Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Αθηναΐς 393-460 μΧ.

Στις αρχές του πέμπτου αιώνα, ένας από τους πολλούς σοφούς που υπήρχαν στην Αθήνα ήταν και ο καθηγητής της ρητορικής Λεόντιος. Αυτός είχε δύο γιούς, τον Γενέσιο και τον Ουαλλέριο και μια  θυγατέρα, την πανέμορφη και πανέξυπνη Αθηναΐδα.
Όταν πέθανε ο Λεόντιος, με διαθήκη που συνέταξε στην Ελληνική και την υπέγραψε ο «ύπαρχος», όρισε κληρονόμους τής τεράστιας περιουσίας του τους δύο γιούς του, ενώ στην θυγατέρα του κληροδότησε εκατό τάλαντα. Επειδή όμως ο ύπαρχος Κύρος ήταν εθνικός στο θρήσκευμα, όπως επίσης και ο Λεόντιος, η διαθήκη ακυρώθηκε!
Αυτό εκμεταλλεύτηκαν οι δύο χριστιανοί αδελφοί της και όχι μόνο δεν της έδωσαν δεκάρα αλλά και την πέταξαν έξω από το πατρικό τους σπίτι.
Από τον καιρό του Καρακάλα (211-212μ.Χ.) οι Αθηναίοι είχαν πολιτογραφηθεί Ρωμαίοι πολίτες και ως εκ τούτου είχαν το προνόμιο να επικαλούνται την παρουσία του Καίσαρα, δηλαδή αν αισθάνονταν αδικημένοι να ζητούν να δικασθούν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα.
Το 419 μΧ. ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά για τούς Έλληνες. Ο Θεοδόσιος, ο γιός του Αρκάδιου, κληρονόμος της βασιλείας και χριστιανός μέχρι δεισιδαιμονίας, εκδίδει νόμο να κατεδαφιστούν απανταχού της επικρατείας του όλα τα ιερά και τα είδωλα των εθνών « ό έστι των απίστων» και οι ναοί αυτών να μην υπάρχουν πλέον.

«Επιθυμούμε να κλείσουν αμέσως όλοι οι ναοί σε όλους τους τόπους και σε όλες τις πόλεις και να απαγορευτεί η είσοδος σε αυτούς έτσι ώστε να μην μπορούν οι κολασμένοι να διαπράττουν αμαρτήματα. Ακόμη απαγορεύουμε τις θυσίες. Οι παραβάτες τιμωρούνται με αποκεφαλισμό».

Με πρόσχημα αυτόν τον νόμο ο ανθύπατος του αυτοκράτορα Αντιόχου φίλος του πρωθυπουργού, άνθρωπος της Φλαβίας όπως γράφει  ο Ζώσιμος, αφήρεσε από την ποικίλη στοά των Αθηνών τις διάφορες πολύτιμες εικόνες που απεικόνιζαν τα κατορθώματα των Ελλήνων, όπως εκείνη που αναπαριστούσε την μάχη του Μαραθώνα του ζωγράφου Πολυγνώτου.

Καταργήθηκαν τα Ελευσίνια μυστήρια:
«Τους δε ναούς των Ελλήνων πάντας κατέστρεψεν έως εδάφους ο αυτός Θεοδόσιος βασιλεύς. Κατέλυσε δε και το ιερόν της Ηλιουπόλεως το μέγα και περιβόητον το λεγόμενον Τρίλιθον και εποίησεν αυτό εκκλησία των χριστιανών». Μαλάλας ιγ’

Ταυτόχρονα αφαιρέθηκε το κλεινό και πολύτιμο άγαλμα της Αθηνάς έργο του Φειδίου.
Μέσα σ’αυτή την συμφορά, σ’ αυτό το κλίμα του τρόμου, η Αθηναΐς ξεκίνησε το πολυδάπανο και επικίνδυνο ταξίδι της για την Νέα Ρώμη στα 414 μ Χ. Όταν επιτέλους έφτασε παρουσιάστηκε στον «σεκρέτο των δημοσίων υποθέσεων», του οποίου προΐστατο η αδελφή και επίτροπος του αυτοκράτορα,  Πουλχερία. Η Πουλχερία, κάτοχος ευρείας Ελληνικής μορφώσεως, μετά το 408 που πέθανε ο πατέρας της Αρκάδιος και παραιτήθηκε ο μάγιστρος Ανθέμιος, αυτή ουσιαστικά κυβερνούσε την αυτοκρατορία. Σε αυτήν λοιπόν την Βυζαντινή αρχόντισσα η Αθηναΐς εξέθεσε τα παράπονά της.
Έκπληκτη η αυτοκρατορική σεκρετέρα διαπίστωσε ότι είχε μπροστά της την ωραιότερη κόρη της αυτοκρατορίας αλλά συγχρόνως και μια εξαιρετικά έξυπνη γυναίκα με έντονο το «αττικό νεύρο». Το πόσο έξυπνη ήταν μας το παρουσιάζει γλαφυρά ο Ζωναράς:

«οία δε περί λόγους ήν αύτη δηλούσι τα λεγόμενα Ομηρόκεντρα. Πατρικίου γαρ τινός επιχειρήσαντος τω σπουδάσματι, ατελές δε καταλιπόντος αυτό και οίον ειπείν ανοργάνωτον, εκείνη και εις τέλος ήγαγε και οργάνωσεν, ως και η παρ’ εκείνης δια στίχων ηρωικών τω πονήματι γενομένη επιγραφή τοις ταύτην επιούσι παρίστησι».

Χωρίς περιστροφές τη ρώτησε αν είναι παρθένος και αν δέχεται να βαπτισθή χριστιανή. Και όταν έλαβε καταφατική απάντηση της πρότεινε να γίνει σύζυγος του αυτοκράτορα.
Η Αθηναΐς απεδέχθη την πρόταση και αφού βαπτίσθηκε και πήρε το όνομα Ευδοκία Αιλία Λικινία επέστρεψε στην Αθήνα για να επανέλθη το 421 μΧ στην Βασιλεύουσα όχι πια ως ικέτης αλλά ως βασιλική νύμφη.
Αναντίρρητα η Αθηναΐς βρέθηκε μεταξύ σφύρας και  άκμονος όταν διαπίστωσε ότι μαζί με το όνομά της έπρεπε να αποβάλη και την θρησκεία των προγόνων της. Η ανατροφή της και όλες οι αναμνήσεις, την οδηγούσαν στον Παρθενώνα, ο οποίος ενέπνεε ακόμα τεράστιο σεβασμό. Όμως το βάπτισμα, το βασιλικό καθήκον, και προ πάντων η μεγάλη ευγνωμοσύνη που ένοιωθε  απέναντι στο παλάτι, συνέδεσαν στενά την Ευδοκία με τη νέα θρησκεία. Και η μεν θρησκεία της Αθηναΐδας, προσφέρει την γλώσσα και τον ρυθμό, η  δε της Ευδοκίας την δραματική υπόθεση. Δυστυχώς το έργο της Ευδοκίας χάθηκε. Ο Φώτιος θαυμάζει το ρέον του στίχου και το ποιητικό ύφος της βασίλισσας. (Φωτίου βιβλιοθήκη κώδιξ 183,184).
Λέγεται ότι επτά σοφοί ακολούθησαν σ’ αυτό το θριαμβευτικό ταξίδι την Ευδοκία. Και τα ονόματά τους ήταν: Κράνος, Κάρος, Πέλοψ, Νερούας, Σιλβανός, Απελλής και Κύρβος. Και κάθε ένας από αυτούς έδωσε αποφθέγματα σοφά, εκ των οποίων παραθέτουμε αυτό που δείχνει, τα προς την αρχαία λατρεία αισθήματα:

«Ούτοι συνήσαν εις το ιππικόν τω βασιλει θέας ,<χάριν> Ολυμπίων. Ο δε βασιλεύς Θεοδόσιος ορών  τους φιλοσόφους θαυμάζοντας φησίν  προς αυτούς’ “ώ φιλόσοφοι, ει θαυμάζετε κατεφιλοσοφήθητε”  Ως παραυτίκα αποκριθήναι ένα εξ αυτών, Απελλήν ονόματι, και ειπείν “μη θαυμάση εμέ τους ίππους τω επιβάτη ειδώς ακριβώς ότι ίπποι ανθρώπων γεννήσονται, αλλασσομένων των Ολυμπίων, και το θαυμάζον αμβλυωπιάσει”».

Μετά τον γάμο η Ευδοκία κάλεσε κοντά της τ’ αδέλφια της όχι για να τα τιμωρήση αλλά για να τα ευεργετήση και τον μεν Γενέσιο τον τοποθέτησε διοικητή της Ιλλυρίας, τον δε Ουαλλέριο, σε μια νευραλγική θέση στο παλάτι.
Στη συνέχεια πείθει τον αυτοκρατορικό σύζυγό της να ανασκευάση και να κωδικοποιήσει τους νόμους όπως επίσης και να επιτρέψη την ίδρυση Πανεπιστημίου.
Ανάμεσα στους καινούργιους νόμους υπήρχε και ένας που αναγνώριζε τις διαθήκες που ήταν γραμμένες στην Ελληνική καθώς και την εγκυρότητα της υπογραφής όσων διοικητών ήσαν “εθνικοί”.
Η οργάνωση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως και η έκδοση του Θεοδοσιανού κώδικα είναι τα δύο πλέον σημαντικά γεγονότα για την μετέπειτα ζωή της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Έως τον πέμπτο αιώνα το μορφωτικό κέντρο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν η Αθήνα. Έλληνες διδάσκαλοι από όλα τα μέρη του κόσμου, γνωστοί ως σοφιστές, πήγαιναν εκεί για να επιδείξουν τις γνώσεις τους ή να βρούν μια καλύτερη τύχη.
Οι Θεοί των Ελλήνων, τη στιγμή που τα βαριά σύννεφα του μαυρόχλαινου σκοταδισμού άρχισαν να καλύπτουν την πόλη της Παλλάδος, έστειλαν στη νέα Ρώμη αυτή την υπέροχη Ατθίδα σ’ έναν κόσμο λατίνο και λατινόφρονα για να συμβάλη στην αναγέννηση και τον εξελληνισμό της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Το 425 μΧ εκδίδεται διάταγμα βάσει του οποίου στο Πανεπιστήμιο θα εδίδασκαν τριάντα ένας καθηγητές, ήτοι: τρείς ρήτορες και δέκα άλλοι διδάσκαλοι θα δίδασκαν λατινικά, πέντε σοφιστές και δέκα διδάσκαλοι Ελληνικά, ένας διδάσκαλος ρητορικής, δύο δικαίου και ένας γραμματικής. Αυτοί οι καθηγητές απαγορευόταν να παραδίδουν ιδιαίτερα μαθήματα στις οικίες των μαθητών τους ή αλλού, η δε αμοιβή τους ήταν εξαιρετικά υψηλή και κατεβάλετο από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο.
Αν και τα Λατινικά παραμένουν η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, η εισαγωγή των Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο και μάλιστα με δύο διδασκάλους σοφιστικής περισσότερους από αυτούς των λατινικών, μαρτυρεί την έντονη επέμβαση της Αθηναΐδος και την ικανότητά της να προβλέψη την Ελληνική εξέλιξη της αυτοκρατορίας.  Επί είκοσι περίπου χρόνια που ουσιαστικά διοικεί το απέραντο κράτος, εφαρμόζονται πλήρως οι νόμοι. Οι πολίτες χωρίς να θιγούν στο ελάχιστο τα προνόμια των χριστιανών, μπορούν να πιστεύουν στο θεό της επιλογής τους, ενώ οι διωγμοί εναντίον των Ελλήνων σταματούν.
Ακόμη, επειδή οι Έλληνες είχαν περιπέσει σε ανέχεια και πενία εξ αιτίας της φοβερής επιδρομής του Αλαρίχου, μείωσε τους φόρους της Ελλάδος κατά τα δύο τρίτα.
Το θέατρο θεωρείτο ως κύριος εκφραστής της Αρχαίας λατρείας και γι’ αυτό είχε τεθεί σε διωγμό και όσοι ασχολούνταν με αυτό είχαν χαρακτηρισθεί ως αιρετικοί. Τότε (423) η Αθηναΐς μετασχηματίζει τα “θεωρεία” σε λιτανείες (Σωκράτους εκκλ. ιστορία βίβλ. ζ κεφ. 22).
Αυτές οι πρωτοβουλίες προκάλεσαν την οργή των φανατικών και της εκκλησίας που έβλεπαν ότι επιχειρούσε την αναβίωση στην αυτοκρατορία του ελληνικού πνεύματος. Έτσι με όργανο τον πανίσχυρο αυλικό ευνούχο Χρυσάφιο, την κατηγόρησαν ότι τάχα συνδεόταν ερωτικά με κάποιον αξιωματικό της αυλής τον Παυλίνο. Γι’ αυτό αυτοεξορίζεται στα Ιεροσόλυμα το 443 όπου και πέθανε το 460. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο που αυτή η  ΜΕΓΑΛΗ  Ελληνίδα χαρακτηρίστηκε από τους εκκλησιαστικούς χρονογράφους πόρνη.
Αυτή την εργασία μας τη στηρίξαμε:
1)Α.Α. Βασίλιεφ, ιστορία της βυζαν. αυτοκ. τομ. Α’ σελ.127
2)Γους. Φρειδ. Χέρτσβεργ, τομ. Γ’ σελ. 529-531
3)Κων. Σάθας, Μεσαιωνική ιστορ. τομ. Ζ σελ. 69
4) Ζωναράς – Εκδόσεις Κανάκη σελ. 172.

Βασίλης Μισύρης , οι Ελληνίδες του μεσαίωνα







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες