Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Θεοδώρα Δούκα

Μια μοντέρνα πριγκίπισσα στην πόλη των Δόγηδων
Ένα ανοιξιάτικο πρωί του 1071 (άλλοι λένε το 1049), μια ομάδα από ένδεκα σεβάσμιους άνδρες, που σε σχήμα ημικυκλίου περιέβαλαν ένα νεαρό ανυπόδητο ευγενή, έμπαινε κάτω από τις ζητωκραυγές του αλαλάζοντος πλήθους στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Λίντο της Βενετίας. Ήταν το ειδικό ενδεκαμελές συμβούλιο των εκλεκτόρων του δουκικού αξιώματος, που θα παρουσίαζε και θα έθετε υπό την κρίση του λαού την εκλογή του καινούργιου Δόγη (Δούκα). Άξιος! Άξιος! Ούρλιαζε η πλέμπα. Άξιος! Φώναζαν και οι ευγενείς. Έτσι κάπως πανηγυρικά εξελέγη ο Δόγης Ντομένικο Σέλβο και διαδέχτηκε τον  Ντομένικο Κονταρίνι. Να πώς περιγράφει την τελετή ο Τζών Τζούλιους Νόργουιτς:
«Σε τι ακριβώς ώφειλε ο Ντομένικο Σέλβο την δημοτικότητά του δεν γνωρίζουμε. Είναι όμως σίγουρο ότι υπήρχε. Χρόνος το 1071 και χώρος – αφού ο Άγιος Μάρκος ήταν γεμάτος εργάτες – το νέο μοναστήρι του Σαν Νικολό στο Λίντο. Όμως ο Σαν Νικολό ήταν αρκετά ευρύχωρος και η μεγάλη χωρητικότητά του εξισορροπούσε την δυσκολία της πρόσβασης. Οι αρχές ίσως ήλπιζαν ότι η επιλογή ενός τόσο μακρινού τόπου συνάθροισης θα μείωνε τον αριθμό των επισκεπτών. Όμως απογοητεύθηκαν, εφ’ όσον ο Τίνο μας λέγει ότι ένα απερίγραπτο πλήθος ανθρώπων, σχεδόν όλη η Βενετία ήταν παρούσα, έχοντας διασχίσει την λιμνοθάλασσα με armatis navibus, μία φράση που προϋποθέτει ότι ένα μέρος του πολεμικού στόλου της Βενετίας είχε επιταχθεί για την περίσταση. Η τελετή άρχισε με μεγάλη λειτουργία, με την συνοδεία ψαλμών και λιτανειών για τη θεία επιφοίτησή που θα ήταν  “άξιος για το έθνος και αποδεκτός από το λαό” . Μεγάλη κραυγή υψώθηκε στους ουρανούς και σαν μ’ ένα στόμα όλοι όσοι ήσαν παρόντες φώναζαν όλο και δυνατότερα τις λέξεις: “Domenicum Silvium volumus et laudamus”».  [Ιστ. Βενετίας – εκ. Φόρμυγξ, Αθήναι 1993].
Είναι σημαντικό τούτο το γεγονός, δηλαδή ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της Βενετίας ο λαός παίζει ένα ρόλο καίριο  στην εκλογή του ηγέτη του. Από την εποχή του Σέλβο καθιερώνεται η αναγκαιότητα της γνώμης του λαού. Ο Σέλβο, ένας από του ς σημαντικότερους συμβούλους του αποθανόντος Δόγη Κονταρίνι, είχε εντρυφήσει στην αυλή της Κωνσταντινούπολης και είχε μεταφέρει στην πόλη του πολλές από τις Βυζαντινές συνήθειες στο διοικητικό και εκπαιδευτικό σύστημα. Αμέσως μετά την εκλογή του, μετέβη στην αυλή της Κωνσταντινούπολης προκειμένου, όπως είχε υποχρέωση, να υποβάλει τα διαπιστευτήριά του στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Δούκα τον Ζ’.
«Από όλους τους Ιταλούς υπηκόους ο πιο ευπειθής στο Βυζάντιο, αυτός που υπέστη πλήρως την επιρροή των ιδεών και των ηθών του Βυζαντίου ήταν ο Βενετός». [Α. Ραμπάουντ, «η Ελληνική αυτοκρατορία», Παρίσι 1870].
Ο Αρμινγκάουντ αν και δυσφημεί με πάθος αυτήν την αυτοκρατορία, εν τούτοις ομολογεί ότι, χάρις στην Βυζαντινή κηδεμονία, η Βενετία δεν περιήλθε στον σφιγκτήρα της Φράγκικης φεουδαρχίας. Οι Βυζαντινοί Καίσαρες άφησαν (την Βενετία) να μεγαλώση υπό την διακριτική προστασία τους και όταν ήρθε η ώρα, την εξεδήλωσαν, αναγνωρίζοντας την ανεξαρτησία της (Βενετίας και κάτω Αυτοκρατορίας). Δεν θα είμαστε εκτός πραγματικότητας αν δηλώσουμε ότι από τον Ντομένικο Σέλβο αρχίζει αυτή η επαφή των Βυζαντινών με τη Βενετία, παρά το γεγονός ότι οι πύλες Ανατολής και Δύσης είναι κλειστές. Ας μελετήσουμε λοιπόν αυτό το μεγάλο γεγονός. Κατά τη διάρκεια του γεύματος που εδόθη προς τιμήν του καινούργιου Δόγη, τα μάτια του Ντομένικο διασταυρώθηκαν με αυτά μιας ωραίας πριγκίπισσας που καθόταν δίπλα στον αυτοκράτορα.  Ήταν η θυγατέρα του στρατηγού Κωνσταντίνου Δούκα και αδελφή του βασιλιά Μιχαήλ Ζ’, η εξαιρετικής ομορφιάς και παίδευσης, Θεοδώρα. Προφανώς ανεπτύχθη ανάμεσα στους δύο νέους ένα ειδύλλιο που οδήγησε σε γάμο. Ο Αρμενόπουλος περιγράφει την άφιξη της νύμφης στην πόλη των καναλιών, εξιστορώντας ότι, αφού αποβιβάστηκαν από τον δρόμωνα (βυζαντινό πλοίο) οι συνοδοί και τα δώρα του αυτοκράτορα, έριξαν στη θάλασσα «την σκάφην ήγουν την κοντελάδα (γόνδολα) της», η οποία μετέφερε στην ακτή την πριγκίπισσα! Δηλαδή με την είσοδο της Θεοδώρας στην Βενετία, εισάγεται συγχρόνως ένα καινούργιο είδος πλεούμενου. Η γόνδολα! Μετά την υποδοχή, παρετέθη γεύμα κατά την διάρκεια του οποίου έκπληκτοι οι Βενετσιάνοι, είδαν την Βυζαντινή πριγκίπισσα,  να ανοίγη ένα κουτάκι που είχε δίπλα της και να βγάζη ένα χρυσό πιρούνι και ένα χρυσό μαχαίρι, με την βοήθεια των οποίων άρχισε να τρώγη το φαγητό της. Από αυτήν την Ελληνίδα Δόγισσα οι Βενετσιάνοι έμαθαν την χρήση τους και αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι  η Βενετσιάνικη διάλεκτος διατηρεί ακόμη την ελληνική λέξη πιρόν (piron),  προκειμένου να ονομάση ένα όργανο που όλοι οι άλλοι Ιταλοί ονομάζουν  φορκέτα (forchetta). Η πολύ κομψή ζωή της Ελληνίδας πριγκίπισσας, που πλενόταν με αρώματα, που χρησιμοποιούσε πιρούνι για το φαγητό της και όχι τα δάκτυλά της, όπως όλος ο κόσμος τότε στη Βενετία, ξεσήκωσε τις διαμαρτυρίες των Βενετσιάνων και των ιερέων, κυρίως δε του πατέρα Σέλβο.
Η Θεοδώρα με το ντύσιμό της δημιούργησε νέες ενδυματολογικές προτιμήσεις. Τα φορέματά της, κατασκευασμένα από χρυσό συρμάτινο νήμα, προκάλεσαν τη ζήλια των άλλων γυναικών, οι οποίες έτρεξαν να την μιμηθούν. Από αυτό το χρυσοσυρμάτινο φόρεμα δημιουργήθηκε  η λέξη συρμός (μόδα). Έλεγαν δηλαδή ότι αυτό το ρούχο είναι του συρμού, δηλαδή της μόδας. Η Ελληνίδα Δόγισσα προερχόταν από μία αυλή που εκείνη την εποχή βρισκόταν στο απόγειο της πνευματικής δόξας της. (Μιχ. Κηρουλάριος, Μιχ. Ψελλός, Ιωάν. Ιταλός, Ιωάν. Μαυρόπουλος, Μιχ. Ξιφιλινός, Κων. Λειχούδης κ.λ.π.) και δεν είναι λοιπόν παράξενο το ότι ζήτησε από τον σύζυγό της την δημιουργία θεάτρου. Για να δείξουμε την επιρροή του Βυζαντίου στο αρχαίο λαϊκό θέατρο της Βενετίας, αρκεί να αναφέρουμε ότι αυτό το λαϊκό θέατρο ονομαζόταν Momaria και Bombaia. Η πρώτη λέξη είναι η Ελληνική Μώμαρ και Μώμος (μίμος) και η δεύτερη το Βομβωνάριο των Βυζαντινών, ένα είδος μικρής καμπάνας (κουδουνάκια που κρέμονται στα ρούχα των γελωτοποιών). Ο γάμος του Βενετσιάνου Δόγη με την Ελληνίδα βασιλοπούλα προκάλεσε ένα κύμα φιλελληνισμού και μια ροπή σε ό,τι το Ελληνικό. Για παράδειγμα βάλθηκαν όλοι οι Ενετοί να μάθουν Ελληνικά, με συνέπεια μερικούς αιώνες αργότερα η Ιταλική γλώσσα την οποία μεταχειρίστηκε ο Δάντης στο αθάνατο έργο του «θεία κωμωδία» και η οποία επεκράτησε ως γλώσσα όλων των Ιταλών, να μην είναι καθόλου γνωστή στη Βενετία. Μας το βεβαιώνει ο ίδιος ο Δάντης, ο οποίος ως πρεσβευτής του αυθέντη της Ραβέννας Κουίντο ντα Παλέντα ομιλώντας ενώπιον της Βενετσιάνικης γερουσίας το 1314, υποχρεώθηκε να προσλάβη μεταφραστή γιατί δεν τον καταλάβαιναν. «Δεν είναι καθόλου εκπληκτικό ότι δεν καταλαβαίνουν την Ιταλική γλώσσα, διότι κατάγονται από Έλληνες! (progeritori greci discesi!)» (L’ appare di Dante a Firenze, 1921 σελ. 450).
Αναγνωρίζουμε την Βυζαντινή επιρροή όχι μόνον στη διάλεκτο, τα ρούχα και τις συνήθειες των Βενετών, αλλά επίσης στην ονομασία πολλών λειτουργιών της Δημοκρατίας. Στον 11ο αιώνα, το αξίωμα του Πατρίκιου απένειμε ο ίδιος ο αυτοκράτορας στον Ντομένικο Σέλβο, ο οποίος έφερε και τον τίτλο του πρωτοσέβαστου και του πρωτοπρόεδρου. Ακόμα και τα βενετσιάνικα ονόματα πλοίων έχουν την καταγωγή τους σ’ εκείνη την εποχή. Gondola, barca, galera, caravella, κλπ. δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κοντελάς, βάλκα, γαλία, καράβι κλπ. των Βυζαντινών.
Στην πρώτη δεκαετία της διοίκησης του Ντομένικο Σέλβο  όλα πήγαιναν καλά και μόνο η γκρίνια του Βατικανού ενοχλούσε τη γαληνότατη δημοκρατία, η οποία δεν εννοούσε να απορρίψει τους Έλληνες. Το δόγμα «είμαστε πρώτα Βενετοί και μετά χριστιανοί» ήταν η μόνιμη απάντηση του Δόγη. Και ενώ η ειρήνη είχε παγιωθεί, ξαφνικά το 1081 διακόπτεται εξ αιτίας των Νορμανδών. Ο καινούργιος Βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξης Κομνηνός ζήτησε τη βοήθεια του Ντομένικο Σέλβο, διότι δεχόταν επίθεση των Νορμανδών. Ο Νορμανδός Ρόμπερτ Ζισκάρ είχα αρχίσει να ονειρεύεται κάτι υπερβολικά φιλόδοξο. Δηλαδή μια καλοστημένη επιχείρηση κατά του Βυζαντίου.  Έτσι το τέλος της Άνοιξης του 1081, τον βρίσκει με το στόλο του να κατευθύνεται προς την Ζάρα, απ’ όπου η προ οκτακοσίων χρόνων Εγνατία οδός οδηγούσε κατευθείαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σέλβο χωρίς χρονοτριβή και ηγούμενος ο ίδιος του στόλου, έπλευσε προς Δαλματία όπου συνάντησε τους Νορμανδούς να ναυλωχούν στο στενό του Ντουράντσο. Παρά το γεγονός ότι ο Ζισκάρ πολέμησε ηρωικά, ηττήθηκε τελικά από τους έμπειρους ναυμάχους της Βενετίας και το βυζαντινό «υγρό πυρ». Δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι, εάν δεν επενέβαινε ο Ντομένικο Σέλβο, ο Ζισκάρ με το φοβερό στρατό του το επόμενο καλοκαίρι θα βρισκόταν μπροστά στις πύλες της Κωνσταντινούπολης.
Το Βυζάντιο του Αλέξη Κομνηνού έγλειφε ακόμα τις πληγές που του είχε προξενήσει το Ματζικέρτ. Παρά το γεγονός ότι η Βενετία εξελίσσετο σε μεγάλη ναυτική δύναμη, εν τούτοις ο πολιτισμός της βρισκόταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο και αυτή η Ελληνίδα πριγκίπισσα έμελλε να μείνη στην ιστορία ως η γυναίκα που εισήγαγε στην χώρα των Δόγηδων τον πολιτισμό και τις συνήθειες της βυζαντινής αυλής.
Βασίλης Μυσίρης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες