Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Ἡ κερασιὰ

Ὁ κρουνὸς τῆς ὁμιλίας τῶν ἐρωτικῶν ἀνθρώπων
Μᾶς φέρνει περιδέραια σταγόνων
Ἡ κάθε μιὰ δίνει τὴν εὐτυχία
Ἔτσι στὴν τύχη –
Πὲς μιὰ συνάντησις δύο προσώπων
Σ’ ἕνα δασύλλιον ἐρημικόν ἤ δρόμον
Πλημμυρισμένον ἀπὸ κίνησιν καὶ κόσμον
Ποὺ τρέχει νὰ πάῃ στὶς δουλειές του
Ἤ σπεύδει κάπου ἀλλοῦ
Ὅπου συμπράττουν τὰ πιὸ δύσκολα στοιχεῖα
Μὲ τοὺς μοχθοῦντας μέρα- νύχτα γιὰ νὰ βροῦνε
Τ’ ἀναρριπίσματα τῶν ὑποσχέσεων
Μιᾶς πόλεως ποὺ  θὰ δεχθῇ μιὰ μέρα
Ὡς θεῖον δῶρον τὸ καλότυχο τεφτέρι
Ποὺ περιέχει τὰ μυστικὰ τῆς εὐτυχίας
Ἀνθρώπων μὲ παράπονα τόσον δικαιολογημένα
Ποὺ ἀκόμη καὶ  ἡ σιωπή των σπάζει πέτρες
Καὶ  ἀνοίγει βράχους ὅπως ἐγὼ ἕνα κουτὶ
Γιομάτο μικρὰ ἀντικείμενα πολύτιμα γιὰ μένα
Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα
Μιὰ  ἐπιστολὴ ἀγαπητοῦ μου φίλου
Μιὰ μικρὴ  γοργόνα ζαφειρένια
Ἕνα μπιρσίμι
Ἕνα τετραγωνίδιο ταινίας τοῦ σινεμά
Δύο φωτογραφίες ἄσεμνες ἀλλὰ πολὺ χαριτωμένες
Μιὰ κόπιτσα φορέματος μιᾶς γυναικός ξανθῆς

Ἕνα κουμπί ἀπὸ φόρεμα μιᾶς κόρης πολὺ  νέας
Μὲ σφύζοντας μαστοὺς καὶ  ἐξαισίαν ἤβην
Ποὺ τὴν συνήντησα πρώτη φορὰ κοντὰ σὲ  ἕνα φράχτη
Μιὰ  μέρα πολὺ ζεστὴ τοῦ  θέρους
Σὲ περιβόλι μὲ κερασιὲς πολλὲς
Ἀνάγυρτη στὸν  ἴσκιο τέτοιου δένδρου
Νὰ  ὀνειρεύεται μὲ ἀνοικτὰ τὰ σκέλη καὶ  τὰ  χείλη
Τὰ δάκτυλα τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ της
Κάτω ἀπ΄ τὴ φούστα της κουνώντας
Στὴν ἠβικήν της χώρα ἐπιμόνως
Κατὰ  ὡρισμένον τρόπο ἄκρως γοητευτικὸν
Ἐνθυμίζουσα πτῆσιν ἡλιόλουστον ἀνοικτοχρώμου χρυσαλλίδος
Ἤ δάκτυλα κρουστά.

Αἴφνης τινάχθηκε πολλὲς φορὲς  ἡ κόρη
Καὶ  ἐκβάλλουσα  ὀξεῖες φωνὲς λαγνείας
Ἔμεινε ἀσάλευτη καὶ  πνευστιῶσα
Μὲ  ἔκφρασιν ἀγαλλιάσεως στὸ πρόσωπό  της
Εἶχε ὅμως ὡς φαίνεται  κι ἄλλον χυμὸν νὰ  δώσῃ
Σηκώθηκε λοιπὸν σχεδὸν ἀμέσως
Καὶ  μὲ τὸ φόρεμά της σηκωμένο ὡς τὴν μέση
Ἀγκάλιασε μὲ τὰ σκέλη της τὴν κερασιὰ
Κ’ ἔτσι καθὼς ὁ ἥλιος πύρωνε καὶ τὶς σκιὲς ἀκόμη
Τὸ αἰδοῖον της μὲ δύναμι  ἔτριβε καὶ τὸ κτυποῦσε
Ἐπάνω στὸν κορμὸ τοῦ ὀπωροφόρου
Καὶ ἐνῶ μὲ κάθε ὤθησιν τῆς ἠβικῆς της χώρας
Συσπώμενοι ἐσείοντο σὰν ἄσπρες σφαῖρες οἱ  γλουτοί της
Τὰ χείλη της κολλώντας στὸν φλοιὸ τοῦ δέντρου
Μὲ λαιμαργίαν πιπίλιζε σὰν βρέφος ποὺ θηλάζει
Τὴν κουρκουμέλα ποὺ ἐξεθλίβετο πυκνὴ καὶ  μυρωδάτη
Ἀπ’ τὸν φλοιὸ τῆς κερασιᾶς στὸ στόμα της ἕως ὅτου
Τινασσομένη μὲ παραφορὰν ἡ κόρη
Σὲ νέον ἔφτασε ὀργασμόν.

Τότε μονάχα κόπηκαν τὰ γόνατά της
Καὶ  ἡ παῖς ἀνάσκελα ξαπλώθηκε στὸ χῶμα
Στὴ  ρίζα ἐμπρὸς τῆς κερασιᾶς κοντὰ  στὸν φράχτη
Μὲ τὸν ὀπὸν τοῦ δένδρου καὶ τὴν γεῦσιν του στὸ στόμα
Μὲ δυὸ κεράσια στὰ μαλλιὰ
Μὲ ὅλον τὸν ὄλβον τ’ οὐρανοῦ μέσ’ στὴν ψυχή της
Καὶ  ἔτσι καθὼς σωριάσθηκε στὴ ρίζα αὐτοῦ τοῦ δένδρου
Μὲ ἀνεστραμμένους ὀφθαλμοὺς καὶ πίσω ριγμένο τὸ κεφάλι
Μὲ μιά της κίνησι
Χωρὶς νὰ ξέρῃ πὼς τὴν βλέπουν
Καὶ  ἐνῶ οἱ καρδιές μας σὰν τύμπανα στὰ στέρνα μας κτυποῦσαν
Ἡ κόρη ἔτσι καθὼς ἐνόμιζε πὼς εἶναι μόνη
Λυγίζοντας τὰ γόνατά της
Ἄνοιξε διάπλατα τὰ σκέλη της
Καὶ ἔδειξε στὰ  ἐκθαμβά μας μάτια
Σὲ ὅλην τὴν συνταρακτικὴ  ὀμορφιά του
Κάθυγρο καὶ φουσκωτὸ  κάτω ἀπ’ τὸ φόρεμά της
Τὸ ἐρωτικὸ κογχύλι της
Σὰν κόκκινο τριαντάφυλλο ἀπὸ βροχὴ βρεγμένο
Σὰν κόκκινο τριαντάφυλλο τελείως ἀνοιγμένο.

Ἀνδρέας Ἐμπειρῖκος