Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

αυτοκράτειρα Αριάδνη

Αριάδνη – Αναστάσιος 491-518 μΧ (υγρόν πυρ)
Στις 9 Απριλίου του 491, ο θάνατος κτύπησε την αυτοκρατορική πόρτα της βασιλεύουσας. Ο Ζήνων ο Ίσαυρος πεθαίνει και η χήρα του, Αριάδνη, θυγατέρα της φιλοσόφου Βερίνας και του Λέοντος του Α’, δύο ημέρες μετά την κηδεία παντρεύεται τον Αναστάσιο, τον οποίο και αναγορεύει αυτοκράτορα. Ο εξ Αλβανίας Αναστάσιος ήταν ένας απλός αυλικός που παρά την μεγάλη ηλικία του, έφερε τον σχετικά μικρό βαθμό του σιλεντάριου δηλαδή του υπεύθυνου της εθιμοτυπίας. Ο Μαλάλας γράφει γι’ αυτόν: «μακρός πάνυ… εν τω δεξιώ οφθαλμώ έχων την κόρην γλαυκήν και εν τω αριστερώ μέλαιναν», γι’ αυτό απεκλήθη «δίκορος». Καταγόμενος δε εκ Δυρραχείου έφερε το προσωνύμιο Αναστάσιος ο Δίκορος ο από σιλενταρίων ο Δυρραχηνός.
Τόσο η Αριάδνη για τις φιλοσοφικές της τάσεις, όσο και ο Αναστάσιος για τις μονοφυσιτικές του αποκλίσεις είχαν από καιρού γίνει ύποπτοι για την εκκλησία. Γι’ αυτό και ο πατριάρχης Ευφήμιος ζήτησε από τον Αναστάσιο ομολογία πίστεως προκειμένου να τον στέψη αυτοκράτορα. Κατά την αναγόρευση του Αναστάσιου (480) οι Δήμοι επευφημούντες διακόπτουν την ανάγνωση του βασιλικού διαγγέλματος «Επειδή τοίνυν εμέ… η γαληνοτάτη Αριάδνη Αυγούστα». Και ο λαός ξεσπάει. «Ως έζησας, ούτω βασίλευσον, ευσεβώς έζησας, ευσεβώς βασίλευσον».
Η κατάσταση για τους Έλληνες, χωρίς να φτάνει τις αγριότητες του Θεοδοσίου του Α’, εν τούτοις ήταν άκρως ανησυχητική. Το 467 ο Λέων ο Α’ όχι μόνον είχε ανανεώσει τους επαίσχυντους νόμους του Θεοδοσίου του Α’, αλλά είχε προσθέσει μια ακόμη διάταξη βάσει της οποίας όποιος εθνικός γινόταν χριστιανός και μετά επανερχόταν στην αρχαία λατρεία τιμωρούνταν με ΘΑΝΑΤΟ. «Του δε λοιπού δια του παρόντος νόμου προσαγορεύομεν άπασιν ως οι μεν γενόμενοι Χριστιανοί και του αγίου και σωτηρώδους αξιούμενοι καθ’ οιουδήποτε χρόνου βαπτίσματος ει φανείν έτι τη των Ελλήνων εμμένοντες πλάνη – τιμωρίαις  εσχάταις υποβληθήσονται». [Αντιπαγανιστική νομοθεσία, σελ. 157, Αφροδίτη Καμάρα εκδ. Κατάρτι]
Αλλά και ο αποθανών Ζήνων στα λίγα χρόνια της ήσυχης βασιλείας του δεν παύει να επινοεί διαφόρους νόμους προκειμένου να εξαφανίσει την αρχαία λατρεία. Αυτό το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα πολλές οικογένειες, ιδίως στην Πελοπόννησο να δεχθούν το βάφτισμα μαζί με τους δούλους τους. Αλλά η εσωτερική δύναμη της αδράνειας του Ελληνισμού συνδυασμένη με μια καλώς εννοούμενη πανουργία διατήρησε άσβεστη την Ελληνική φλόγα. Σ’ αυτό συνέβαλε και η εξαγορά της σιωπηλής ανοχής εκ μέρους μερικών διοικητών της Κορίνθου.
Έτσι η νεαρά δύναμη του χριστιανισμού είχε χαλαρώσει. Στην Αθήνα και την υπόλοιπη πεδινή χώρα, στις κοιλάδες και τα φαράγγια του Ταΰγετου ετελούντο μυστικές θυσίες και ιερουργίες και εορτές των λειψάνων των αρχαίων εθνικών αγώνων και συνόδων. Παρ’ όλα αυτά, η αρχαία λατρεία σταδιακά υποχωρούσε έναντι της κρατικής πια θρησκείας του χριστιανισμού. Αυτό δεν σήμαινε ότι έφευγε μια ανήθικη εποχή κι ερχόταν μια άλλη άμωμος και αμόλυντη. Δυστυχώς  ουδέποτε η διαφορά μεταξύ του ιδεώδους και του πραγματικού ήταν τόσο μεγάλη, όσο τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ζήνωνος. Ο Σουίδας και ο Μαλάλας διηγούνται ότι, περί το 485, ένας από τους αδελφούς του αυτοκράτορα, ο Λογγίνος, άνθρωπος ακόλαστος και φαύλος, βρισκόταν σε περιοδεία στην Πελοπόννησο για υπηρεσιακούς λόγους. Περνώντας από μια περιοχή της Μεγαρίδος τις Παγές ή Πηγές, σταμάτησε σε ένα Ελληνικό γυναικείο μοναστήρι, όπου εδέχθη την φιλοξενία των γηραιών καλογραιών. Ενώ λοιπόν έτρωγε και έπινε γενναίως, κάποιος από τους συνοδούς του τον πληροφόρησε ότι σε αυτό το μοναστήρι βρισκόταν ένα πλήθος από πανέμορφες και νεαρές παρθένες μοναχές. Μόλις το έμαθε, με διάφορα δώρα και όμορφα λόγια, εισέδυσε στα άδυτα της μονής και άλλες με το καλό, άλλες με τη βία τις υποχρέωσε να ικανοποιήσουν τις κτηνώδεις ορέξεις του. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, σε αυτό το πολιτικό και θρησκευτικό τοπίο, αρχίζει η βασιλεία του Αναστάσιου και της Αριάδνης για να επαληθευθεί το υπό του λαού λεγόμενο ότι πίσω από ένα μεγάλο άνδρα κρύβεται μια μεγάλη γυναίκα.
 Πολύ σύντομα η εκκλησία αντελήφθη ότι η ανοχή του αυτοκρατορικού ζεύγους έβλαπτε την εξάπλωση της νέας θρησκείας την οποία αποδέχονταν όλες οι επαρχίες της αυτοκρατορίας πλην των Ισαύρων. Προς εξευμενισμό αυτού του υπερήφανου λαού, οι Βυζαντινοί είχαν δημιουργήσει ένα ειδικό ταμείο με σκοπό τα χρήματα που συγκεντρώνονταν (Ισαυρικά) να χρησιμοποιηθούν για την εξαγορά ειρήνης από τους Ισαύρους και για την άγρα ψυχών. Και επειδή προφανώς ο σκοπός ήταν ιερός, η διαχείριση αυτού του ταμείου ανατέθηκε στην εκκλησία. Ο τότε πατριάρχης Ευφήμιος, χρησιμοποιώντας αυτά ακριβώς τα χρήματα, προκάλεσε μια μεγάλη ανταρσία των Ισαύρων, θέλοντας να ανατρέψει τον Αναστάσιο και την Αριάδνη.  Η Αριάδνη όμως που είχε προβλέψει αυτή την ενέργεια, συγκέντρωσε τεράστιες δυνάμεις και υπό την αρχηγία του εθνικού Μαρίνου, υπέταξε ολόκληρη την Ισαυρία. Λέγεται ότι, όταν συναντήθηκαν Αναστάσιος και Ευφήμιος, ο πρώτος είπε: « Αι ευχαί σου, ω, μέγα, τους φίλους σου απησβόλωσαν». Αναμφίβολα η βασιλεία του Αναστασίου και της Αριάδνης αποτελεί την πλέον σημαντική σελίδα της βυζαντινής ιστορίας. Αυτή την εποχή τέμνονται τα κρατούντα και νέος αναγεννητικός άνεμος διατρέχει την αυτοκρατορία.
Η Αριάδνη είναι ο τύπος της ωραίας και αδάμαστης αμαζόνας, την οποία ψάλλουν όλοι σχεδόν οι ποιητές της Αναγέννησης και κυρίως ο Λουδοβίκος ο Αρμόστος, ενώ οι βυζαντινοί συγγραφείς την χαρακτηρίζουν με το όνομα της συζύγου του ιδρυτού του Βυζαντίου, Φιδάλεια Αριάδνη. Το πρώτο για το οποίο μερίμνησε ήταν η εφαρμογή του νόμου περί ανεξιθρησκίας προκειμένου να επιφέρει ειρήνη στο λαό «ταις δε των αιρετικών εκκλησίας ασυλίαν εδωρήσατο». Στην συνέχεια μετέφρασε στα Ελληνικά τον Αστικό Κώδικα. Αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι κατάργησε το λεγόμενο χρυσάργυρο ή  αργυρώνητο1  φόρο, ο οποίος αποτελούσε το μεγαλύτερο έσοδο του Φίσκου (κρατικού ταμείου). Ο φόρος αυτός ήταν κεφαλικός, πληρωνόταν σε χρυσάφι απ’ όλους τους πολίτες και κυρίως από τις πόρνες. « Και ταις απεμπολούσες την ώραν του σώματος και χύδων πορνείας επί χαμαιτυπείοις εκδιδομένας και τοις ηταιρηκώσι». Το εισόδημα από τους οίκους ανοχής ήταν τεράστιο. Η Κωνσταντινούπολις ήταν γεμάτη από τέτοια «ευαγή ιδρύματα», λόγω της γεωγραφικής της θέσης. Ειδικός εκπρόσωπος της εκκλησίας κατέγραφε σε κάθε πορνείο τις εισπράξεις της κάθε πόρνης, από τις οποίες κατακρατούσε το μεγαλύτερο ποσοστό, προκειμένου η εκκλησία να προσευχηθεί υπέρ της σωτηρίας της ψυχής της.
Παρά τις τεράστιες οικονομικές δαπάνες λόγω των συνεχών πολέμων εν τούτοις το κρατικό ταμείο όχι μόνον άντεξε στην περικοπή του χρυσάργυρου αλλά με την συνετή πολιτική της Αριάδνης είχε και περίσσευμα2. Ένα άλλο μέτρο στο οποίο προσέφυγε αυτή η ευαίσθητη ελληνική ψυχή, ήταν η κατάργηση των θηριομαχιών και ανθρωπομονομαχιών. Όλες αυτές οι καινοτομίες προκάλεσαν ενθουσιασμό στον απλό λαό και τους Έλληνες. «Όλη η πόλη χάρηκε και όλοι μικροί και μεγάλοι φόρεσαν λευκά φορέματα, πήραν αναμμένα κεριά και λιβανιστήρια γεμάτα λιβάνι, ευχαριστώντας τον θεό και τον αυτοκράτορα… Όλοι γιόρταζαν και διασκέδαζαν κάνοντας μπάνιο ή πανηγυρίζοντας στην αυλή της μεγάλης εκκλησίας και στα προάστια της πόλεως»3. Και ενώ ο λαός  πανηγύριζε το κόμμα των λεγόμενων ορθοδόξων βυσσοδομούσε, προκαλώντας αναταραχή στον ιππόδρομο. Η σύγκρουση Πράσινων και Βενέτων λίγο έλειψε να στοιχίσει το θρόνο του Αναστασίου. Διάφοροι φανατικοί και κάπηλοι της θρησκείας της συγγνώμης διέτρεχαν την αυτοκρατορία, δημοκοπώντας και διαδίδοντας ότι ο Αναστάσιος και η Αριάδνη είναι αιρετικοί εχθροί της ορθοδοξίας και του λαού, αφού με τους νόμους τους, στέρησαν από το λαό τα θεάματα και καταδίκασαν τις πόρνες στο αιώνιο… πυρ.
Αυτή την αναταραχή την εκμεταλλεύτηκε ο στρατηγός της Μοισίας Βιτταλιανός, ο οποίος το 514 μΧ συγκέντρωσε 50.000 Ούννους, Βούλγαρους και Σλάβους και με τον Βυζαντινό στόλο πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη, απαιτώντας την άμεση παραίτηση του Αναστασίου και τον εγκλεισμό της Αριάδνης σε μοναστήρι. Η Αριάδνη όμως είχε προλάβει να ειδοποιήσει για τον κίνδυνο τους φίλους της Αθηναίους. Με πρωτοφανή ταχύτητα ο Αθηναϊκός στόλος4 υπό το φιλόσοφο Αθηνάρχη Πρόκλο τον Β’ κατέπλευσε στον Κεράτιο και αφού διέσπασε την πολιορκία βρέθηκε προ των πυλών της νέας Ρώμης. Αμέσως ο Πρόκλος παρέδωσε στην Αριάδνη το υπ’ αυτού εφευρεθέν «Ελληνικό πυρ» ή «άπυρον θείον» και το οποίον αργότερα τελειοποίησε ο εξ Ηλιουπόλεως αστρονόμος Καλλίνικος. Ο Ζωναράς5 αντί του «θείου απύρου» γράφει ότι ο Πρόκλος πυρπόλησε τον εχθρικό στόλο δια πυρφόρων κατόπτρων, μιμούμενος τον πάλαι ποτέ Αρχιμήδη.
Και ενώ ο αντάρτης ανέμενε με την βοήθεια των ορθοδόξων την παράδοση του αυτοκρατορικού ζεύγους, ξαφνικά και απρόοπτα προσβάλλεται από μυστηριώδες όπλο που πυρπολεί ολοσχερώς τα πλοία του και τον τρέπει σε άτακτη και επαίσχυντη φυγή. Διαλύθηκε ο βυζαντινός στόλος, ενώ 15.000 νεκροί κείτονταν στους δρόμους της Βασιλεύουσας. Ο Πρόκλος γύρισε στην Αθήνα με τον στόλο χωρίς να ζητήσει τίποτα για τον εαυτό του, παρά μόνο την ανακούφιση του δεινοπαθούντος από τους πειρατές ελληνικού πληθυσμού. Παραθέτουμε απλώς το πρόσχημα που οδήγησε τον Βιτταλιανό στην ανταρσία εναντίον του Αναστασίου και της Αριάδνης, διότι προφανώς τα αίτια είναι βαθύτερα. Αυτός ο θράκας επιδρομέας συγχέεται επίτηδες με τον βασιλεύοντα στη Ρώμη Θεοδώριχο, με τον οποίο είχε έρθει σε συνεννόηση και από τον οποίο έλαβε βοήθεια. Παίρνοντας μαζί του Γότθους, Ούννους, Βουλγάρους, έφθασε στο Σωσθένιο και εκεί έστησε τις σκηνές του, αποκλείοντας την πρωτεύουσα. Για να παρασύρει στην επανάσταση τους ορθοδόξους, από τους οποίους το μεγαλύτερο ποσοστό τον συμπαθούσε, διεκήρυξε ότι έλαβε τα όπλα προκειμένου να σώσει την κινδυνεύουσα θρησκεία και να επιτύχει την επάνοδο των υπό της Αριάδνης εξορισθέντων επισκόπων. Το ότι τη μεγάλη εκείνη βαρβαρική ανταρσία την υποκίνησε η Ρώμη φανερώνεται και από το γεγονός ότι, μόλις επαναστάτησε ο Βιτταλιανός, αμέσως κατέφθασαν δια ξηράς στην Ηράκλεια διακόσιοι παπικοί επίσκοποι με επικεφαλής τον επίσκοπο του Τιτσίνο, Ενόδιο και τον παπικό αρχιδιάκονο Βιτταλιανό (απλή συνωνυμία) και απαίτησαν από τον αυτοκράτορα να συγκροτήσει σύνοδο. Η Αριάδνη, μόλις αντίκρυσε αυτό το πλήθος των Λατίνων επισκόπων, προς στιγμήν τα έχασε, όμως στη συνέχεια τους εξεδίωξε λέγοντας ότι ουδέποτε «ο σεβαστοκράτωρ διενοήθη την συγκρότηση νέας συνόδου». Οι Λατίνοι επίσκοποι αφού παρέμειναν για λίγες ημέρες στο στρατόπεδο του αντάρτη, στην συνέχεια διασκορπίσθηκαν στην Μακεδονία και την Ιλλυρία, ξεσηκώνοντας κλήρο και λαό, ρίχνοντας έτσι τα πρώτα σπέρματα της μεγάλης εκκλησιαστικής διένεξης γύρω από την εξάρτηση αυτών των δύο μεγάλων επαρχιών. Φαίνεται ότι η σύμπνοια της θυγατέρας της φιλοσόφου Βερίνας, Αριάδνης, και του δίκορου Αναστάσιου προήρχετο από πολύχρονη ανθρώπινη σχέση «προσφιλωθήναι έτι ζώντος του Ζήνωνος την Αριάδνην τω Αναστασίω» (MIgne Patr.  Craeca Παραστάσεις σελ. 677).
Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουμε τις εντολές της Αριάδνης από αυτές του Αναστασίου. Οι προς την εκκλησία διενέξεις αυτού του αυτοκρατορικού ζευγαριού είναι σπουδαιότατες διότι χαράσσουν καινούργιους δρόμους στη βυζαντινή χρονογραφία και είναι πραγματικά «περίεργο» το γεγονός ότι καταστράφηκαν τα έργα όλων των χρονογράφων, που ασχολήθηκαν με τον Αναστάσιο και την Αριάδνη. Την απώλεια αυτών των χρονογράφων την θρηνεί ολόκληρη η Ελλάδα, γιατί αυτοί ήσαν οι μόνοι αληθινοί μάρτυρες του τότε τελεσθέντος δράματος της καταστροφής του παλαιού πολιτισμού, της μυστηριώδους εισβολής αγνώστων ανωνύμων έως τότε βαρβάρων και της στηριχθείσας πάνω στα ερείπια του Ελληνισμού Βυζαντινής παράδοσης. (Πιθανολογείται ότι διασώθηκε το έργο του Ευσταθίου του Επιφανίου το οποίο όμως δεν εκδόθηκε ακόμα. Guillaume de Bellay, Ιστορικές ογδοάδες, Παρίσι 1850). Εν τούτοις, εκ των διασωθέντων δύο Ασιατών χρονογράφων, του Ευάγριου και του Ιωσουέ, βλέπουμε ότι το αυτοκρατορικό ζευγάρι δεν αναμίχθηκε στις εκκλησιαστικές έριδες, οι οποίες ως πρόφαση είχαν το θρήσκευμα αλλά στην ουσία αποσκοπούσαν στην παντοκρατορία του κλήρου.
«Ούτος ο Αναστάσιος, ειρηναίος τις ων, ουδέν καινουργείσθαι παντελώς ηβούλετο, διαφερόντως περί την εκκλησιαστικήν κατάστασιν… πάσης έριδος και φιλονεικίας εκ των εκκλησιαστικών τε και πολιτικών πραγμάτων εκποδών γενομένων».  [Ευάγριος, Migne LXXXVI 6.2656].
Με όλη την επιδεικνυόμενη θρησκομανία των τότε ανθρώπων είναι βέβαιο ότι ειλικρινής πίστη υπήρχε μόνο στις απλοϊκές ψυχές, οι δε πομπώδεις κήρυκες της πίστης λάτρευαν αντί Ιησού, πρακτικότερο θεό, τον Μαμωνά, ζώντας με τον φόβο μήπως και ξαναγεννηθεί η αρχαία πίστη. Γι’ αυτό και όταν οι σταυροφόροι (1204) κτύπησαν την Κωνσταντινούπολη, οι Βυζαντινοί επιτέθηκαν με μανία στο μεγάλο χάλκινο άγαλμα της Αθηνάς, κατασυντρίβοντας το «αθώο» ξόανο και φωνάζοντας πρωτοστατούντος του Πατριάρχη Ιωάννη Καματερού «Σκύλα, μας έφαγες!». Άγνωστο είναι τι πραγματικά παρίστανε αυτό το άγαλμα. Μαθαίνουμε όμως ότι ένα εκ των πολλών αγαλμάτων της Αθηνάς συγχέεται με την σύζυγο του Λέοντος Α’ Βερίνα, τη φιλόσοφο και μητέρα της Αριάδνης. Η Βερίνα διαδραματίζει μεγάλο ρόλο στην στρατιωτική εποποιία και παρουσιάζεται σαν Αμαζόνα.
« Η εν τω ιπποδρομίω καθεζομένη γυνή εν σελλίω χαλκώ.. ο μεν Ηρωδίων εδίδαξε Βερίναν είναι του Μεγάλου Λέοντος, ως δε εγώ παρά πλειόνων ήκουσα, εξ Ελλάδος είναι το είδωλον μάλλον της Αθηνάς, όπερ και επίστευσα». [Θεοδώρου Αναγνώστου, Παραστάσεις, σελ. 708 και 521]
Η παρομοίωση της Βερίνας και της θυγατέρας της, Αριάδνης με τις Αμαζόνες ασφαλώς προήλθε από την εξομοίωση των αγαλμάτων τους στις μυστικές στρατιωτικές εταιρείες των οποίων ήσαν «ιεροφάντες» (Ανώνυμος, εισαγωγή σελ. ρ,λ,ε, Μεσαιων. Βιβλιοθ., τομ. ζ’). Μετά τη συντριβή του Βιτταλιανού η Αριάδνη απέστειλε τον εξαιρετικά φιλέλληνα Διογένη, ο οποίος κατασκεύασε μεγάλα οχυρωματικά έργα στον Ισθμό και σε διάφορα άλλα μέρη. Ξοδεύοντας από την προσωπική του περιουσία 100 χρυσά νομίσματα ανοικοδόμησε το φρούριο των Μεγάρων.
Η επιρροή που άσκησε η Αριάδνη επί των εκκλησιαστικών συναξαρίων είναι τεράστια. Η μνήμη της αγίας Αριάδνης τιμάται στις 28 Σεπτεμβρίου μαζί με τη μνήμη της Σοφίας και Ειρήνης, που αποτελούσαν τα κύρια ιδανικά της. Αλλά και αυτή η σεμνή Ελληνίδα αποκαλείται γυναίκα ακόλαστη και αισχρή. «Εν τη χαλκή πύλη του Παλατιού Ζήνωνος και Αριάδνης της σώφρονος έσχατον και αισχράς το πρότερον»6. Και κλείνουμε με την ποιητική περιγραφή της μάχης με τον Βιτταλιανό, όπως μας την παρουσιάζει ο Νόννος:
«Αρειμανέες δε γυναίκες δήριν εμιμήσαντο δρακοντοβόλου Φιδαλείης, ή ποτε κέντρον έχουσα γυναικείοιο κυδοιμού δυσμενείας νίκησεν εχιδνήεσσι κορύμβοις».

Το κείμενο στηρίχθηκε:
α) Γους. Φρ. Χέρτσβεργ, ιστορία της Ελλάδος, τομ. γ’ σελ. 587-571-577-583-586-589.
β) Κων. Σάθα, Μεσαιωνική ιστορία, σελ. πθ-ηδ-ρκα-ρλς- και 90-92.
γ) Α.Α. Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τομ. Α’. σελ. 144.
δ) Ζωναράς – εκδόσεις Κανάκη σελ. 223.

σημειώσεις:
1) «όλος ο κόσμος μέχρι και οι διακονιάρηδες, οι φτωχοί, οι πόρνες, τα άλογα, τα μουλάρια, τα βόδια, οι γάιδαροι, πλήρωναν από ένα ασημένιο νόμισμα» Ζωναράς, σελ 223 εκδ. Κανάκη.
2) Μετά το θάνατο του Αναστασίου ο Φίσκος είχε 306 εκατομμύρια αργυρές δραχμές πλεόνασμα.
3) Α.Α. Βασίλιεφ, Ιστορ. της Βυζαντ. Αυτοκρατ. τομ Α’ σελ. 143
4) Ευάγριος – «νηίτης στρατός»
5) Ζωναράς XVI3
6) Παραστάσεις σ. 720 Migne Patrol. Craeca CLVII
7) Μιμούμενοι τις Μαινάδες του Διονύσου ο Έλληνες ήσαν θηλύστολοι ονομαζόμενοι Φουστανίδες – Σάθας. Μεσαιωνική βιβλιοθ. τομ ζ’.

Βασίλης Μυσίρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες