Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Καλομοιριά

Αύριο πρωί, χαράματα, που θα κοιμάσαι ακόμα,
θαρθούν  οι Μοίρες σου, παιδί, να σε καλομοιράνουν.
Πρώτη η ξανθιά, στα ολόασπρα, καθώς προτού χαράξει
ο αχνός ασπρίζει ορίζοντας συρτά στη μαύρη ράχη.
Κ’ η άλλη, με τ’ αντιφέγγισμα της δύσης στα μαλλιά της·
μυροκοπάει από ζωήν ο κόρφος της. Κ’ η Τρίτη
πούχει της νύχτας τα γλαυκά στην ξελυμένη κόμη
τα μυστικά ιριδίσματα· και ανάπαψη η ματιά της.

Γυρτές στην κούνια σου κι οι τρεις καθώς θα σε ρωτάνε,
παιχνίδια που στα χέρια σπούν μη τύχει και γυρέψεις.

Ζήτα απ’ την πρώτη μια ψυχή σα διαμαντένιο πρίσμα,
που άπαθα τ’ αντικρύσματα της ζωής θα καθαρίζει
από το φτόνο που βουνά κυλάει, την υποψία
που ανοίγει τάφους, την οργή που καίει τα δάση.
Άοπλη να στέκεις στους εχτρούς σου εμπρός. Ποτέ τη νίκη
να μην κερδίσεις του κακού και τη βαριά χαρά της.
Κι αν ριζικό σου να βρεθείς σε φλόμους και σ’ αγκάθια,
πέρνα κοιτάζοντας μακριά τις άκρες. Να μη στρέψεις
πίσω να δεις πώς γράφονται τα ματωμένα αχνάρια·
κι αν είναι νύχτα γύρω μας, κάπου μακριά είναι ο ήλιος.
Πέρνα σαν το χιονόνερο που πέφτει μες στα βράχια·
πνοή διαβάτρα, από τη γη  τίποτα να μην πάρεις
κι άδολος νάναι ο τάφος σου καθώς κι ετούτη η κούνια.

Ζήτα απ’ τη δεύτερη χρυσό το μέτρο της υγείας.
Τ’ άξιά σου χέρια τ’ αλετριού να σφίγγουν το σταβάρι·
να γένεις σπάταλος σποριάς αγάπης και θερίστρα.
Αφέντρα νάσαι των πυρών ατιών που θα σε φέρουν
αθάμπωτη στις αντηλιές και ατρόμαχτη στα σκότη.
Μη λογαριάζεις άνθρωπο παρά για την αγάπη.
Στο γλυκασμό του δειλινού το θάνατο στοχάζου
σαν ένα αφεύγατο καλό και σα μια δίκαιη ανάγκη,
και σιγοτραγουδώντας του, σα νάταν για σεργιάνι,
χαμογελώντας προς αυτόν περπάτα,  ώσπου να φτάσεις.

Την Τρίτη παρακάλεσε να στάξει στην καρδιά σου
το μπάλσαμο το ατίμητο της άμετρης συγγνώμης.
Έξω από σε, λησμόνησε της γης της αμαρτίες,
το στόμα που πομπεύει σε, το χέρι που σε δέρνει.
Στην κρύα τη νύχτα του φονιά κάπου φωτιά σπιθίζει.
Όπου κι αν πας και το καλό μαζί σου θάναι. Υπάρχει
κατάχυτη στο μέγα αιθέρα η αιώνια καλοσύνη.
Προς ό,τι ζει τα χέρια σου ν’ απλώσεις σα μητέρα,
κι αγκάλιασε σε μια αγκαλιά τα ορθά, τα ρημαγμένα.
Κι αν κάποια ώρα του κακού το μόλεμα σ’ αγγίξει·
κι ο πόνος γίνει αβάσταγος, ας μην τον διαλαλήσεις·
πάντα η σιωπή, μια κρύα σιωπή τις θλίψεις σου να σκέπει
καθώς τις άβατες κορφές μακριά το αιώνιο χιόνι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες