Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Η μάχη της Κρήτης 963 μετά Χριστόν

Η μάχη της Κρήτης 963μΧ  και η Θεοφανώ η Λάκαινα
Η Κρήτη, η όμορφη αρχαία εκατόμπολις νήσος που βρισκόταν στη μέση της ναυτικής διαδρομής Αφρικής – Ευρώπης, είχε χαθεί από τα χέρια των Βυζαντινών και βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Αράβων από το 824. Οι Μωρίσκοι της Ανδαλουσίας είχαν δεχθεί μια πρόσκληση από κάποιον Θωμά που είχε συνωμοτήσει κατά του Μιχαήλ (820-829) και με το πρόσχημα ότι θα τον βοηθούσαν εγκαταστάθηκαν στην καρπερή και πλούσια Κρήτη. Με επικεφαλής τον Εμίρη Αββδούλχαψ κατέλαβαν εξ απήνης την ανυπεράσπιστη μεγαλόνησο και αφού πρώτα έκαψαν στην παραλία τα σαράντα πλοία με τα οποία είχαν αφιχθεί, επιδόθηκαν σε κάθε είδους βαρβαρότητα. Εδήωσαν τις πεδιάδες έβαλαν φωτιά στις πόλεις και εξισλάμισαν βιαίως όσους κατοίκους σώθηκαν από τη σφαγή. Βεβαίως οι χρονογράφοι είναι κατηγορηματικοί : «σφαγιάσθηκαν άπαντες πλην των εξισλαμισθέντων». Ο ιστορικός ιχνηλατώντας προσεκτικά τα αρχεία του αγίου Μάρκου βρίσκει ορισμένα ίχνη που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρξαν αρκετοί διασωθέντες από την μεγάλη σφαγή. Για παράδειγμα μετά το 830 στους μισθολογικούς καταλόγους ορισμένων φρουρών και φρουράρχων της Μακεδονίας εμφανίζεται μια μισθοδοσία με το όνομα Κρητική, που σημαίνει ότι ο μισθοδοτούμενος προήρχετο από την Κρήτη.
Στην συνέχεια σε απόρθητη θέση κοντά στο ακρωτήριο Χάρακα και πάνω στην αρχαία πρωτεύουσα του Μίνωος, την οποία κυριολεκτικά ανάσκαψαν εκ θεμελίων για να εκμεταλλευτούν τα οικοδομικά υλικά, έκτισαν την πρωτεύουσά τους. Από την μεγάλη τάφρο (στα αραβικά χαντάκ) που περιέβαλλε την πόλη, την ονόμασαν Χάνδακα και κατά παραφθορά του Χάνδακα ολόκληρη τη Κρήτη Χανδία ή Κάντια. Οι Έλληνες ουδέποτε μεταχειρίστηκαν αυτά τα ονόματα και ελάχιστοι σήμερα τα χρησιμοποιούν. Για εμάς η πόλη είναι το Ηράκλειο και η νήσος η Κρήτη.
Η φήμη της επιτυχίας των Αράβων της Ισπανίας  έγινε πόλος έλξης για εκατοντάδες  χιλιάδες τυχοδιώκτες μουσουλμάνους οι οποίοι κατέφθαναν από όλο το χώρο του Ισλάμ. Επί δύο συνεχή χρόνια ο Μιχαήλ  ο Β’ έστελνε συνεχώς στρατεύματα εναντίον των Σαρακηνών της Κρήτης τα οποία κατασφάζονταν και οι αρχηγοί τους απαγχονίζονταν. Έτσι επί εκατόν τριάντα χρόνια οι Άραβες της Κρήτης έγιναν η μάστιγα της νησιωτικής Ελλάδας και των παραλίων του Μοριά  και της Μικράς Ασίας. Ο δε Χάνδακας εξελίχθηκε σε μια τεράστια πρωτεύουσα των Σαρακηνών της Μεσογείου και το κέντρο εμπορίας δούλων.
Κάθε Άνοιξη η τερατώδης πολεμική μηχανή της Κρήτης έστελνε τα αναρίθμητα με υψωμένες τις μαύρες σημαίες πειρατικά της για να κάψουν πόλεις να αιχμαλωτίσουν τους κατοίκους ολόκληρων περιοχών και να διασύρουν βάναυσα τον ανθρωπισμό και την αυτοκρατορία. Ατρόμητοι, σκληροί, άπληστοι και ανελέητοι, δεν δίστασαν να κτυπήσουν ακόμη και την Θεσσαλονίκη. Την πρώτη Κυριακή του Ιουλίου του 904, πενήντα τέσσερα μεγάλα πειρατικά πλοία, με αρχηγό τον περίφημο πειρατή Λέοντα τον Τριπολίτη, αποβίβασαν στην παραλία της νύμφης του Θερμαϊκού χιλιάδες ημίγυμνους Άραβες, γιγάντιους Αιθίοπες, σωστά αφρικανικά θηρία, οι οποίοι επιδόθηκαν αμέσως στη σφαγή κάθε αιχμαλώτου που δεν ήταν νέος ή δεν είχε χρήματα. οι Θεσσαλονικείς, βοηθούμενοι από μια μικρή ομάδα σλάβων τοξοτών που υπηρετούσαν την αυτοκρατορία, αντιστάθηκαν γενναία και κατάφεραν με τάξη και πειθαρχία να οπισθοχωρήσουν  και να καταφύγουν στο Χορτιάτη.
Ο Τριπολίτης ενεργώντας αστραπιαία, και αφού αποκόμισε τεράστια λεία, έφυγε αμέσως επειδή φοβήθηκε τυχόν επέμβαση του αυτοκρατορικού στόλου. Ο Ιωάννης Καμενιάτης καταγράφει ότι εκτός των λαφύρων απήγαγαν «είκοσι και δύο χιλιάδες παίδων αμφοτέρων των γενών», και «ουδέ εις των αιχμαλώτων έφερε τρίχα επί του πώγωνος αλλ’ ουδέ προβεβηκυία γυνή εν ταύταις πάσαις ταις χιλιάσιν».
Από τη Θεοδώρα του Θεοφίλου έως την Θεοφανώ του Ρωμανού (825 -960) έγιναν εναντίον της πειρατικής Κρήτης πέντε μεγάλες εκστρατείες, οι οποίες απέτυχαν παταγωδώς. Η Μάνη, η ιδιαίτερη πατρίδα της Αυγούστας, είχε γίνει με τις απόκρημνες σπηλιές της αποικία των Σαρακηνών και είχε ονομαστεί μικρό Αλγέρι. Οι δε κάτοικοί της είχαν σπρωχθεί στα ορεινά της Πελοποννήσου.
Η Θεοφανώ, το πρώτο που απαίτησε από τον έμπιστό της Βρίγγα ήταν η επίλυση του προβλήματος της Κρήτης. «Δεν δικαιούμεθα του θρόνου με υποτεταγμένη τη Μεγαλόνησο. Ή πρέπει να εξαφανιστούν από προσώπου γης οι Σαρακηνοί ή να πάψει να υπάρχει η αυτοκρατορία». Ο ευνούχος Βρίγγας διέθετε ανδρεία, αρσενική καρδιά και παμπόνηρο θηλυκό μυαλό. Ξεκαθάρισε ευθύς εξ αρχής στην Θεοφανώ ότι οι Σαρακηνοί δεν μπορεί να νικηθούν με ορθόδοξο τρόπο γι’ αυτό έπρεπε ο μέγας Δρουγγάριος να είναι ικανότατος αιρετικός στη σκέψη και στα σχέδια και να το λέει η ψυχή του. Σ’ αυτά τα δεδομένα ανταποκρινόταν ένας καταξιωμένος στρατηγός που πολεμούσε τους Άραβες στη Μικρά Ασία. Ο Νικηφόρος Φωκάς γιατί περί αυτού πρόκειται συνειδητός Μιθραϊστής που πάντοτε τον ακολουθούσε η φήμη μιας μέλλουσας νίκης, «του καλού εναντίον του κακού». Διορίστηκε από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο Μάγιστρος και μέγας Δομέστιχος των Σχολών της Ανατολής,  δηλαδή αρχιστράτηγος  των ασιατικών αυτοκρατορικών λεγεώνων. Έπειτα από μια μεγάλη νίκη το 945 εναντίον του Σεϊφ Εδωλλάχ, και των Σαρακηνών εμίρηδων της Μοσούλης, της Ταρσού και της Τρίπολης, είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των Αράβων. Ο πατέρας του Βάρδας Φωκάς έφερε το προσωνύμιο Νικηφόρος, λόγω του ότι «έφερε πάντα τη νίκη» και ήταν ένας αληθινά δημοτικός ήρωας ξακουστός για τις μεγάλες νίκες του εναντίον των Αράβων.
Ο Κουροπλάστης Λέων Φωκάς ήταν ο ικανότερος αδελφός του, που τον αντικατέστησε όταν ο ίδιος ανέλαβε την εκστρατεία της Κρήτης. Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για τον Νικηφόρο Φωκά με βάση τις μαρτυρίες των χρονικογράφων, γιατί οι περιγραφές θα χαρακτηρίζονται  ή από ένα μεγάλο θαυμασμό ή μια κακόλογη εμπάθεια. Αιρετικός, βλάσφημος, άδικος και ανίκανος για τους μεν, θεοσεβής, δίκαιος και ικανότατος για τους δε. Όλοι όμως συμφωνούν για την ανδρεία, την ρητορική του ικανότητα και την πειθώ με την οποία κέρδιζε τους στρατιώτες του. Τρομερός σε δύναμη έφερε πάντοτε μαζί του το τρομερό απελατίκι του καθώς και ένα δίμητο κοντάρι, το οποίο λέγεται ότι πετώντας το εναντίον θωρακισμένου Αγαρηνού, διαπέρασε το θώρακα και βγήκε στην πλάτη του.
Όταν τον κάλεσε η Θεοφανώ ήταν 47 ετών στην ακμή της ηλικίας του και ο Σουμπερζέ σημειώνει ότι τυφλώθηκε από έρωτα προς την σκληρή και πανέμορφη Θεοφανώ. Παρά το ότι ο επίσκοπος  Λουϊπράνδος σε επιστολή του προς τον Όθωνα τον Α’ τον παρουσιάζει κακάσχημο, σιχαμερό και βρωμιάρη νάνο, οι χρονικογράφοι μας τον θέλουν έναν πανέμορφο και ψηλό άνδρα με πλατύ μέτωπο και έντονα αρσενικά χαρακτηριστικά. Γύρω απ’ το διορισμό του Νικηφόρου ως αρχιστράτηγου, υπήρξαν βεβαίως πολύ μεγάλες αντιρρήσεις και από την εκκλησία και από την αυλή. Η Θεοφανώ όμως με συμβουλή του Βρίγγα είχε επιλέξει τον αρχηγό της εκστρατείας που έμελλε μετά το θάνατο του Ρωμανού να γίνει σύζυγός της. Η εκστρατεία έπρεπε να γίνει το ταχύτερο δυνατόν, όχι μόνον γιατί στηριζόταν στις ικανότητες του  Νικηφόρου, αλλά γιατί οι περιστάσεις ήσαν κάτι παρά πάνω από ευνοϊκές για τους Βυζαντινούς.
Εκείνη την εποχή είχε ξεσπάσει μια μεγάλη διαμάχη στον Αραβικό κόσμο. Ο σουλτάνος Μουίζου Εδωλλάχ, Οι  εμίρηδες της Περσίας, του Ιράκ, της Μεσοποταμίας, οι Χαβδανίδες Νασσέρ Εδωλλάχ και Σεϊφ Εδωλλάχ, είχαν μεγάλες έριδες μεταξύ τους και κατ’ εκτίμηση του Βρίγγα ήταν αδύνατον να βοηθούσαν τους Σαρακηνούς της Κρήτης. Αρχαίος νόμος του Ρωμαϊκού κράτους απαγόρευε στους «Έλληνες»και τους αιρετικούς να στρατεύονται. «Προστατεύομεν.. και καθάπαξ μη μετέχειν της ημετέρας πολιτείας… ταύτα τοίνυν επί τοις αλητηρίοις Έλλησι και Μανιχαίοις» (ΒΙ, Ι, 19 Νομοκανόνας 6.3).
Ο πρώτος όρος που έθεσε ο Νικηφόρος ήταν η άρση αυτού του νόμου ώστε να μπορέσει να επιστρατεύσει τους Έλληνες Απελάτες, τους Μαρδαίτες, και τους Μανιχαίους. Αφού αυτό έγινε, με εξαιρετική ταχύτητα επιδόθηκε στις προετοιμασίες και οι στρατεύσιμοι άρχισαν να συνωστίζονται στη Βασιλεύουσα. Βάραγγοι, Ρώσοι θηριώδεις στην εμφάνιση κατέφθαναν κατά χιλιάδες με τα μονόξυλά τους, ατσαλένιοι Φράγκοι, ιππότες του Βορρά, καβάλα στα περήφανα άτια τους, αγριωποί στην όψη Γότθοι, Μακεδόνες ντυμένοι με την παραδοσιακή πολεμική στολή τους, Θράκες βουνίσιοι, Βλάχοι φημισμένοι, προπομποί, όλοι συγκροτούσαν με την άγρια εμφάνισή τους μια ακαταμάχητη πολεμική μηχανή. Σε όλη αυτή την λεγεώνα των ξένων, που ξεπερνούσαν τις εννιακόσιες χιλιάδες, πρωτεύουσα θέση κατείχαν οι αδάμαστοι Σλάβοι λογχοφόροι, οι εγκατεστημένοι στις όχθες των ποταμών της Μακεδονίας και οι εξαιρετικοί Δαλματοί (Τουλμούζοι) τοξότες. Επικεφαλής της επιχειρήσεως μπαίνουν τέσσερις χιλιάδες Απελάτες Μαρδαίτες, περιβόητοι αιρετικοί Μανιχαίοι, και εικονοκλάστες, αληθινοί Αλβιγάνοι της Ανατολής. Οι Απελάτες φημίζονταν ως οι θηριωδέστεροι των στρατιωτών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας πιστοί στον Ήλιο και τον Μίθρα, υπάκουαν μόνο στον δικό τους αρχηγό τον Κατεπάνω ή Καπετάνιο. Η Άννα Κομνηνή ομολογεί, ότι ήταν έτοιμοι με μια διαταγή, να πιούν το αίμα του εχθρού. Ο στόλος που επρόκειτο να μεταφέρει τα στρατεύματα ήταν απειράριθμος και είχε ναύαρχο τον Μέγα  Δομέστιχο και Δρουγγάριο Μιχαήλ. Ο Μάγιστρος Συμεών, σύγχρονος των γεγονότων, καταγράφει δύο χιλιάδες δρόμωνες με τέσσερις σειρές κωπηλατών επί της γέφυρας, υπήρχε δε ένας ψηλός ξύλινος πύργος, το Ξυλόκαστρο, από όπου οι τοξότες τόξευαν τους αντιπάλους. Αυτό όμως που καθιστούσε ανίκητα τα πλοία ήταν ένα φοβερό μηχάνημα που διέθεταν και από το οποίο εξακοντιζόταν το Ελληνικό πυρ ή υγρόν πυρ. Στην πλώρη κάθε δρόμωνα υπήρχε η κεφαλή ενός λιονταριού ή άλλου θηρίου που είχε το στόμα του ανοιχτό σαν να βρυχόταν. Μέσα από αυτό το θηριώδες στόμα, δίκην πυροσβεστικών σωλήνων, έβγαιναν οι περιλάλητοι σίφωνες, γεμάτοι από το καταχθόνιο μίγμα που δημιουργούσε μια πύρινη θανατηφόρα βροχή, η οποία πυρπολούσε και διέλυε κάθε εχθρική αντίσταση. Υπήρχαν ακόμα εκατοντάδες μικρά πυρπολικά σκάφη, χιλιάδες δρόμωνες βαρέως τύπου που εφοδιασμένοι με βαλλίστρες εκτόξευαν κατά του εχθρού, εκτός από βλήματα λίθινα ή σιδερένια, διάφορα σκεύη με χημικά μίγματα, ζεστό λάδι ή λίπος, και καλάθια γεμάτα δηλητηριώδη ερπετά. Ακόμα σημειώνεται και η παρουσία χιλιάδων μικρών Ρωσικών Παμφύλων γεμάτων Ρώσων, από τις ναυτικές μοίρες της Αδριατικής Ιλλυρίας, Δαλματίας και Καλαβρίας. Δημιουργήθηκε έτσι ένας ακατανίκητος στόλος που ξεπερνούσε τις τριακόσιες χιλιάδες σκάφη και που απαρτιζόταν από μεγάλα, μέτρια και μικρά σκάφη, από αμέτρητες χιλιάδες ρωσικά μονόξυλα, και από τεράστια μεταγωγικά, ιππαγωγούς και αποβατικά. Όλα πια ήταν έτοιμα. Ο Αύγουστος Ρωμανός, και η Αυγούστα Θεοφανώ, τον Ιούλιο του 960 δίνουν το σήμα του απόπλου κάτω από τις ζητωκραυγές του πλήθους «Νίκας», «Νίκας».
Ο στόλος κραταιός και μεγαλοπρεπής, κινείται αργά κατά μήκος της Προποντίδας, και σταθμεύει στην αρχαία Πέρινθο, προκειμένου να δοθούν οι τελευταίες οδηγίες. Η ρότα χαράζεται στη μεγάλη γαλέρα καπιτάνα (Γαλεάτσα καπετάνα) και ορίζονται ως σταθμοί η Προκόννησος , η Άβυδος, η Πευκία, η Τένεδος και παραπλέοντας την παραλία της Τρωάδας, η Μυτιλήνη. Όταν η νηοπομπή έφτασε στο νησί της Σαπφούς, αλαλαγμοί και ζητωκραυγές κάλυψαν τον αέρα. Η Λέσβος, αυτό το πανέμορφο και καταπράσινο νησί, είχε σχεδόν ερημώσει από τις επιδρομές των Σαρακηνών της Κρήτης και οι λιγοστοί κάτοικοι κυριολεκτικά λιμοκτονούσαν. Ο σκληροτράχηλος Μέγας Δουγγάριος, διέταξε να επισιτιστούν οι κάτοικοι και επέτρεψε στους αιρετικούς Απελάτες και Μανιχαίους την εις «τον βουν ευχή». Πρόκειται για τη θυσία του ταύρου που τελείται μετά την νίκη του καλού επί του κακού στο όνομα του Μίθρα. Είναι τα περίφημα ταυροβόλια του Νικηφόρου. Τα πρόσωπα των πολύπαθων Μυτιληνιών  άστραψαν, «από χαράν έλαμπον». Από τότε, από τον Ιούλιο του 960 και ως σήμερα, ανήμερα του Αγίου Χαραλάμπους και υπό τη σκέπη της Ελληνικής Εκκλησίας, τελούνται στην Μυτιλήνη τα ταυροβόλια για να μην ξεχαστεί ποτέ αυτό το τεράστιο ναυτικό εγχείρημα. Από τη Μυτιλήνη,  ο στόλος πήγε στη Χίο και από κει στα Φίγελα της Σάμου, όπου ενώθηκε με τον στόλο των Κιβυρραιωτών.
Παρατηρούμε ότι αυτό το ταξίδι δεν ακολούθησε μια απ’ ευθείας πορεία, γιατί ο τεράστιος αριθμός των πλοίων ήταν αδύνατον να διατηρήσει συνεχή σύμπλοια. Ο τελευταίος λοιπόν σταθμός γίνεται στα Φύγελα, όπου συναθροίστηκε και καταμετρήθηκε ολόκληρος ο στόλος χωρίς απώλειες. Από εκεί και πέρα, η ρότα ήταν τελείως άγνωστη, η θάλασσα πολύ επικίνδυνη, και αφού τα διάφορα βραχονήσια αποτελούσαν το ιδανικό κρησφύγετο των πειρατών, υπήρξε μια σημαντική καθυστέρηση. Ματαίως αναζητήθηκαν πλοηγοί για να οδηγήσουν το στόλο. Και ενώ η απελπισία άρχισε να κυριαρχεί, ξαφνικά κάνει την εμφάνισή του ένα καΐκι με Καρπάθιους βουτηχτάδες. Αυτοί οι εξαιρετικοί γόνοι της ναυτικής Ελλάδας, χωρίς περιστροφές ανέλαβαν να οδηγήσουν τον Βυζαντινό στόλο με ασφάλεια και χωρίς απώλειες στις ακτές της Κρήτης.
Από τα Φύγελα η διαδρομή που ακολουθείται είναι Νάξος, Σποράδες, Ίος, Θηρασία, Θήρα, νησίδα Χριστίνα και νήσος Δία, απέναντι από το σημερινό Ηράκλειο. Εδώ ο στόλος ανασυντάσσεται δίδονται οι τελευταίες  οδηγίες και η απόβαση είναι έτοιμη. Από την Δία ως την Κνωσσό η απόσταση είναι περίπου σαράντα στάδια, δηλαδή 7200 μέτρα.
Ο Εμίρης της Κρήτης Αβδελαζίλ (Αβδ-ελ-Αζίζ-ελ-Ομάρ-ελ-Σισαίφ) με σύνεση και προσοχή προετοίμασε την άμυνα των παραλίων πόλεων, οχυρώνοντας τις ακτές. Όλος ο Βυζαντινός στόλος έφτασε συγχρόνως στις ακτές της Κρήτης. Είναι άγνωστο σε ποιο σημείο έγινε η απόβαση, και η οποία άρχισε αμέσως. Και ενώ οι Δαλματοί τοξότες και οι Σλάβοι σφενδονιστές ανάγκαζαν τους Άραβες να απομακρυνθούν, οι μεταγωγικοί δρόμωνες κόλλησαν στην άμμο, και τότε άνοιξαν τεράστιες πόρτες και τις σύνδεσαν με τη στεριά τοποθετώντας τεράστιες ξύλινες γέφυρες. Έκπληκτοι και φοβισμένοι από το θέαμα, οι Άραβες έβλεπαν τους Βυζαντινούς θωρακίτες να βγαίνουν έφιπποι από τα πλευρά των πλοίων και να εξορμούν εναντίον τους. Κατά χιλιάδες πέφτουν στη θάλασσα τα Ρώσικα μονόξυλα, ενώ τα πυρφόρα πλοία στρέφουν τους σίφωνές τους κατά του εχθρού. Οι βασιλικοί Μακεδόνες πεζομάχοι και οι φοβεροί στη θέα Απελάτες, συντεταγμένοι σε φάλαγγα και καλυμμένοι από τις τεράστιες ασπίδες τους, όρμησαν σαν λέοντες με προτεταμένες τις λόγχες εναντίον των Σαρακηνών. Οι Αγαρηνοί με λευκές κελεμπίες άλλοι γυμνοί από τη μέση και πάνω, και άλλοι σιδηρόφρακτοι υπό τις κραυγές και τις παροτρύνσεις των Δερβίσηδων, αμύνονται ηρωικώς. Όμως τώρα ο Βυζαντινός στρατός δεν είναι όπως άλλοτε. Οι Σαρακηνοί κατασφάζονται και ποδοπατούνται από τα βαριά άλογα των Φράγκων ιπποτών. Τα κεφάλια ους λειώνονται από τα κτυπήματα της κορίνας των Απελατών. Πολύ σύντομα υπό τις ιαχές των Βυζαντινών τρέπονται σε φυγή. Μόλις ανασυντάχθηκαν οι Βυζαντινοί, μια μοίρα Θρακών ανιχνευτών υπό τον γενναιότατο Θράκα στρατηγό Παστιλά, ξεκίνησε για αναγνώριση εδάφους. Η ατμόσφαιρα ήταν καταμυρωμένη από την ανθοφορία και την καρποφορία των δέντρων το τοπίο καταπράσινο και όλα αυτά άσκησαν μια γοητευτική επίδραση στους προσκόπους από τη Θράκη, οι οποίοι υποκύπτοντας στον πειρασμό, επιδόθηκαν στην κοπή φρούτων ελαττώνοντας έτσι την προσοχή τους. Τότε οι ενεδρεύοντες Άραβες τους κατέλαβαν εξ απήνης. Ύστερα από απεγνωσμένη αντίσταση, ολόκληρη η μοίρα μαζί με τον Παστιλά κατεσφάγη.
Η ήττα αυτή ήταν ένα γερό μάθημα για τους Βυζαντινούς, οι οποίοι κατάλαβαν ότι η πειθαρχία και η επαγρύπνηση θα τους οδηγούσε στη νίκη. Ο στρατηγός εξέδωσε σκληρότατες διαταγές. Λέγεται ότι σε μια πορεία αντιλήφθηκε ότι ένας στρατιώτης λόγω κόπωσης και υπερβολικού καύσωνα είχε πετάξει την ασπίδα. Αμέσως τον επέπληξε και έδωσε εντολή στον αξιωματικό του αγήματος  που ανήκε ο εν λόγω στρατιώτης να επιβάλει τιμωρία μαστιγώματος και ρινοτομής. Έπειτα από μερικές ημέρες σε επιθεώρηση που έκανε διαπίστωσε ότι ο αξιωματικός είτε από λύπη είτε διότι θεώρησε ότι η τιμωρία ήταν σκληρή δεν την εφάρμοσε. Εξαγριωμένος ο Νικηφόρος είπε στον αξιωματικό: «Νομίζεις, άθλιε, ότι εσύ αγαπάς περισσότερο από εμένα τους στρατιώτες; Αν ο εχθρός σε τοξεύση πως θα σωθής χωρίς ασπίδα;». Αυτά είπε και μετάθεσε την τιμωρία από τον στρατιώτη στον αξιωματικό.
Χωρίς χρονοτριβή ο Νικηφόρος διέταξε επίθεση κατά της ίδιας της πρωτεύουσας. Κατόπιν ολιγοήμερης πορείας και ενώ οι κάτοικοι των χωριών και των πόλεων έφευγαν πανικόβλητοι συναποκομίζοντας ότι μπορούσαν από τα υπάρχοντά τους, στις αρχές του 961, οι Βυζαντινοί βρίσκονται μπροστά στον ξακουστό Χάνδακα. Κατά την επιθεώρηση των τειχών διαπίστωσε ότι απόπειρα άλωσης της πόλης διά εφόδου θα ήταν μάταιη. Γι’ αυτό κύκλωσε την πρωτεύουσα των Αράβων εφαρμόζοντας στενή πολιορκία. Προκειμένου δε να εξεγείρει την μεταφυσική πίστη των στρατιωτών, έδωσε εντολή να κτιστεί στο μέσον του στρατοπέδου ένας υπέρλαμπρος ναός αφιερωμένος στο όνομα της Άσπιλης Παρθένου. Η αοριστία της αφιέρωσης συνέδεσε ακόμα περισσότερο τους στρατιώτες οι οποίοι ανάλογα με τα πιστεύω τους προσέβλεπαν στην Παρθένο. Οι Άραβες έκπληκτοι είδαν ένα ωραίο πρωί να υψώνεται μπροστά στα τείχη ένας τεράστιος περικαλλής ναός του οποίου ο τρούλος ήταν πιο ψηλός από τον μιναρέ του μουσουλμανικού τεμένους της πρωτεύουσας τους. Η εντός τεσσάρων ημερών αποπεράτωση του ναού προκάλεσε τον θαυμασμό αλλά συγχρόνως εξήψε την φαντασία των δεισιδαιμόνων  μουσουλμάνων, οι οποίοι απέδωσαν το γεγονός σε θεϊκή επέμβαση. Και η πολιορκία άρχισε. Ο Μέγας Δομέστιχος δεν βιαζόταν. Ενώ περιέσφιγγε σαν βρόγχος το Ηράκλειο, αποκλείοντας κάθε επαφή των πολιορκημένων με τον έξω κόσμο διάφορα στρατιωτικά τμήματα επιδίδονταν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε όλο το νησί του Μίνωος.  Ιχνηλάτες από το «Αψίκιο των Θρακών», σαν κυνηγάρικα σκυλιά έφταναν ως τις απόκρυφες σπηλιές του Ψηλορείτη απ’ όπου ξετρύπωναν τους τρομοκρατημένους Αγαρηνούς τους οποίους αν ήταν γέροι και γυναίκες τους κατάσφαζαν και αν ήταν νέοι τους παρέδιδαν στους δουλεμπόρους οι οποίοι κατά εκατοντάδες ακολουθούσαν το στράτευμα.
Ο Χειμώνας του 961 ήταν ανθρωποκτόνος. Εκτός από το αβάσταχτο κρύο, άρχισε να θερίζει τους πολιορκημένους η πείνα και η αρρώστια. Η ατμόσφαιρα μύριζε θάνατο. Αλλά και στο βυζαντινό στρατόπεδο τα πράγματα δεν ήταν ρόδινα. Συνέπεσε εκείνη τη χρονιά να πλήξει ολόκληρη την ανατολή μια φοβερή σιτοδεία. Ολόκληρα χωριά, ακόμα και πόλεις, ξεκληρίζονταν, ενώ στην πρωτεύουσα οι μαυραγορίτες ζητούσαν απίστευτα ποσά για ένα «μόδιο σίτου». Ο πρωθυπουργός Βρίγγας αγόρασε τεράστιες ποσότητες σταριού αντί οποιουδήποτε τιμήματος αφουγγραζόμενος την επιθυμία της πανέμορφης μανιάτισσας αφέντρας  του. «Θα αποθάνωμε εξ ασιτίας, αλλά η Κρήτη θα περιέλθη εις χείρας των Ελλήνων».
Παράλληλα κηρύχτηκε ένας αμείλικτος πόλεμος εναντίον των μονοπωλούντων μεταπρατών, μειώνοντας έτσι την σπανιότητα των τροφίμων και ρίχνοντας τις τιμές κατά το ήμισυ. Συγχρόνως νηοπομπές με μεταγωγικά έμφορτα μεγάλων ποσοτήτων τροφίμων καθημερινά απέπλεαν από τη Βασιλεύουσα για την Κρήτη, επαναφέροντας την ευμάρεια στο Βυζαντινό στρατόπεδο. Ο Εμίρης της Κρήτης γηραιός και συνετός Κουρούπας εκλιπαρούσε την αρωγή των ομοπίστων του Φατμίδων Χαλιφών της βορείου Αφρικής και της Ισπανίας χωρίς ανταπόκριση.
Οι Άραβες της Ανδαλουσίας έστειλαν κατασκόπους οι οποίοι μπήκαν κρυφά στον Χάνδακα για να εκτιμήσουν την κατάσταση έφυγαν όμως έντρομοι όταν διαπίστωσαν ότι οι ορδές των ληστών και των αιμοσταγών κουρσάρων βάδιζαν αμετάκλητα προς την καταστροφή. Εν τούτοις,  ο Εμίρης των Σαρακηνών της Ταρσού προσπάθησε να βοηθήσει ηγούμενος ο ίδιος ικανής δυνάμεως Αιθιόπων πολεμιστών. Οι Βλάχοι όμως ανιχνευτές ειδοποίησαν τον Νικηφόρο, ο οποίος έστειλε ένα σώμα αιρετικών Απελατών που σφαγίασε τους Σαρακηνούς. Ο Καραμούντης μόλις που γλύτωσε κρυμμένος σε μια σπηλιά. Λίγο αργότερα τέσσερις χιλιάδες ισλαμιστές βάδισαν εναντίον των Βυζαντινών. Ο Νικηφόρος έχοντας ενημερωθεί από δύο Κρήτες αυτόμολους, δεν αρκέστηκε στην άμυνα αλλά εκμεταλλευόμενος την πανσέληνο, έπεσε εναντίον τους νύχτα και τους εξολόθρευσε, κατασφάζοντάς τους  «ΑΠΑΝΤΑΣ»!.
Φαίνεται σ’ αυτή τη μάχη ότι πρωτοστάτησαν οι Αρμένιοι πολεμιστές από το μεγάλο Αρμένικο Θέμα. Αυτή η μάχη συνδυάστηκε εκ μέρους των Αράβων με μια συντονισμένη έξοδο στην οποία πρωτοστάτησε ο ίδιος ο Εμίρης Κουρούπας. Χίλιοι πεντακόσιοι ιππείς σφενδονιστές, τριανταέξι χιλιάδες πεζομάχοι, ντυμένοι με αλυσιδωτούς θώρακες, με λευκές κελεμπίες και ξυρισμένα κεφάλια «ως όνειδος», παροτρυνόμενοι από τον Εμίρη τους, που τους υποσχόταν τις ηδονές των τριών Παραδείσων του Προφήτη, όρμησαν ξαφνικά εναντίον των Βυζαντινών. Και εδώ η κατασκοπία είχε δουλέψει σωστά. Ο Νικηφόρος, ο οποίος τους περίμενε, προσποιούμενος ότι τρέπεται σε φυγή, τους παρέσυρε μακριά από τα τείχη, αποκλείοντας τους την επιστροφή. Η σφαγή που επακολούθησε υπήρξε φρικώδης. Ο τραγικός Εμίρης που διεύθυνε από τις επάλξεις του κάστρου την επίθεση, σε μια απέλπιδα προσπάθεια βοήθειας στους παγιδευμένους ομοθρήσκους του, έκανε πέντε συνεχείς εξόδους χωρίς αποτέλεσμα. Οι κραυγές του Νικηφόρου που παρότρυνε τους πολεμιστές του ακούγονταν βροντερές ενώ οι επευφημίες των Απελατών υπέρ «της θείας αυτοκράτειρας και μητέρας όλων» κυριαρχούσαν παντού.
Η νίκη για μια ακόμη φορά έστεψε τα όπλα των Βυζαντινών, χωρίς όμως να αλωθεί το Ηράκλειο. Την επομένη ο ανίκητος στρατηγός διέταξε τους στρατιώτες του να συγκεντρώσουν στο κέντρο του στρατοπέδου όλα τα κεφάλια των νεκρών Αράβων, πληρώνοντας ένα ασημένιο νόμισμα ανά κεφαλή. Πολλά από αυτά τα μακάβρια λάφυρα τα έμπηξαν σε κοντάρια και τα έστησαν όρθια έξω από τα τείχη σε θέα των πολιορκημένων. Συγχρόνως άρχισαν να βομβαρδίζουν τον Χάνδακα όχι με τεράστιους λίθους αλλά με ανθρώπινα κεφάλια τα οποία τοποθετούσαν στις εξφενδονιστικές βαλλίστρες αντί των πέτρινων βλημάτων. Θρήνος και κοπετός κατάρες κλάματα και επικλήσεις στον Αλλάχ, για σωτηρία υπήρξε το αποτέλεσμα αυτού του τερατώδους βομβαρδισμού και οπωσδήποτε οδήγησε στην ισχυρή  πτώση του ηθικού των πολιορκημένων. Σε αντιπερισπασμό οι δεισιδαίμονες Άραβες άρχισαν να «κάνουν μάγια στους άπιστους». Μια πανέμορφη Σαρακηνή μάγισσα ανέβηκε στην κορυφή του κάστρου και δείχνοντας τα απόκρυφα μέλη της, έβγαζε άναρθρες κραυγές χλεύαζε και έβριζε τον αυτοκράτορα πετώντας δεξιά και αριστερά διάφορα μαγικά αντικείμενα. Μη αρκούμενη όμως σε αυτά εξετράπη σε πράξεις «δεινότατης ασέβειας». Έβγαλε όλα τα ρούχα της και γυμνή μπροστά στα μάτια των στρατιωτών έκανε τα μαγικά της τερτίπια.
«Λέγεται γαρ κατόχους είναι Κρήτας μαντείαις και βωμολοχίαις και πλάναις προς τους Μανιχαίους και τον Μωάμεθ παραλειφότας ανέκαθεν».  [Λέων ο Διάκονος].
Η πολιορκία  κράτησε οκτώ μήνες. Στο διάστημα αυτό έλαβαν χώρα διάφορα γεγονότα δόξας μεγαλείου τόλμης ανδρικού θάρρους χυδαιότητας και θηριώδους σκληρότητας. Στο τέλος του χειμώνα του 961, Έλληνες νησιώτες μπουρλοτιέρηδες κατάφεραν να ανατινάξουν ένα ασθενές σημείο του τείχους, δημιουργώντας όρυγμα μέσα από το οποίο μπήκαν στην πόλη οι Βυζαντινοί. Ο Άραβας ιστορικός Navairi υπολογίζει τους νεκρούς ομοφύλους του σε διακόσιες χιλιάδες ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά που πουλήθηκαν στους δουλεμπόρους καταγράφει ότι ήσαν πάνω από τριακόσιες χιλιάδες. Ακόμα ο Λέων ο Διάκονος κάνει υπαινιγμό «περί αιματηράς εκατόμβης Κρησσών παρθένων». Η λαφυραγωγία ξεπέρασε κάθε όριο. Για μια περίοδο εκατόν πενήντα χρόνων οι Βερβερίνοι πειρατές του Αιγαίου είχαν συγκεντρώσει σε αυτήν την Αγαρηνή φωλιά, τη λεία και τα πλούτη αναρίθμητων ελληνικών πόλεων του αρχιπελάγους. Ο Κουρούπας, οι γυναίκες του και ο πρωτότοκος γιός του Ανεμάς σύρθηκαν αλυσοδεμένοι μαζί με τους θησαυρούς τους και όλους τους πολεμικούς αρχηγούς για να στολίσουν τον θρίαμβο του καλλίνικου στρατηγού. Ο Χάνδακας καταστράφηκε για να ξεπηδήσει μέσα από τα ερείπιά του το θρυλικό ελληνικό Ηράκλειο. Το φρούριο, τα μουσουλμανικά τεμένη, και κάθε τι που θύμιζε Άραβες ισοπεδώθηκε. Κτίσθηκε καινούργιο κάστρο, στο οποίο εγκαταστάθηκε Βυζαντινός διοικητής με ικανή μοίρα στρατού.
Απ’ όλη την Κρήτη κατέφθαναν πρεσβείες ζητώντας έλεος και εκλιπαρώντας για τη ζωή του άμαχου πληθυσμού. Απ’ αυτούς, άλλοι πουλήθηκαν δούλοι, και άλλοι εκδιώχθηκαν απ’ την Κρήτη. Στην συνέχεια εκτός των χιλιάδων εξισλαμισμένων Κρητών, οι οποίοι επανήλθαν στο ορθόδοξο δόγμα, με μέριμνα του τότε πρωτοεμφανισθέντος Νίκωνος του μετανοείτε, επανεγκαταστάθηκαν στην Κρήτη όλοι εκείνοι οι απόγονοι του Μίνωος οι οποίοι για να αποφύγουν την Αραβική μάχαιρα, είχαν διασκορπισθεί σε όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας. Αυτή  τη δημογραφική αναγέννηση της Κρήτης, ενίσχυσαν και πολλά στρατιωτικά σώματα από τον Πόντο και τον Καύκασο. Έπειτα από λίγο διάστημα ο Φωκάς ανακαλείται στην Κωνσταντινούπολη.
Λέγεται ότι την ανάκληση την έκανε η ίδια η Θεοφανώ, επειδή φοβήθηκε μήπως οι μεγάλες νίκες ξεσηκώσουν τα μυαλά του θρυλικού στρατηγού και του εμπνεύσουν τον πόθο να σφετερισθεί το αυτοκρατορικό αξίωμα.
Στις 15 Μαρτίου του 963, και ενώ ο Νικηφόρος Φωκάς βρισκόταν καθ’ οδόν προς την Κωνσταντινούπολη, πέθανε ο αυτοκράτορας Ρωμανός ο Β’, σε ηλικία 24 ετών και τα στρατεύματα με τον λαό ανακήρυξαν βασιλέα των βασιλέων τον τροπαιούχο στρατηγό, τον εκπορθητή του Χάνδακα. Έξι μήνες μετά τον Αύγουστο του 963 η πανέμορφη Θεοφανώ που δεν μπορούσε να χωνέψει πως ο κακάσχημος Νικηφόρος της άρπαξε τον θρόνο καταφέρνει και παντρεύεται τον νέο αυτοκράτορα.
Στις 10 Δεκεμβρίου του 969 οδηγεί η ίδια τον ερωμένο της Ιωάννη Τσιμισκή, ανεψιό του αυτοκράτορα σε δολοφονία του Νικηφόρου και στην κατάκτηση του θρόνου. Ο έρωτας αυτός δεν ευδοκίμησε και η αυτοκράτειρα εξορίσθηκε στην νήσο Πρώτη για να επανεμφανισθεί το 976 στο πλευρό του νέου αυτοκράτορα, του γιού της, Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου.
Η Θεοφανώ η Λάκαινα, ως Βυζαντινή βασίλισσα, δεν ήταν μόνο έξυπνη, αλλά και πολύ φιλόδοξη. Διέθετε άρτια ελληνική μόρφωση και αγαπούσε υπέρμετρα τον Ελληνισμό. Αυτή ήταν και η αιτία που ο πατριάρχης Πολύευκτος φρόντισε να την απομονώσει  στη νήσο Πρώτη. Επί πλέον η θρυλική Μανιάτισσα ήταν μια πολύτεκνη μητέρα που φρόντιζε για την ελληνοπρεπή μόρφωση των πορφυρογέννητων παιδιών της, Βασίλειου, Κωνσταντίνου, Άννας και Θεοφανούς. Ο Βασίλειος και ο Κωνσταντίνος έγιναν αυτοκράτορες, η μικρή Θεοφανώ αυτοκράτειρα της αγίας Γερμανίας και η Άννα, Τσαρίνα πασών των Ρωσιών. Και οι δύο νεαρές πριγκίπισσες αποτέλεσαν κυριολεκτικά τον πολιτικό, και πολιτιστικό μοχλό του εξανθρωπισμού της Ευρώπης.
Βασίλης Μυσίρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες