Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Ὁ Φωτεινὸς


(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ πρῶτο ἄσμα)
Τὸν Νοέμβριο 1356, σὲ ἕνα χωράφι κοντὰ στοὺς Σφακιῶτες τῆς Λευκάδας.  Ὁ ἑβδομηντάρης Φωτεινός, παλιὸς κλέφτης πολέμαρχος, χῆρος, καλλιεργεῖ τὸ χωράφι του μαζί μὲ τὸ γιό του, Μῆτρο. Ὁ καινούργιος ἀφέντης τῆς Λευκάδας, Γρατσιᾶνος Τζώρτζης, ἔχει βγεῖ στὸ κυνῆγι μὲ τὴν ἔφιππη ἀκολουθία του, καὶ τὰ λαγωνικά του κάνουν ζημιὰ στὴ σπορὰ τοῦ Φωτεινοῦ. Ἐκεῖνος μὲ τὴ σφεντόνα του, σκοτώνει ἕνα σκυλί καὶ πληγώνει ἕνα δεύτερο. Οἱ Φράγκοι ὁρμοῦν ἐναντίον του. Ἐκεῖνος ἀρνεῖται τὴν  ὑποταγή καὶ ἐκείνοι τὸν βασανίζουν. Μόλις ἀπομακρύνονται  ὁ Φωτεινὸς  ἀποφασίζει νὰ ὀργανώσει ἀντίσταση κατὰ τῶν κατακτητῶν τῆς νήσου, καὶ ὁρκίζει τὸ γιό του σὲ ἐκδίκηση.
……………………………………………………………………………………………………………………………………
Τζώρτζης
Ἐσύ μοῦ πετροβόλησες,  παλιόγερε,  χωριάτη,
τὰ δυό μου τὰ λαγωνικά;

Φωτεινὸς
Μόνος ἐγὼ κι ὄχι ἄλλοι.

Τζώρτζης
Μίλει μου ταπεινότερα… Λύγισε τὸ κεφάλι,
προσκύνα τὸν ἀφέντη σου, ξέσκλιαρη, διακονιάρη!...
(κι ὁ φράγκος τ’ ἄσπρα του μαλλιὰ χτυπᾶ μὲ τὸ κοντάρι).
καὶ  γνώριζες ὅτ’ ἤτανε κεῖνα σκυλιὰ δικά μου;

Φωτεινὸς
Τὰ γνώριζα καὶ τά ‘διωξα μέσ’ ἀπὸ τὴ σπορά μου.

Τζώρτζης
Ποῦθε κατάγεσαι μωρέ;

Φωτεινὸς
Ἐδῶθε… Σφακισάνος.

Τζώρτζης
Κ’ ἐγὼ σκουλήκι ἀγνώριστο, ὁ Τζώρτζης ὁ Γρατζιάνος.
Ἀφέντης σου παντοτινός, τύραγνος, ἄρχοντάς σου.
Αὐτὸ τὸ χῶμα ποὺ πατῶ, οἱ πέτρες, τὰ νερά σου,
ἥμερο κι ἄγριο κλαρί, τ’ ἀγέρι σου, ἡ ψυχή σου,
τὰ ζωντανά σου , τὰ παιδιά, τὸ αἷμα σου, ἡ τιμή σου,
 ὅλα δικά μου, μάθε το. Βουνοῦ καὶ λόγκου ἀγρίμι
εἴτ’ ἔχει τρίχα εἴτε φτερό, σιχαμερὸ ψοφίμι,
τὸ διαβατάρικο πουλί, σὲ μὲ μονάχ’ ἀνήκει,
κι ἀξίζει τὸ κεφάλι σου λαγόπουλο ἤ περδίκι.
Γι’ αὐτό, ὅθε θέλω θὰ περνῶ, κι ἐγὼ καὶ τὰ σκυλιά μου·
τίποτε δὲν ὁρίζετε, κ’ εἶναι κι αὐτή, σπορά μου.
Κ’ οὔτε ἄλλη τύχη ἀξίζετε. Γενιὰ καταραμένη,
δειλή, κακογεράματη, στὸν κόσμο ἀκόμα μένει,
γιὰ νὰ πομπεύει τ’ ὄνομα καὶ τὴν κληρονομιά της!..
(καὶ στὰ στερνὰ τὰ λόγια του ἔνιωσε ὁ ζευγολάτης
ὅτι ἕνα δάκρυ ἐνότιζε τ’ ἀσπράδι τοῦ ματιοῦ του
κι ὁλόρθες ἀναδεύοντο οἱ τρίχες τοῦ κορμιοῦ του).

Φωτεινὸς
Ἄν ἐξεράθῃ τὸ κλαρί, πάντα χλωρή εἶν’ ἡ ρίζα.
Καὶ μένει πάντα ζωντανό ἤ ρόδι φάγ’ ἤ βρίζα,
αὐτό τὸ βόιδι τὸ μανό, π’ ὅσο βαθιὰ ρουχνίζει
τόσο εὔκολα μυγιάζεται κ’ ἀνεμοστροβιλίζει,
καὶ ποὺ τὸ κράζουνε Λαό. Θὰ σπάσει τὸ καρίκι
καὶ θὰ προβάλει μὲ φτερὰ μιὰ μέρα τὸ σκουλήκι.
Τότε πουλὶ τὸ σερπετό, ποιὸς ξέρει ποῦ θὰ φτάσει!...

………………………………………………………………………..
Τζώρτζης
Συμμάζωξε τὴ γλώσσα σου τὴ φιδινή, χωριάτη,
μή μοῦ ξανάφτεις τὴ χολή. Γονάτισε μπροστά μου
καὶ ζήτησε συγχώρεση γιὰ τὰ λαγωνικά μου…
Δέ θὲς, ἀντάρτη, δὲν ἀκοῦς;…

Φωτεινὸς
Καλύτερα τὸ βρόχο,
παρὰ τὰ γόνατα στὴ γῆ… Ἄρα-κατάρα τό ’χω…
Θά ‘φηναν λάκκωμα βαθύ, καὶ θά ‘ταν μέγα κρίμα
τιμὴ νὰ θάψω κι ὄνομα μέσα σ’αὐτὸ τὸ μνῆμα.

Τζώρτζης
Τώρα θὰ ἰδεῖς, παλικαρά… Ἀκοῦστε με, συντρόφοι,
καὶ μή θυμῶστε ἄν  λυπηθῶ αὐτὸν τὸν ἄγριον ὄφη…
Νὰ μᾶς πλερώσει τὰ σκυλιὰ μὲ τὰ καματερά του.
Καὶ γιὰ τὴν τόλμη πὄλαβαν τὰ πέντε δάχτυλά του
νὰ σφεντονίσουν κατ’ ἐμᾶς,  ἐκεῖ στὸ χερουλάτη
νὰα συντριφτοῦν μὲ τὸ σφυρί… Σ’ ἀρέσει ζευγολάτη;

καὶ δυὸ σκιάδες πάραυτα ὁρμήσανε κι ἁρπάξαν
τὰ βόιδια πού ‘ταν στὸ ζυγό. Δυό ἄλλοι τὸν ἀδράξαν
καὶ δέσανε τὸ χέρι του, στὸ φοβερὸ χεροῦλι
μὲ τὴ σφεντόνα πὅβρανε. Ὕστερα μὲ τὴ σκούλη,
ἀρχίσαν τοῦ κοντόσπαθου, ἀργά, νὰ πελεκᾶνε
τ’ ἀντρειωμένα δάχτυλα καὶ νὰ περιγελᾶνε.
Ὅλο τ’ ἀλέτρι ἐβάφηκε. Τὸ μαῦρο τὸ παιδί του
στὸ χῶμα δίπλα ἐμούγκριζε σὰν νά ‘βγαινε ἡ ψυχή του.
Κ’ ἐκειὸς ὁ γερο-δράκοντας, χωρίς οὔτε ν’ ἀχνίσει,
ἐκοίταζε τὸ αἷμα του ποὺ πότιζε σὰ βρύση
τὴ γῆ του τὴν ταλαίπωρη· καὶ μέσα στὴν καρδιά του
μεμιᾶς ἀστράψαν τὰ παλιά τ’ ἀντραγαθήματά  του,
καὶ χρυσοβόλησε στὸ νοῦ χρυσόφτερ’ ἡ ἐλπίδα
μὲ τὴ δική του ἐκδίκηση νὰ σώσει τὴν πατρίδα.
…………………………………………………………………
Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες