Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ο δωδεκάλογος του γύφτου

Ο προφήτης

Μέσ’ στις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θάρθη κ’ η ώρα,
και θα πέσης, κι από σέν’ απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίση
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμμι.
Θάρθη κ’ η ώρα · εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου· γέρνεις· όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίση.

Και θα σβήση καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές·
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές·
θα σε κλαίν’ τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.

Και την έκοβε του οχτρού σου την ορμή
της χυτής σου της φωτιάς το θάμα·
και στο κάστρο σου σπρωγμέν’ η Ανατολή
λυσσομάναε με τη Δύση αντάμα.
Και κρατούσες των αρμάτων την πλημμύρα,
κι ορθός κι άσειστος της δύναμής σου ο κάβος·
λυγισμένοι ομπρός σου
να κι ο Τούρκος , να κι ο Φράγκος , να κι ο Σλάβος
Στη χυτή σου τη φωτιά,  ω!  τι μοίρα!
καιρούς κ’ αιώνες έκαιες τον οχτρό σου·
Στη χυτή σου τη φωτιά,  ω! τι μοίρα!
μόνη σου θα πέσεις να καής,
τρισαπελπισμένη της ζωής.

Και χορό τριγύρω σου θα στήσουν
με βιολιά και με ζουρνάδες
γύφτοι , οβραίοι, αράπηδες, πασάδες,
και τα γόνατα οι τρανοί σου θα λυγίσουν,
και θα γίνουν των ραγιάδων οι ραγιάδες
και τ’ αγόρια σου τ’ αγνά θα τα μολέψουν
με τ’ αγκάλιασμά τους οι σουλτάνοι,
και τα λείψανά σου θα στα κλέψουν
οι ζητιάνοι.

Χώρα τρισκατάρατη, απ’ τα ύψη
σε ποια βύθη, χώρα αμαρτωλή!
Και κανένας να σου δώση δε θα σκύψη
του θανάτου το στερνό φιλί.

Και το πέσιμό σου θα βροντήξη
κ’ ένα μυρολόι σου θα ουρλιάση
και το μυρολόι σου θα το πνίξη
από πάνω σου αλαλάζοντας μια πλάση.
Μια καινούργια πλάση, μια γεννήτρα
θα φουντώση απ’ τα χαλάσματά σου,
κάθε δύναμης και χάρης σου απαρνήτρα
διαλαλήτρα μοναχά της ασκημιάς σου.
Πλάση αταίριαστη μ’ εσέ και ξένη,
κι ας την έχης με το γάλα σου ποτίσει,
την πατάει τη στέρφα γη σου και διαβαίνει,
κι όπου πάτησε αναβρύζει και μια βρύση.

Κ’ η Ψυχή σου, ω ! Πολιτεία,
κολασμένη από την αμαρτία,
νεκρή αφήνοντας εσένα
θα πλανιέται κυνηγώντας άλλη γέννα.
Σάμπως να είναι πουλημένη σε δαιμόνους,
θα σπαράζη και θα πλέη μεσ’ στα σκοτάδια,
και ίσκιος θα είναι μέσα στ’ άδεια,
μεσ’ στην άβυσσο μια βάρκα·
κι ο ίσκιος ύστερα θα παίρνη σάρκα
κ’ η βάρκα ύστερα θα φτάνη
σε ξεσκέπαστο ανεμόδαρτο λιμάνι.
Και θα ζης ξανά στους τόπους και στους χρόνους
και στις ιστορίες των εθνών
και στους κύκλους των αιώνων
θα μαυρολογάς των ξεπεσμών
ω Ψυχή, και των αδόξαστων αγώνων.
Κι η Ψυχή σου, Πολιτεία καταραμένη,
δε θα βρη ν’ αναπαυτή·
του Κακού τη σκάλα από σκαλί
σε σκαλί θα τήνε κατεβαίνη,
κι όπου πάη, κι όπου σταθή
σε κορμί χειρότερο θα μπαίνη.
Και θαρθή μια μέρα, μαύρη μέρα!
κι η ψυχή σου ω ! Πολιτεία!
θα κατασταλάξη πέρα, πέρα
στην καμαρωμένη Γη,
στου ήλιου τη χαρά, στ’ Απρίλη τον αέρα
και στο φως θα βγη
και ξαφνίζοντας τον Ήλιο
σα θρεμμένο απ’ το δικό σου αίμα,
ένα γέλιο , ένα παράλλαμα, ένα ψέμα,
ένα κλάμα, ένα  Β Α Σ Ι Λ Ε Ι Ο.

Ο δικέφαλός αητός σου να! μακριά
μακριά πέταξε με τ’ άξια και με τ’ άγια
και θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτερά
λαούς άλλους, κορφές άλλες, άλλα πλάγια.
Προς τη Δύση και προς το Βοριά
την κορώνα φέρνει, και κρατά
και τα νύχια του είν’ αρπάγια –
και τη δόξα και τη δύναμη κρατά
και το γέλιο και το ψέμα το Βασίλειο
που γεννήθηκε από σένα μεσ’ στον ήλιο,
κοίτα! Θεέ, θα σέρνεται μπροστά
σα μπαλσαμωμένη κουκουβάγια.
Μ’ όλα σου θα ζη τα χαμηλά,
με καμμιά σου δε θα ζη μεγαλωσύνη,
κι οι προφήτες που θα προσκυνά,
νάνοι κι αρλεκίνοι.
Και σοφοί του και κριτάδες
του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι,
και διαφεντευτάδες
κυβερνήτες του οι ευνούχοι.

Και θα φύγης κι απ’ το σάπιο το κορμί,
 ω, Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θάβρη το κορμί μια σπιθαμή
μεσ’ στη γη για να την κάμη μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνη το ψοφήμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.

Όσο να σε λυπηθή
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώση μιαν αυγή,
και να σε καλέση ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ’ ακούσης τη φωνή του λυτρωτή
θα γδυθής της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή
θα σαλέψης σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο τον γυναίκειο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσης πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα –
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθής να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!

Κωστής Παλαμάς



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες