Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Σημαντικές Ελληνίδες δ

Η Αγγελική Χατζημιχάλη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1895. Μεγάλωσε στην κατοικία των Θεών την Πλάκα κι επηρεάσθηκε βαθύτατα στα πρώτα χρόνια της ζωής της, από την αγάπη των δικών της, για την τέχνη, τα γράμματα και την Ελλάδα.  Ο πατέρας της Αλέξιος Κολυβάς καταγόταν από τη Ζάκυνθο, υπήρξε εκδότης της «Πρωας» και ήταν γνωστή η συλλογή του Βυζαντινών εικόνων που μέρος της, εκτίθεται στο Βυζαντινό Μουσείο ως συλλογή Λοβέρδου. Η Σοφία Μπουρνιά, η μητέρα της, ήταν Σκυριανή και σε αυτήν οφείλεται η αγάπη της Αγγελικής για τη Σκύρο. Από τον πρώτο της γάμο με τον μηχανικό Γλητσό, που δεν κράτησε πολύ, η Αγγελική απέκτησε την κόρη της Έρση. Αργότερα ξαναπαντρεύτηκε τον Πλάτωνα Χατζημιχάλη, με τον οποίο απέκτησε έναν γιό, τον αρχιτέκτονα Νίκο Χατζημιχάλη. Τότε κτίστηκε και το σπίτι της οδού Υπερείδου, έργο του Αριστοτέλη Ζάχου.
Ασχολήθηκε αρχικά με τη ζωγραφική, ενώ παράλληλα μελέτησε την Βυζαντινή και τη νεότερη Ελληνική λαϊκή τέχνη, στην οποία αφιέρωσε ολόκληρη την ζωή της. Στόχος της ήταν η συλλογή και η διάσωση όσο το δυνατόν περισσοτέρων στοιχείων του Ελληνικού λαϊκού πολιτισμού.
Ιδρύει το Λύκειο Ελληνίδων Σμύρνης και το 1920 αρχίζει την έρευνά της για τους Σαρακατσάνους. Παράλληλα, το 1927 δημοσιεύει το πρώτο της βιβλίο για την Σκύρο και αρχίζει τις έρευνές της για τα Ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα και την Ανάφη. Στη συνέχεια επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα την Μακεδονία και την Ήπειρο, με σκοπό τη συλλογή λαογραφικού υλικού.
Μοιράζεται το όραμα της πνευματικής και πολιτιστικής αναγέννησης του τόπου,  με τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Άγγελο Σικελιανό και τον Κωστή Παλαμά. Συνεργάζεται στενά με τον Άγγελο και την Εύα Σικελιανού για την αναβίωση των Δελφικών Γιορτών. Αρχίζει να οργανώνει εκθέσεις με σκοπό τη διάδοση και τη διάσωση της Ελληνικής λαϊκής τέχνης. Το 1937 ιδρύει το Σύνδεσμο Ελληνικής Χειροτεχνίας, ο οποίος το 1957 μεταβάλλεται σε Κρατικό Οργανισμό Χειροτεχνίας.
Καρπός της σκληρής εργασίας της υπήρξε το συγγραφικό της έργο, με το οποίο είναι ευρύτερα γνωστή και η δημιουργία των προϋποθέσεων για την διδασκαλία και αναπαραγωγή της λαϊκής τέχνης με σκοπό την διάσωσή της και την ένταξη της στη σύγχρονη αισθητική και τη βιοτεχνική παραγωγή.
Η Αγγελική Χατζημιχάλη πεθαίνει τον Μάρτιο του 1965. Όσοι τη γνώρισαν τότε, μιλούν για μια δυναμική και ταυτόχρονα ευαίσθητη Ελληνίδα, που η ζωή της ήταν μία περιπέτεια κι ένα αληθινό μυθιστόρημα από την αρχή ως το τέλος.
Στην καρδιά της Πλάκας, στο σπίτι όπου έζησε και θεμελίωσε τη σπουδή της λαϊκής μας τέχνης η μεγάλη λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη, λειτουργεί από το 1980 το Κέντρο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης του Δήμου Αθηναίων. Ο Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων δημιούργησε ένα κέντρο λαϊκής τέχνης και παράδοσης βασισμένο στην πλούσια συλλογή της Αγγελικής Χατζημιχάλη, καθώς και σε ένα μέρος από αντιπροσωπευτικά παραδοσιακά αντικείμενα που παραχώρησε με δανεισμό η Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία. Σκοπός του κέντρου είναι η διαφύλαξη και η συντήρηση της λαϊκής τέχνης, η έρευνα της Ελληνικής παράδοσης, η γνωριμία με την Ελληνική λαϊκή παράδοση των νέων γενεών αλλά και η συνεργασία με άλλους αντίστοιχους φορείς.
Το κτίριο της Α. Χατζημιχάλη, που σχεδιάστηκε το 1924 από το γνωστό αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου, αποτελεί ένα πάντρεμα παραδοσιακών και νεότερων στοιχείων. Το εσωτερικό είναι όλο διακοσμημένο με ξυλόγλυπτα, που σχεδίασε η ίδια η Χατζημιχάλη βασισμένη σε λαϊκά μοτίβα, και δημιούργησε ο Θωμόπουλος. Η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική διαμόρφωση των χώρων με έντονες επιρροές από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, καθώς και η ξυλόγλυπτη διακόσμηση προσδίδουν στο οίκημα ένα μοναδικό αέρα που εντυπωσιάζει κάθε επισκέπτη.
Οι διάφοροι εσωτερικοί χώροι είναι διαμορφωμένοι ανάλογα με τη χρηστικότητά τους και παρουσιάζουν τα αντίστοιχα αντικείμενα που ήταν σε χρήση στον κάθε χώρο. Έτσι, ο επισκέπτης απολαμβάνει μια λαογραφική περιήγηση στο χώρο και στο χρόνο. Υφαντά, ξυλόγλυπτα, χάλκινα, κεραμικά χρηστικά αντικείμενα, αγροτικά εργαλεία, αργαλειοί, εικόνες και διάφορα άλλα καταδεικνύουν την αγάπη και το μεράκι της συλλέκτριας Α. Χατζημιχάλη για την ελληνική λαϊκή παράδοση. Τέλος, η λαογραφική βιβλιοθήκη του κέντρου περιέχει βιβλία και περιοδικά σχετικά με την εθνογραφία, τη λαϊκή τέχνη και την παράδοση του ελληνικού αλλά και του βαλκανικού χώρου, καθώς και για τη λαϊκή γλώσσα και λογοτεχνία.
“Την ημέρα που πέθανε η Αγγελική Χατζημιχάλη «οι τσελιγγάδες έβγαλαν τα κυπροκούδουνα από τα γιδοπρόβατα, κατά την πανάρχαια συνήθεια όταν πεθαίνει πρωτοτσέλιγγας, και ξαρμάτωσαν τα γκεσέμια τους, οι λαϊκοί βιοτέχνες σταμάτησαν τα τσιακ-τσιακ στα εργαστήριά τους και οι Σαρακατσάνες εσφράγισαν τα αργαλειά τους στη μνήμη της”.
Εκείνη την εποχή οι Σαρακατσάνοι θεωρούνταν ξενόφερτη μειονότητα και όταν κατέβαιναν με τα κοπάδια τους στα πεδινά για να ξεχειμωνιάσουν, οι τοπικοί πληθυσμοί τους αντιμετώπιζαν με δυσπιστία και συχνά με φόβο. Χάρη στα στοιχεία που έφερε στο φως η Αγγελική Χατζημιχάλη και που με πάθος επέβαλε, αναγνωρίστηκε τελικά η Ελληνικότητα αυτού του νομαδικού πληθυσμού.
Οι Σαρακατσάνοι είναι ένα απίθανο βιβλίο. Είναι απίστευτο πως κατάφερε να βρει και να συγκεντρώσει τόσες πληροφορίες! Πώς στις αρχές του 20ού αιώνα χωρίς Στατιστική Υπηρεσία κατόρθωσε να συγκεντρώσει στοιχεία για το πόσα γιδοπρόβατα είχε το κάθε τσελιγκάτο στον Κίσσαβο, στην Όθρυ, στον Σμόλικα ή στο Μιτσικέλι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Αγγελική Χατζημιχάλη ζώντας για αρκετά διαστήματα στα κονάκια των Σαρακατσάνων, τους γνώρισε σε βάθος, τους αγάπησε και τους σεβάστηκε. «Οι Σαρακατσάνοι» γράφει «απλοί και πρωτόγονοι, σπαρμένοι σ’ όλο τον κορμό της Ελληνικής χερσονήσου, αμόλυντοι από αλλόφυλες επιμιξίες, με οδηγό τους το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης, διαγράφουν χιλιάδες τώρα χρόνια στον ίδιο χώρο την ιδιότυπη και ανεξάρτητη σταδιοδρομία τους».
Χάρη στη γενική της παιδεία και στα μαθήματα ζωγραφικής η Αγγελική Χατζημιχάλη μπορούσε να εκτιμήσει την τέχνη των Σαρακατσάνων. Το γνέσιμο, ο αργαλειός και τα κεντήματα ήταν γυναικείες ασχολίες με τις οποίες ήταν εξοικειωμένη. Έτσι τα δείγματα της υφαντικής και των κεντημάτων που συγκέντρωσε και τα σχέδια που έκανε είναι ανεκτίμητα. Το ίδιο και όσα έμαθε για τις καθημερινές ασχολίες της Σαρακατσάνας. Από την άλλη μεριά και οι Σαρακατσάνες, που στην αρχή δεν εμπιστεύονταν την πρωτευουσιάνα, τη δέχθηκαν στα κονάκια τους και της μίλησαν για τις δεισιδαιμονίες αλλά και την πίστη τους, για τους βάσκανους δαίμονες και τις γιορτές του γάμου, για όλη τους τη ζωή, την τόσο ξεχωριστή από την δική μας αλλά και τόσο γόνιμη, αν σκεφτεί κανείς πόσους χρήσιμους πολίτες μας έδωσαν. Βουλευτές, υπουργούς, προέδρους της Βουλής, επιστήμονες. Γλαφυρά γραμμένο, και με πλούσια εικονογράφηση, το βιβλίο είναι ένα αρχειακό μνημείο και ένας ύμνος στον τόπο μας.
Πηγές: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΗΜΑ, in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες