Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Ἀν­τι­γό­νη

Ἀν­τι­γό­νη εἶ­ναι ἡ με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη τοῦ Φρό­υντ, εἶ­ναι ἡ γυ­ναῖ­κα πού ξε­σκέ­πα­σε τὴν ἀ­πά­τη τοῦ «Οἰ­δι­πο­δεί­ου Συμ­πλέγ­μα­τος», κα­τα­κρη­μνί­ζον­τας ὡς ψεύ­τη τὸν ἐμ­πνευ­στὴ της, γιαὐ­τὸ κά­πο­τε οἱ Ἕλ­λη­νες ψυ­χο­λό­γοι, ὅ­πως καὶ οἱ ἀ­νι­στό­ρη­τοι «ἱ­στο­ρι­κοὶ» θὰ πρέ­πει νά δι­α­λύ­σουν αὐ­τὴν τὴν πα­ρε­ξη­γή­ση: Γι­α­τὶ οὔ­τε ἡ Ἀν­τι­γό­νη οὔ­τε τὰ ἀ­δέλ­φι­α της εἶ­ναι καρ­ποὶ ἑ­νὸς αἱ­μο­μι­κτι­κοῦ γά­μου. Ἀν­τι­θέ­τως καὶ τὰ τέσ­σε­ρα παι­δι­ τοῦ Οἰ­δί­πο­δα εἶ­ναι νό­μι­μα, γεν­νή­θη­καν ­πὸ τὴν σύ­ζυ­γό του Εὐ­ρυ­γά­νει­α, τὴν κό­ρη τοῦ ­περ­φάν­τος, τὴν ­ποί­α νυμ­φεύ­θη­κε με­τὰ τὴν τρα­γι­κὴ αὐ­το­κτο­νί­α τῆς ­ο­κά­στης.
Ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας συ­νάν­τη­σε στόν  δη τὴν Ἰ­ο­κά­στη (Ἐ­πι­κά­στη), τὴν μη­τέ­ρα τοῦ Οἰ­δί­πο­δα («Ὀ­δύσ­σει­α», Ῥα­ψω­δί­α λ).
Ὁ Ἀ­πολ­λό­δω­ρος ἀ­να­φέ­ρει, ὅ­τι: «Τὰ παι­δι­ὰ τὰ γέν­νη­σε ἡ κό­ρη τοῦ Ὑ­περ­φάν­τα Εὐ­ρυ­γά­νει­α, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ ποι­η­τὴς τοῦ ἔ­πους, ποὺ λέ­γε­ται Οἰ­δι­πό­δει­α» (πρό­κει­ται γι­ά τὸ χα­μέ­νο ἔ­πος τοῦ Κι­ναί­θω­να τοῦ Λα­κε­δαι­μο­νί­ου).
Ὁ Παυ­σα­νί­ας τάσ­σε­ται ἐ­ναν­τί­ον τοῦ στιγ­μα­τι­σμέ­νου γά­μου καὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται, πς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νά ἀ­πο­κτή­σει ἡ Ἰ­ο­κά­στη τέσ­σε­ρα παι­δι­ά, ἐ­νῶ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸν γά­μο, «ἄ­φαρ δ’ ἀ­νά­πυ­στα θε­οί θέ­σαν ἀν­θρώ­ποι­σιν», δη­λα­δὴ ἀ­μέ­σως οἱ θε­οὶ τὰ φα­νέ­ρω­σαν αὐ­τὰ στούς ἀν­θρώ­πους, καὶ ἡ Ἰ­ο­κά­στη κρε­μά­στη­κε;  Καὶ ὁ Παυ­σα­νί­ας ἐ­πί­σης ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ῥα­ψω­δί­α λ τῆς «Ὀ­δυσ­σεί­ας». Τὰ παι­δι­ὰ εἶ­ναι τῆς Εὐ­ρυ­γά­νει­ας.
Ὁ ζω­γρά­φος Ὀ­να­σί­ας ζω­γρά­φι­σε τὴν Εὐ­ρυ­γά­νει­α λυ­πη­μέ­νη νά πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν δι­α­μά­χη τῶν δύ­ο γυι­ῶν της σὲ μί­α τοι­χο­γρα­φί­α στίς Πλα­ται­ές.
Ἄλ­λη πλη­ρο­φο­ρί­α μς δί­νει ὁ Φε­ρε­κύ­δης ἀ­πὸ τὴν Σύ­ρο, ποὺ ἀ­να­φέ­ρει, ὅ­τι ὁ Οἰ­δί­πο­δας ἔ­λα­βε ἀρ­γό­τε­ρα καὶ τρί­τη σύ­ζυ­γο, ἐ­νῶ οὔ­τε τυ­φλώ­θη­κε οὔ­τε πο­τὲ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὸν θρό­νο τῆς Θή­βας. Ἄ­γνω­στο πα­ρα­μέ­νει τὸ γι­α­τὶ οἱ τρα­γῳ­δοὶ καὶ τὸ κοι­νό, ποὺ δι­ά­βα­ζαν Ὅ­μη­ρο καὶ ἤ­ξε­ραν τὴν ἀ­λή­θει­α, φόρ­τω­σαν στόν Οἰ­δί­πο­δα καὶ τὰ παι­δι­ὰ του τέ­τοι­α ἀ­νό­σι­α ὕ­βρη.
Ἡ Ἀν­τι­γό­νη δι­α­θέ­τει τό­ση τόλ­μη, ποὺ ἐ­νῶ φο­βᾶ­ται τὸν θά­να­το, ποὺ θὰ τὴν βρε πά­νω στά χρυ­σά της νει­ᾶ­τα, ἐν τού­τοις τὸν ἀ­ψη­φᾶ μπρο­στὰ στό κα­θῆ­κον, θυ­μί­ζον­τάς μας, ὅ­τι κά­πο­τε ἔρ­χε­ται ἡ στιγ­μὴ νά ὑ­πε­ρα­σπι­στοῦ­με τὰ ὅ­σα δι­α­κη­ρύ­ξα­με.
Ε­κενο ὅ­μως πού ἔ­χει ὑ­πο­τι­μη­θεῖ στήν Ἀν­τι­γό­νη εἶ­ναι ἡ ὀ­λέ­θρι­α ἐ­πί­δρα­σή της πά­νω στήν ζω­ὴ τοῦ Κρέ­ον­τα, γι­α­τὶ τὰ δει­νά πού θὰ πλή­ξουν τὴν οἰ­κο­γέ­νει­ά του θὰ εἶ­ναι με­γά­λα, ἀ­φοῦ ἐξ αἰ­τί­ας του θὰ αὐ­το­κτο­νή­σουν ὁ γυι­ὸς του Αἵ­μων καὶ ἡ μη­τέ­ρα του Εὐ­ρι­δί­κη. Ὁ Κρέ­ων θὰ γί­νει δι­ά­ση­μος μό­νο γι­ά τὴν ἐ­κτέ­λε­ση τς Ἀν­τι­γό­νης κι ὄ­χι ἐ­πει­δὴ δι­α­θέ­τει κά­ποι­ο χά­ρι­σμα.
Ἀ­πὸ τὴν σφο­δρὴ του σύγ­κρου­ση μὲ τὴν «ἀ­ση­μάν­τη» κα­τὰ τὴν γνώ­μη του Ἀν­τι­γό­νη θὰ βγε ἀ­τι­μα­σμέ­νος καὶ ἐ­ξευ­τε­λι­σμέ­νος, γι­α­τὶ εἶ­ναι ἡ αἰ­ώ­νι­α σύγ­κρου­ση με­τα­ξὺ Κρά­τους καὶ Ἀν­θρώ­που, εἶ­ναι ἡ ἀν­τί­θε­ση ἀ­νά­με­σα στήν ἄ­σκη­ση τῆς στυ­γνῆς ἐ­ξου­σί­ας καὶ στό «πρέ­πει» μι­ᾶς εὐ­γε­νι­κῆς ψυ­χῆς.
Ἡ Ἀν­τι­γό­νη θὰ γί­νει στούς αἰ­ῶ­νες πρό­τυ­πο ἀ­φο­σί­ω­σης καὶ ἀν­τί­στα­σης. Ὑ­πο­τί­θε­ται, ὅ­τι ὁ Κρέ­ων ἐκ­φρά­ζει τὸν νό­μο τῆς πό­λης, ἀλ­λὰ τὸ νά ἀρ­νι­έ­ται νά θά­ψουν ἔ­ναν νε­κρὸ ποι­όν νό­μο ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ;  Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν μι­σο­γυ­νι­σμὸ του τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι αὐ­τό, πού κά­νει ἕ­ξαλ­λο τὸν Κρέ­ον­τα;
Ὁ θη­λυ­κὸς Κρέ­ων
Ἡ Ἀν­τι­γό­νη εἶ­ναι τὸ εὐ­αί­σθη­το κο­ρίτ­σι μὲ τὸ ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­το ἦ­θος καὶ τὶς χι­λι­ά­δες ἀ­ρε­τές, ἀλ­λά, τὴν στιγ­μή πού ὀρ­θώ­νε­ται στόν Κρέ­ον­τα, κα­τα­λύ­ει ὄ­λες τίς γυ­ναι­κεῖ­ες μορ­φὲς τῆς ἐ­πο­χῆς της, κου­βα­λών­τας ἐ­πά­ξι­α στούς λε­πτοὺς της ὤ­μους ὄ­λες τίς πα­λαι­ό­τε­ρες: Κου­βα­λά­ει τὸ χά­ος τῆς Μή­δει­ας, τὴν τρα­χει­ά ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα τῆς Κλυ­ται­μνή­στρας, τὴν   ὕ­που­λη δύ­να­μη τῆς Ἑ­λέ­νης, τὸν ὄ­λε­θρο καὶ τὶς συμ­φο­ρὲς τῆς πα­ρα­με­λη­μέ­νης Ἠ­λέ­κτρας.
Εἶ­ναι αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς, ποὺ βλέ­πει μπρο­στὰ του ὁ ἔν­τρο­μος Κρέ­ων: Βλέ­πει τὸν ἐ­φι­άλ­τη τῶν ἀν­δρῶν, τὴν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη δύ­να­μη, ποὺ δέν μπο­ρεῖ νά δα­μά­σει, μί­α ἀ­γέ­ρω­χη δω­ρι­κή κο­λώ­να ἀ­πέ­ναν­τί του μὲ τὴν μορ­φὴ ἑ­νὸς γλυ­κοῦ κο­ριτ­σι­οῦ.  Ἂν εἶ­χε νά ἀ­να­με­τρη­θεῖ μὲ τὸν Ἠ­ρα­κλή, τό­τε θὰ ὑ­πο­κρι­νό­ταν δου­λι­κὰ τὸν με­γα­λό­ψυ­χο, ἀλ­λὰ αὐ­τὴν τὴν μι­κρὴ ὀ­χι­ὰ πρέ­πει νά τὴν ξε­πα­στρέ­ψει. Πό­σο μοι­ά­ζουν ἀ­λή­θει­α ἡ Ἀν­τι­γό­νη καὶ ὁ Κρέ­ων; Πά­ρα πο­λύ. Ἐ­κεῖ­νος ὑ­πο­στη­ρί­ζει τὸν νό­μο, ποὺ εἶ­ναι στά μέ­τρα του, ὅ­πως καὶ τὴν ἐ­ξου­σί­α του. Τὸ ἴ­δι­ο κά­νει καὶ ἡ Ἀν­τι­γό­νη, ἀλ­λὰ χω­ρὶς τὴν ἐ­ξου­σί­α στά μέ­τρα της .
Ὅ­ταν ὁ­δη­γοῦν τὴν Ἀν­τι­γό­νη μπρο­στὰ του, ἀ­παι­τεῖ νά ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι της, νά τὸν κυτ­τά­ξει, ἀλ­λὰ ἡ Ἀν­τι­γό­νη, ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γι­ά τὴν πα­ρου­σί­α του, δέν θὰ τὸν τι­μή­σει οὔ­τε μὲ μί­α μα­τι­ά. Μό­νον ὁ Κρέ­ων ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὴν βα­θει­ά της πε­ρι­φό­νη­ση, ὅ­τι τὸν θε­ω­ρεῖ μί­α­σμα τῆς πό­λης, δει­λὸ καὶ φο­βιτ­σι­ά­ρη, καὶ ἀ­πα­ξι­οῖ νά τὸν κυτ­τά­ξει ὄ­χι ἀ­πὸ φό­βο, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ ἀ­κα­τα­δε­ξί­α. Δέν θέ­λει να  μο­λυν­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­η­δι­α­στι­κὴ του πα­ρου­σί­α, ἀ­κό­μη καὶ σ’ αὐ­τὸ τοῦ πά­ει κόν­τρα.
Τό κο­ριτ­σό­που­λο αὐ­τὸ ἔ­χει τὸ φω­το­στέ­φα­νο τῶν  Ἡ­ρω­ϊ­κῶν Χρό­νων, γι­α­τὶ μά­χε­ται μα­ζὶ του στῆ­θος μὲ στῆ­θος, καὶ αὐ­τὸ τρο­μο­κρα­τεῖ κι ἄλ­λο τὸν Κρέ­ον­τα. Βλέ­πει ὁ­λο­κά­θα­ρα, πὼς ἂν τῆς ὀ­πλί­σουν τὸ χέ­ρι, ἡ μι­κρὴ Ἀν­τι­γό­νη δέν θὰ δι­στά­σει νά σκο­τώ­σει τὸν ἴ­δι­ον, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­ποι­ον τὴν ἐμ­πο­δί­σει νά κά­νει τὸ κα­θῆ­κον της. , ὄ­χι. Αὐ­τὴ ἡ μορ­φὴ πά­ει πα­ρὰ πο­λὺ γι­ά τὶς πα­τρι­αρ­χι­κὲς κοι­νω­νί­ες. Νά ἑ­ξα­φα­νι­σθεῖ, νά χα­θεῖ, νά μὴν τὴν θυ­μοῦν­ται.
Ὁ Σο­φο­κλῆς θέ­λει τὰ τε­λευ­ταῖ­α της λό­γι­α νά ἀ­πευ­θύ­νον­ται στόν πα­τέ­ρα της. «Τρέ­φω ὅ­μως με­γά­λη ἐλ­πί­δα, κα­θὼς ἔρ­χο­μαι, θὰ φθά­σω ἀ­γα­πη­τὴ σ’ ἐ­σέ­να, πα­τέ­ρα». Πρέ­πει στόν ἄν­δρα τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας νά ἔ­χει ἀ­δυ­να­μί­α, ὄ­χι στήν μη­τέ­ρα της, αὐ­τὸ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Δυ­στυ­χῶς εἶ­ναι αὐ­τοὶ οἱ τρα­γῳ­δοί, ποὺ βο­ή­θη­σαν τὸν Φρό­υντ νά σκα­ρώ­ση τὴν πρω­τά­κου­στη φάρ­σα τοῦ «Οἰ­δι­πο­δεί­ου συμ­πλέγ­μα­τος» καὶ τὴν «ἔ­χθρα τοῦ πέ­ους».
Ὁ Φρό­υντ ὅ­μως ἅρ­πα­ξε τὴν με­γά­λη εὐ­και­ρί­α. Δέν θὰ στιγ­μα­τί­σει τὴν ζω­ώ­δη μα­νί­α τοῦ ὁ­μο­ε­θνοῦς του πα­τρι­άρ­χη Λώτ νά πλα­γι­ά­ζει καὶ μὲ τὶς δύ­ο του κό­ρες καὶ νά τὶς κα­θι­στᾶ ἐγ­κύ­ους. Δέν θὰ ὀ­νο­μά­σει αὐ­τὴν τὴν κτη­νω­δί­α ὡς «Λώ­τει­ο Σύμ­πλεγ­μα» ἀλ­λὰ ὡς «Οἰ­δι­πό­δει­ο Σύμ­πλεγ­μα». Κά­λυ­ψε τὴν ἄ­κρως κερ­δο­φό­ρα συ­νή­θει­α τοῦ ἀρ­χι-προ­α­γω­γοῦ τῆς Βί­βλου Ἀ­βρα­άμ, ποὺ ἐ­ξέ­δι­δε ὁ ἴ­δι­ος τὴν γυ­ναῖ­κα του Σάρ­ρα, ἔ­ναν­τι ἁ­δρῆς ἀ­μοι­βῆς καὶ δέν ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ «Ἀ­βρα­α­μι­κὸ Συν­δρο­μο».
http://freeinquiry.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες