Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Ορισμός της τραγωδίας

 ερμηνεία αριστοτελικού ορισμού
«Ἒστι μὲν οὖν τραγῳδία
μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας,
μέγεθος ἐχούσης,
ἡδυσμένῳ λόγῳ,
χωρὶς ἑκάστου τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις,
δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας,
δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα,
τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
(Αριστοτέλους Ποιητική 1449 Β,25)
Είναι λοιπόν η τραγωδία μίμησις κάποιας πράξεως σπουδαίας και τελείας. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης (1448 Α) επεξηγεί τη λέξη «μίμησις»: «μιμούνται οι μιμούμενοι πράττοντας», δηλαδή υποδύονται ανθρώπους ευρισκομένους εν δράσει. Ο δε όρος «πράξις» επιβιώνει μέχρι σήμερα στις «πράξεις» των θεατρικών έργων. Η «πράξις» της τραγωδίας είναι σπουδαία και τελεία, δηλαδή αξιόλογη, σπουδαιοτάτης σημασίας και εντελής καθ’ εαυτήν. Φθάνει σε ορισμένο τέλος. Γι’ αυτό και επιβάλλεται να έχει μέγεθος καθορισμένον, το οποίον συγκροτείται εις εν  «όλον»: «όλον δε έστιν το έχον αρχήν και μέσον και τελευτήν». 1450,30. Εάν η «πράξις» παραταθεί πέραν των ορίων της λειτουργίας της, διαστρεβλώνεται η σύνθεσις «και αποτυγχάνουσι πάντες». Η μίμησις αυτής της πράξεως γίνεται «ηδυσμένω λόγω»: «Λέγω δε ηδυσμένω λόγον, τον έχοντα ρυθμόν και αρμονίαν και μέλος». Το δε «χωρίς τοις είδεσι (=χωριστά το κάθε είδος), το διά μέτρον ένια (=μερικά είδη) περαίνεσθαι, και πάλιν έτερα διά μέλους». (1449 β,30). Μόριον (=μέρος) της τραγωδίας είναι «ο της όψεως κόσμος» (=διάκοσμος:σκηνογραφία, ενδυμασία, σκεύη, σκηνοθετικά και υποκριτικά ευρήματα), ακολούθως δε «η μελοποιία και η λέξις». Και όλα αυτά, «δρώντων, ου δι’ απαγγελίας». Οι μιμούμενοι υποκριταί δεν απαγγέλουν απλώς, ακίνητοι και αμέτοχοι αλλά δρούν, πράττουν, υποδύονται χαρακτήρες, πρόσωπα, αναπαριστούν μύθους και αφηγήσεις. Η ενάργεια αυτή διεγείρει έλεον και φόβον και οδηγεί εις την κάθαρσιν (εξ-αγνισμόν) των τοιούτων παθημάτων. Οι θεαταί αισθάνονται έλεος, δηλαδή συμπάθεια και οίκτο δια τους ήρωας, καθώς και «φόβον» μήπως κάποτε η μοίρα εμπλέξη κι αυτούς εις παρόμοια παθήματα. Αυτή είναι η κλασσική ερμηνεία του πολυσυζητημένου ορισμού του Αριστοτέλους για την Τραγωδία, με την οποία γαλουχηθήκαμε και ασμένως αποδεχθήκαμε.
Όμως η Τραγωδία όπως και η Μυθολογία μας, δεν είναι απλώς «ποιητών πλάσματα ουδέ συγγραφέων επινοήσεις, αλλά γεγενημένων ίχνη. Και προσώπων και πράξεων». Επειδή δε τα γεγενημένα, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση πάντοτε επαναλαμβάνονται όπως επισημαίνει και ο Θουκυδίδης καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι και η Τραγωδία αποτελεί «κτήμα ες αεί μάλλον» παρά «αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν» προς απλήν τέρψιν… Εάν ερευνήσει κανείς εις βάθος τόσο στον πυρήνα των λέξεων του πασίγνωστου αλλά όχι τόσο εύκολου ορισμού, όσο και στην απαρχή της Τραγωδίας και την μετέπειτα πορεία της, θα βεβαιωθεί ότι το Δράμα γενικώς υπήρξε κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Βαθύτερο και ουσιαστικότερο κυρίως ως προς την «Κάθαρσιν» την οποίαν ασφαλώς ο Αριστοτέλης δεν έχει τυχαία τοποθετήσει ως τελευταία λέξη στο διάσημο ορισμό του.
Η λέξη «κάθαρσις» δεν αναφέρεται μόνο στα δρώμενα η «κάθαρσις» δεν αφορά μόνο τους τραγικούς ήρωες αλλά αναφέρεται  (πρωτίστως) στους θεατές.  Και τα «παθήματα» των τραγικών προσώπων, καλούνται να φέρουν στην επιφάνεια τυχόν παρόμοια παθήματα τα οποία παραμένουν παγιδευμένα και καταχωνιασμένα (απωθημένα) στις ψυχές των θεατών. Το κλειδί βρίσκεται στη λέξη «τοιούτων». Αν ο Αριστοτέλης ήθελε να αναφερθεί στα «παθήματα» των τραγικών ηρώων και ηρωίδων, θα είχε γράψει «τούτων» των παθημάτων ή «αυτών» των παθημάτων. Χρησιμοποιώντας όμως την αντωνυμία «τοιούτων» διευκρινίζει σαφώς: «παρομοίων παθημάτων,  τέτοιων», σαν και αυτά δηλαδή που διαδραματίζονται επί σκηνής.  Για να το πούμε πιο απλά: Η κάθαρση μεταφέρεται από τη σκηνή στην πλατεία στο κοίλο του αρχαίου θεάτρου (στους θεατές).
Ας εξετάσουμε μία μία τις λέξεις των δύο τελευταίων στίχων του ορισμού της Τραγωδίας: «Δι ελέου και φόβου περαίνουσα, την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
Έλεος δεν σημαίνει μόνον την λύπη που αισθανόμαστε για κάποιον άλλον. Ο έλεος σύμφωνα με τα λεξικά καθορίζει γενικώτερα, «άξιον τι οίκτου». Το κάτι αυτό μπορεί να είναι δικό μας, να μας αφορά.
Φόβος σημαίνει: 1) φυγή, 2) φόβος, 3) εξωτερική εκδήλωση φόβου, 4) πράγμα το οποίον προξενεί φόβο(π.χ. «φόβος ακούσαι».  Όμως το ρήμα ακούω σημαίνει και αντιλαμβάνομαι, εννοώ.
Περαίνω δεν σημαίνει μόνο «φέρω εις πέρας» «τελειώνω», «εκτελώ». Σημαίνει ακόμα: «δίνω τέλος εις κάτι», «εκτελώ το σκοπό μου»,  «εισδύομαι» π.χ. «περαίνω δι’ ώτων» = φθάνω εις τον εγκέφαλον (με αυτή την τελευταία έννοια το χρησιμοποιεί ο Πλάτων).
Τοιούτων = τέτοιων, παρόμοιων
Πάθημα 1) κοινώς, «πάθημα» αλλά και πάθηση (=ασθένεια), 2) συγκίνηση ψυχής, κατά τον Ξενοφώντα «πάθημα ψυχής» είναι και η σωφροσύνη.
Κάθαρσις είναι κυρίως ο από ενοχής καθαρισμός αλλά όχι μόνον. Είναι καθαρισμός καταπιεσμένων συναισθημάτων, συγκινησιακών φορτίσεων, ασυνειδήτων πόνων, παθών, δυσάρεστων καταστάσεων. Όλα αυτά γινόμενα αποδεκτά από την προσωπικότητά μας διαχέονται εντός μας και δημιουργούν καθαρμό.
Άρα: Το επίμαχο απόσπασμα αποδίδεται με μια ελεύθερη και πιο εκτεταμένη ερμηνεία ως εξής:
Διά μέσου του κά-τι που είναι άξιον οίκτου αλλά και που προξενεί φόβο τόσο το να το ακούσεις όσο και να το εννοήσεις εισδύει διά των ώτων φθάνει μέχρι τον εγκέφαλο και καθαρίζει από το βάρος  τυχόν υπαρχουσών παρομοίων παθητικών καταστάσεων και συγκινήσεων ψυχής. Και βέβαια δεν είναι τυχαίο που κατασκεύαζαν τα θέατρα ανοικτά, δίχως σκεπή. Απαγορευόταν διδαχή τραγωδίας σε κλειστό χώρο. Η συσσωρευμένη αρνητική ενέργεια έπρεπε να φύγει, να εκδιωχθεί, να μην παραμείνει εγκλωβισμένη. Και βέβαια δεν είναι τυχαίο που δίπλα σε κάθε Ασκληπιείο υπήρχε πάντοτε ένα θέατρο. Από πολύ παλιά η πνευματική γυμναστική συνιστούταν  ως θεραπεία γιατί γνώριζαν ότι οι ασθένειες του σώματος έχουν στενή σχέση με τα πάθη της ψυχής.
Η ψυχή αποτοξινώνεται  από ότι υπερβολικό και βλαβερό έχει και ανακουφίζεται καθώς ζει τα συναισθήματα των τραγικών ηρώων….
Απόσπασμα από κείμενο της Α. Τζιροπούλου – Ευσταθίου