Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Ὁ Πόρφυρας (σκυλόψαρο)

(ἀποσπάσματα)
1
Ἡ κολάση πάντ’ ἄγρυπνη σοῦ στήθηκε τριγύρου·
Ἀλλὰ δέν ἔχει δύναμη πάρεξ μακρυὰ καὶ πέρα
Μακρυὰ πό τὴν Παραδείσω καὶ σὺ ‘ς ἐσὲ χεις μέρος·
Μέσα ‘ς τὰ στήθια σου τ’ ἀκούς, Καλέ, να λαχταρίζῃ;
2
Κυττᾷς τοῦ ρόδου τή λαμπρή πρώτη χαρά τοῦ λιου,
Ναὶ πρώτη, ἀλλ’ ὅμως δεύτερη ἀπὸ τὸ πρόσωπό σου!
3
«Χιλιάδες ἄστρα ‘ς τὸ λουτρὸ μ’ ἐμὲ νά στείλ’ ἡ νύχτα!»
4
«Γελᾷς καὶ σὺ ‘ς τὰ λούλουδα, χάσμα τοῦ βράχου μαῦρο.»
5
«Κοντὰ  ναι τό χρυσόφτερο, καὶ κατὰ δῶ γυρμένο,
Π’ ἄφησε ξάφνου τὸ κλαδὶ για τοῦ γιαλοῦ  τὴν πέτρα,
Καὶ κε γροικᾷ  τῆς θάλασσας καὶ τ’ οὐρανοῦ τὰ κάλλη
Καὶ κε τραυᾷ τὸν ἦχο του μ’ ὅλα τὰ μάγια πχει.
Γλυκὰ δεσε τή θάλασσα καὶ τὴν ἐρμιὰ τοῦ βράχου,
Καὶ τ’ ἄστρο κράζει πάρωρα, καὶ πρέπει νά προβάλῃ.
Πουλὶ,  πουλάκι, ποῦ σκορπᾷς τὸ θαῦμα τῆς φωνῆς σου,
Εὐτυχισμὸς  ἄ’ δέν εναι τὸ θαῦμα τῆς φωνῆς σου,
Καλὸ ‘ς τή γῆ δέν νθισε, ‘ς τὸν οὐρανό, κανένα.
Ἀλλ’ χ! νά δώσω μία πλεξιά, καὶ νά μαι  κε φθασμένος,
Ἀκὸμ’ ἀφρέ μου, νά βαστᾷς, καὶ νά μαι  γυρισμένος,
Μὲ δύο φιλιά  τῆς μάννας μου, μὲ φοῦχτα γῆ τῆς γῆς μου»
6
«Φιλῶ τὰ χέρια μ’ καὶ γλυκὰ τὸ στῆθος μ’ ἀγκαλιάζω.
Ἀνοιχτὰ πάντα κι’ ἄγρυπνα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου.
Ποιά  πηγὴ τάχα σὲ γεννᾷ, χαριτωμένη βρύση;»
7
Φύσῃ, χαμόγελ’ ἄστραψες κ’ ἐγίνηκες δικὴ του·
Ἐλπίδα, τδεσες τὸ νοῦ μ’ ὅλα τὰ μάγια πχεις·
Νιός κόσμος  ὄμορφος παντοῦ χαρς καὶ καλωσύνης.
Γύρου κυττᾷ νά τὸν δ ………………..
Κοντὰ  ναι  κε ‘ς τὸν νιόν ὀμπρὸς ὁ τίγρις τοῦ πελάγου
Κι’ λιά! μακρυὰ ναι τὸ σπαθί, μακρυὰ ναι τὸ τουφέκι!
Ἀλλ’ ὅπως ἒσχισ’ εὔκολα βάθος τρανό, κ’ ἐβγῆκε,
Κι’  ὥρμησε …………………………………..
Κατὰ τὸν  κάτασπρο λαιμὸ πού λάμπει ὡσὰν τὸν κύκνο,
Κατὰ τὸ στῆθος τὸ πλατύ, καὶ τὸ ξανθὸ κεφάλι,
Κατὰ τή μεγαλόψυχη  γλυκειά  πνοή  τῆς νιότης,
Ἔτσι κι’ ὁ νιός ………………………………..
Τῆς φύσης ἀπὸ τ’ς ὄμορφες καὶ δυναταῖς ἀγκάλαις,
ποῦ τὸν ἐγλυκόσφιγγε καὶ τοῦ γλυκομιλοῦσε,
Κ’ εὐθὺς ξυπνᾷ ‘ς τ’ ἐλεύθερο γυμνὸ κορμὶ π’ ἀστράφτει,
Τὴν τέχνη τοῦ κολυμπιστ μ’ αὐτὴν τοῦ πολεμάρχου.
8
Πρὶν πάψ’ ἡ μεγαλόψυχη  πνοὴ χαρὰ γεμίζει·
Ἄστραψε φῶς κ’ ἐγνώρισεν ὁ νιός τὸν ἑαυτὸ του.
Οἱ κόσμοι γύρου ν’ νοιγαν κορώναις νά τοῦ ρήξουν,
…………………………………………………………………..
Ἀπομεινάρι θαυμαστὸ ἐρμις καὶ μεγαλείου.
Ὄμορφε ξένε καὶ καλὲ καὶ ‘ς τὸν ἀνθὸ τῆς νιότης,
Ἄμε καὶ δέξου ‘ς τὸ γιαλὸ τοῦ δυνατοῦ τὴν κλάψα.
(1849)
Διονύσιος Σολωμὸς

1 σχόλιο:

  1. Ένας νέος Άγγλος στρατιώτης κατασπαράχθηκε από ένα σκυλόψαρο ενώ κολυμπούσε στο λιμάνι της Κέρκυρας. Το γεγονός αυτό αναπαρέστησε ο Σολωμός βρίσκοντας ευκαιρία να θίξει ζωτικά ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες