγον κοντά εις τους άλλους όρκους και κατάραις να μη γλυτώσουν από το σπαθί του Κολοκοτρώνη. …
Φωτάκου, παρουσίαση Κολοκοτρώνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες