Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Γεώργιος Καραϊσκάκης


Ζωίτσα Ντιμισκὴ  καλογερεύει
   μὰ ἡ μοίρα της ἀλλιῶς τχε γραμμένο.
   Δημήτρης Καραΐσκος τὴν πλανεύει,
συνταίριασμα πικρὸ μὰ εὐλογημένο,
   ἀφοῦ Ἀρχάγγελος θὰ ξεπετιόταν
   ἀπ’ τὸ κλινάρι τὸ κριματισμένο,
ἡ Ῥωμιοσύνη πού τὸν χρειαζόταν.
   Κι ὅταν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐφάνη
   κ’ ἡ Ἑλλάδα σὰν ἠφαίστειο ταραζόταν
Αὐτός πού οἱ μοῖρες εἴχανε μοιράνει
   τοῦ Ἀγῶνα γίνηκεν ὁ μπροστολάτης
   καὶ καθημερινὰ  θαύματα κάνει,
καινούργιος Ἀχιλλέας καστελοπάτης.
   Ἡ Ἑλλάδα Καραϊσκάκη τόνε κράζει,
   μὰ δρακοκτόνο ϊ-Γιώργη στήν καρδιά  της
τὸν ἔχει καὶ τὸ στόμα μέλι στάζει
   κάθε πού θὰ δοξάζει τ’ ὄνομά του.
   Μὰ καὶ στόν οὐρανὸ τὸν ἀνεβάζει
μὲ τὸ πειραχτικὸ παράνομά του:
   «ὁ Γιόκας τῆς Καλογρις!» Μ’ ἐκεῖνο,
   τῆς δόξας του ἥλιο καὶ τερπνὴ σκιὰ του
μπαίνει στήν ἱστορία, κι ὡσὰν κρίνο
   στά δυὸ του τίμια χέρια τὸ βαστάζει,
   πού τὸ ἀποθέτουν ἐπιτάφιο θρῆνο
μὰ κι ἄνθος Εὐαγγελισμο ὡς ταιριάζει
   στς θεϊκς Ἑλλάδας σου τὰ πόδια.
   «Βεζύρη μου ἔχω τὸ σπαθί!» φωνάζει
ἀπὸ παιδάκι, κάνοντας τὰ εἰσόδια
   τὰ φοβερὰ του στή φωτιὰ τοῦ Ἀγώνα,
   καθὼς τὸ νοῦ του ψήλωναν τὰ ἐμπόδια
καὶ οἱ συμφορὲς μεγάλωναν τοῦ αἰώνα.
   Τὰ δυό μικρὰ βαθουλωτὰ του μάτια,
   τσακμάκιζαν σ’ ἐκεῖνον τὸν κλαυθμώνα,
ἐρειπωμένα φέγγοντας παλάτια
   δόξας παλις, μὰ χάριζαν κι ἐλπίδες.
   Παράξενα στά ὀνείρατά του ἄτια
κάλπαζαν καὶ τοῦ σκλάβου οἱ σταυρωτῆδες
   μὲ τὰ κρανία τους ψηλὲς πυργώναν
   μακάβριες, ὅμως δίκαιες, πυραμίδες.
Τῆς ἐπανάστασης φωτιὲς τοὺς ζώναν
   κι ἐσὺ ἀρχιστράτηγος καὶ πρωτοστάτης
   Ἀρχάγγελος τίς σύμπαγες. Κορώναν
οἱ ἐκδικήτριες φλόγες τῆς Ἄτης
   πού κάναν τοὺς ῥαγιάδες, Ἑλληνάδες
   καὶ χλόμιαζε ἀπὸ τρόμο ὁ ξενομπάτης,
τὸν ὕπνο του πού λιάνιζαν βραχνάδες.
   Κι ἐσὺ ὁ χωρὶς πατέρα, μς ἐγίνης
   πατέρας μὲ θυμοὺς καὶ χωρατάδες
γνωρίζοντας σοφὰ πότε νά δίνεις
   ἀγάπη στά πληγιάρικα παιδιά σου
   καὶ πότε μ’ αὐστηρότη νά τὰ κρίνεις.
Στόν κίνδυνο βαροῦσες τὰ μεριά σου
   κι ἔδειχνες τ΄ἀχαμνὰ καταφρονώντας
   μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν ἐχτρό. Ἡ θωριά σου
τότε τ΄ἀγγελικὸ της παρατώντας
   μὲ τὸ δαιμονικὸ της πλιζόταν
   τὴν ἄβυσσο κατάματα κοιτώντας,
καθὼς νοῦς καὶ καρδιά σου πυρωνόταν
   ἀπ’ τή λαχτάρα τῆς Ἐλευθερίας
   καὶ τὸ χτικιάρικο κορμὶ σωνόταν
μέσα στήν πυρκαγιὰ τῆς Ἱστορίας.
   Ῥούμελη βαλεσὴς μπρός στόν Κιουτάχη
   ἐστάθης, κι ἀρχαγγελικς χορείας
ἔνσαρκος ταξιάρχης, πρὶν τή μάχη
   τοῦ Ἀνάλατου ποὺ θ’ ἀναλαμβανόσουν
   σὰν ἄλλος Ἡρακλῆς κρατώντας στάχυ
ἀπὸ τὸν ἅγιο ἀγρό πού παθαινόσουν
   ὅλη σου τή ζωή ν’ ὀργωματίζεις.
   Ἔτσι στο Γένους σου ἀποκρινόσουν
τὸ κάλεσμα. Προσήλια φτερουγίζεις
   ἐδ καὶ χρόνια, ὡραῖος σὰν τὴν δέα
   καὶ σὰν ἀρχαῖος ναός. Κι ὅλο φωτίζεις
τοῦ Ἔθνους τὰ αἱματόβρεχτα μηναῖα
   καὶ πανταχοῦ παρών. Κάθε σελίδα
   καὶ κάθε ἀράδα τους φέγγει μοιραία
τοῦ ὀνόματός σου ἡ ἀγαθὴ μερίδα.
   Καὶ ἰδοὺ ἡ Ἀράχωβα σὲ στεφανώνει
   ὑμνώντας τοῦ σπαθιοῦ σου τή λεπίδα
καὶ ἡ νοιξη ὁλοτρόγυρα φουντώνει
   ἀπὸ τὸν βάρβαρο πιὰ λυτρωμένη.
   Κι ἰδοὺ τὸ Μεσολόγγι πού ἀψηλώνει
καὶ μές στή φλόγα του διαρκῶς πηγαίνει
   κατὰ τὸν οὐρανό, πνεῦμα σὰ νναι.
   Μὲ τὸ γραφτὸ του ἡ μοίρα σου δεμένη
γιά Λευτεριὰ ἢ χαμὸ καθὼς κιννε
   τοῦ Σολωμοῦ τὰ ὡραῖα τὰ παλικάρια.
   Στόν Πλάτανο στά Κράβαρα σὲ πνε
ἔπειτα τῆς ὀργῆς σου τὰ φεγγάρια,
   ὅπου γιά λίγο θὰ στρατοπεδέψεις
   ἀνασαιμιὰ νά πάρεις στά λογκάρια,
ἄρρωστο σῶμα νά γιατροπορέψεις
   καὶ νά ῥοδίσει τὸ χλομό σου διῶμα,
   ὥσπου στό Φάληρο βουβὸς νά ρέψεις
μὴν εὔρει τίποτε νά φάει τὸ χῶμα.
   Κι ἀπὸ τὸν Πλάτανο μπρός στήν Δρομβαίνα,
   δαιμονικὸς κι ἀγγελικὸς κόμα
Τοῦ Γένους θυμιατίζεις τ΄ἁγιασμένα
   καὶ τὰ ἱερά, προσμένοντας τὸ θάμα
   πράξη νά γίνουν τὰ θεοταμένα.
Καὶ στή Μπουρσιώτισσα κάνεις τὸ τάμα
   τὸ ἄρρωστον αἷμα σου νά καινουργώσει,
   χρυσή καντήλα τάζοντας μὲ κλάμα.
Καὶ δέν ἀργεῖ ἡ ἀξιότη νά φουντώσει,
   μές στό λειψόν ἀσκητικό σου σῶμα
   καὶ τὸ λιγνό σου χέρι νά χουφτώσει
τὸ γιαταγάνι, ἀφήνοντας τὸ στρῶμα
   τῆς ἀρρωστις. Λάμπει τὸ καριοφίλι
   τώρα στό Δίστομο. Πίνει τὸ χῶμα
αἵματα πού ποτίζουν τὸν Ἀπρίλη
   τῆς Λευτερις γοργά πού καταφτάνει
   μές ἀπ’ τοῦ Γένους τὴν Ὡραία Πύλη,
νεκροὺς καὶ ζωντανοὺς νά τοὺς εὐφράνει.
   Τὸ κάστρο τῆς Ἀθήνας παραπέρα
   σὰ θεϊκὸ ὁλόλευκο γεράνι,
μέσα στήν Ἀττικὴ λαμπάζει μέρα
   καὶ τελετὲς πανάρχαιες συλλογιέται
   πού χάθηκαν γιά πάντα στόν ἀγέρα…
Τὸ κάστρο τῆς Ἀθήνας μας πατιέται
   γιά αἰῶνες, Καραϊσκάκη, κ’ ἦρθε ἡ ὥρα
   ἐκεῖ μόνο ἡ Ἑλλάδα νά εὐλογιέται!
Τὸ σβέρκο σκύβει πάλι ἀκέρια ἡ χώρα
   καὶ ἡ ἐπαναστάση σιγαλοσβήνει
   μές στο Ἀσιάτη τή χαλαζομπόρα.
Μὰ ἐσὺ στρατάρχη ὁλόρθος ἔχεις μείνει
   μέσα στόν πανικὸ καὶ τὴν τρομάρα
   καὶ στν λιπόψυχων τή σκοτοδίνη,
ἀπὸ ἡμιθέων ὡς κρατιέσαι φάρα.
   Κι ὡς τὰ Προπύλαια στρατοπεδεύεις,
   ὁ ἥλιος σου σκορπάει τὴν κατσιφάρα
κι ἀπάνω στή δυσχέρεια θριαμβεύεις.
   Καστέλα – Κερατσίνι οἱ νέοι σκοποί σου.
   Στόν Πειραιά πιὰ ξεκαβαλικεύεις
καὶ γύρω σου οἱ λεβέντες  γγελοί  σου
   μ’ ἐσὲ Πρωτοσπαθάριο Ταξιάρχη.
   Τή Λευτεριὰ κοιτάζεις πού μιλε σου
κ’ ἐσένα τῶν ραγιάδων τὸ στρατάρχη
   δείχνει σοφὰ νά ὁρμς ἐκεῖ πού πρέπει,
   ἐκεῖ πού ἀληθινὴ ἀνάγκη ὑπάρχει,
τῶν μαχητῶν σου τὶς ψυχὲς ὡς σκέπει.
   Κι ὁ Ντεριγνής μπρός στήν Λειψοκουτάλα
   πάνω ἀπ’ τὴν καπιτάνα του σὲ βλέπει
καὶ ἡ κουτουράδα σου τοῦ φέρνει ἀντράλα.
   Τὸν τρώει ἡ περιέργεια  τί θὰ κάνεις:
   στόν Κιουταχὴ μπροστὰ θ' ἀσκήσεις πάλα
διαλέγοντας σὰν ντρας νά πεθάνεις,
   ἢ ντροπιασμένος θὰ πισωγυρίσεις;
   Τὸν πισινό σου στρέφεις του καὶ κλάνεις
τοὺς δόλιους λογισμοὺς του νά ξορκίσεις.
   «Ναύαρχε, παίζει ὁ ποῦτζος μου κλαρίνα
   παίζει καὶ τουμπερλέκια ἂν τὸ ζητήσεις!...
Γιά λευτεριὰ ‘ναὶ ἡ ἅγια μας ἡ πεῖνα
   καὶ τόπο γιά ντροπῆς φευγιὸ δέν ξέρω.
   Φέρ΄τὸ βρακί σου κυρὰ Κατερίνα
γιά τὸν κιοτή. Ἀχρείαστο καὶ χαίρω
   πού ὀρδινιάζω ἀθάνατα λιοντάρια
   τή Λευτεριὰ μαζὶ τους γιά νά φέρω!
Σπείραμε τὸ χωράφι μας, θὰ ‘χουμε στάρια».
   Κι ἐνῶ μὲ τούτα ὁ νοῦς του ἀποκρινόταν
   στά γαλλικὰ κι ἐγγλέζικα σκαθάρια,
γιά τὴν τυχη μάχη συνταζόταν.
   Ἡ μεταμόρφωσή του πιὰ εἶχε γίνει
   κι ὁ μέσαθε ἄγγελός του εὐπρεπιζόταν
στς δυσκολίας πλασμένος τὸ καμίνι
   καὶ γιά τὸν Οὐρανὸ του ξεκινάει,
   τὸ τελευταῖο παλαμάρι ὡς λύνει.
Ἡ Παναγία ἡ Μπρουσιώτισσα βλογάει
   στο Ἀνάλατου τή μάχη τὸ κορμί σου
   πού κείτεται στό χῶμα, ἐνῶ βαστάει
βρέφος στήν ἀγκαλιὰ της τὴν ψυχή σου!

Παπαθανασόπουλος Θανάσης




1 σχόλιο:

  1. Ζωίτσα Ντιμισκή ήταν το όνομα της μάνας του Καραϊσκάκη. Μπουρσιώτισσα είναι το μοναστήρι στον Μπουρσό Ευρυτανίας. Το καντήλι του που έκανε τάμα υπάρχει και σήμερα στο ναό. Το βρακί της Κατερίνας ήταν ένα παλιοβράκι που έσερνε μαζί του ο Καραϊσκάκης για να φοβερίζει τους δειλούς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες