Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Διονύσιος Σολωμὸς

Στὴν περισυλλογὴ καὶ τὴ γαλήνη
φωτόδεντρο ἡ ὀνειροφαντασιὰ σου
ποὺ ἠχολογεῖ κι ἀστράφτει ἔξω ἀπ’ τὴ δίνη
τὴν κοσμικὴ. Χαρὰ σου ἡ μοναξιὰ σου.
Ἡ φλόγα σου γυρεύει νὰ σὲ κάψει
κι ὅμως στὸ τέλος γίνεται δροσιὰ σου
ἀφοῦ πόνεσες τόσο κι ἔχεις κλάψει.
Μονάχα στὶς κορφάδες ἀνασαίνεις
καθὼς τὸ πεπρωμένο σοῦ ‘χει γράψει
καὶ τὶς λίγες χαρὲς σου τὶς μικραίνεις.
Κρύβεις βαθιὰ σου τὸ μαργαριτάρι
καθὼς λέξεις τῆς γλώσσας σου λειαίνεις
νὰ ξαναπάρουν τὴν παλιὰ τους χάρη,
ἀπ’ ἄχρηστο λαφρύνοντὰς τες βάρος.
Λιτὲς τὶς θέλεις νὰ εὐωδοῦν θυμάρι
καὶ νὰ περσεύει μέσα τους τὸ θάρρος.
Χτυπᾶ ἡ καρδιὰ στὸ δυνατὸ σου στῆθος
τῆς νέας μοίρας μας ποὺ στέκει Φάρος.
Προβάλλει καὶ τὸ  Γένος ἀπ’τὸ βῦθος
ρωτώντας σε: «Ὑπάρχω;» «Ναὶ ὑπάρχεις,
στὸ νέο τραγούδι μου ζώπυρος μῦθος!»
Ἔτσι τοῦ ἀποκρίθης, ὁ γενάρχης
τῆς ποίησὴς  μας, ἐμπνευσμένος ὄντας
τραγουδιστὴς καὶ λογοπολεμάρχης,
τοῦ λυρισμοῦ τὴν πράξη ἐπιχειρώντας.
Ὁ ἀγέρας στὴν Ἑλλάδα ὅλο φαρμάκι
κ’ἡ Δόξα τῶν Ψαρῶν κουτσοπηδώντας
τὰ ἀρλεκίνικὰ της βάζει ράκη
καὶ κλαίει ἀπὸ ντροπὴ γιὰ ὅσα συμβαίνουν.
Κι ὁλάνοιχτοι τοῦ ἐμφυλίου οἱ λάκκοι,
οἱ νέοι τοῦ Ἔθνους μας νὰ κατεβαίνουν.
Μὰ στήνει ὁ Ἔρωτας μὲ τὸν Ἀπρίλη
χορὸ στὸ Μεσολόγγι καὶ σωπαίνουν
τοῦ μίσους καὶ τῆς διαβολῆς τὰ χείλη.
Θυσίας ἀγέρα πίνουνε τὰ στήθη
καθὼς ἀνθίζει ὁ φράχτης χαμομήλι
καὶ οἱ Θερμοπῦλες βγαίνουν ἀπ’τὴ λήθη.
Ἱερουργεῖ ἡ καρδιὰ, χορεύει ὁ νοῦς σου
ποὺ ξαναζοῦν στὸ «Ἁλώνι»  ἀρχαῖοι μῦθοι
καὶ γίνονται μετῶπες τοῦ ναοῦ σου.
Τ’ ἀσκητικὰ σου χέρια δὲ χορταίνουν
νὰ γράφουν γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Λαοῦ σου
καὶ μὲ Πινδάρου πνεῦμα νὰ τὸ ντένουν,
ἀχάλαγο νὰ μείνει στὸν αἰώνα.
Στίχοι τοὺς Ἕλληνες ποὺ θὰ ζεσταίνουν
πέρα κι ἀπὸ τῆς λήθης τὸν πυλώνα.
Χτὲς ἔβρεξε καὶ γλύκανε ὁ ἀγέρας
καὶ οἱ πολιορκημένοι μὲ κορώνα
κρυφὴ στὴν κεφαλὴ, οὐράνιο γέρας,
βουβοὶ ἀνηφορίζουν γιὰ τὴ θύρα
τῆς Παντοδυναμίας. Τ’ἅγιο δέρας
πῆραν ἀπ’τὴν ἀνάγκη κι ἀπ’τὴ Μοίρα.
Τοῦ τύραννου ἡ ἀνείπωτη σκληρότη
τοὺς δίνει ὑπομονὴ, δωρίζει πείρα
καθώς προσεύχονται μὲ ταπαινότη.
Κιουτάχης καὶ Μπραΐμης στὸ λαγκάδι·
οἱ ἀπανωτοὶ τῶν κανονιῶν τους κρότοι
κανένα δὲ φοβίζουν καὶ σὰν χάδι,
φτάνουν στ’αὐτιὰ γλεντιοῦ σὲ πανηγύρι.
Καὶ οἱ λέξεις σοφιλιάζουνε στὸ ὑφάδι
τοῦ Ὕμνου σου χρυσοπλεγμένοι γῦροι,
ντυμένες τὸ μαγνάδι τῆς ψυχῆς σου.
Πίνεις ἀπ’τῆς θυσίας τὸ ποτήρι
καὶ πίνουν τόσοι Ἕλληνες μαζὶ σου!
Μπάυρον, Πετέφι, Πούσκιν σὲ θωροῦνε
ἐκστατικοὶ ἀπ’τὴ μουσικὴ φωνὴ σου
καὶ ἰσόλαμπρή τους φλόγα σὲ θαρροῦνε.
Μὰ ἐσὺ ἀπ’τῆς Ζάκυνθος τὸ μετερίζι
κοιτάζεις μυστικὰ τοὺς ποὺ μοχθοῦνε
γιὰ Λευτεριὰ, κι ὁ χάρος τοὺς θερίζει.
Ἀραχνοΰφαντες φοροῦν ἐσθῆτες
σὲ Φεγγαροντυμένες κι ἂς γαυγίζει
σκύλος δυσοίωνος θανάτους κ’ἧττες.
Κι ὁ μεταφυσικὸς σὲ συνεπαίρνει
ἀγέρας ποὺ πυρώνει τοὺς προφῆτες,
καὶ ἡ ἀθωότη σου ἁπαλογέρνει
σὰν κλάδος χρυσᾶ  μῆλα φορτωμένος,
ποὺ ὁ δρόλαπας τοῦ αἰώνα τόνε δέρνει.
Λάμπεις, τὴν καλοσύνη σου ντυμένος,
κι ἂς σὲ ξεσχίζουν τοῦ καιροῦ τὰ βάτα
καὶ πᾶς εὐτυχισμένος – πονεμένος
στὴ δύσβατη τῆς εἱμαρμένης στράτα.
Στὴ μνήμη σου ἀκριβοδίκαιοι αἶνοι
ποὺ οὐρανικὴ τοὺς κρούει μαντολινάτα.
Ἡ  Αἰμιλία Ροδόσταμο λουσμένη
στὸ φῶς. Μὰ ὁ Λάμπρος σὲ φριχτὸ σκοτάδι
χαμένος, τὴ Μαρία του προσμένει
τῆς τραγωδίας νὰ πλεχτεῖ τὸ ὑφάδι.
Κλωτσᾶ ἡ καρδιὰ στὸ ἀρρωστημένο στῆθος
καθὼς στὴν κόλασή τους πάνε ὁμάδι,
νὰ θρονιαστοῦν στὸ ἄπατό της βύθος.
Στὶς ἐξοχὲς τὰ δέντρα ὅλα ματιάσαν
καὶ τῆς Λαμπρῆς φωτίζει ὁ ἅγιος μύθος
ποὺ οἱ πικραμένοι τόνε ψυχοπιάσαν.
«Στερνὸς πιστός σου,  Θεέ μου, ο διάβολός σου»,
θὰ ψιθυρίσει ὁ Λάμπρος. Ἀραχνιάσαν
τὰ μάτια του κι οὔτε σταγόνα δρόσου
στὰ χείλη του. Καρβουνοπολιτεία,
ποιητὴ, ὅλα ἔχουν γίνει στὸ μυαλό σου,
ὅπου τοῦ ἀνθρώπου ἐχάθη ἡ αὐθεντία.
Ἔρμος καὶ μόνος στὸ νησί σου νιώθεις
καὶ βγαίνεις στὴν πνευματικὴ ζητεία.
Κορνάρο μὰ καὶ Σίλλερ ἀναγνώθεις
βάζοντας στὸ ρομαντισμὸ μας τέλος.
Κι ἀφοῦ τῆς νέας ποίησης ἐζώθης
τὴ λαμπερὴν ἀρμάτα, ρίχνεις βέλος
χαρᾶς κατὰ τὸν ἥλιο τῆς ψυχῆς σου
πίσω σου ἀφήνοντας τὸ μαῦρο ἕλος
τῆς ἀναστάτωσης κάθε πληγῆς σου.
Πολὺ τρανὲς οἱ  βεβαιότητές σου
καὶ μάλαμα οὐρανόπεμπτο ἡ σιγή σου.
Κοιτάζεις πίσω ἀπ’τὶς κληματαριές σου
τὴ θάλασσα, κρυφὰ ποὺ σ’ἐνθαρρύνει
ἀρτύζοντας μὲ φῶς τὶς ἐνοχές σου
καὶ μὲ πληγὲς τὴν κομπορρημοσύνη.
Ἀπ’τὴ βροχὴ πλυμένο ξεροτοίχι
λάμπει  τὸ ἔργο σου θεΐκὴ εὐφροσύνη,
ὡς τοῦ χαμογελάει Τέχνη καὶ Τύχη.
Καὶ τὸ ρουθούνι ὀσμίζεται λιβάνι
κι ἀπὸ τὸ κοιμητήρι φτάνουν ἦχοι
ποὺ τοῦ Λάμπρου ὁ βρικόλακας τοὺς κάνει
μὲ πρόσωπο χαλκοπρασινισμένο.
Μὰ ὁ ἥλιος γρήγορα θὰ τὸ ξεκάνει,
τὸ μνῆμα ἰσιάζοντας τὸ ἀνασκαμμένο.
Κι ὅταν οἱ δειλινὲς βαφὲς χλωμιάζουν,
τὸ πνεῦμα τοῦ Ροΐδη εὐτυχισμένο
καθώς οἱ ἔπαινοί σου τὸ θυμιάζουν,
σοῦ κάνει συντροφιὰ. Ρίγανες, μέντες
στὴν ἔπαυλή σου τρόγυρα ευωδιάζουν.
Ἁλατισμένα χωρατὰ, κουβέντες
πηγαίνουν κι ἔρχονται σὰν χελιδόνια
ἀνάμεσα σὲ πόπολο κι ἀφέντες
σὰ νἄχουν λιώσει τῆς ψυχῆς τὰ χιόνια.
Μὰ ἡ στεναχώρια σου ξαναφουντώνει
κάθε ποὺ τὸ κορμὶ γυρεύει ἀφιόνια
καὶ στὴ βερντέα τὸ χέρι σου ἁπλώνει.
Παράπονο σ’ἀδιάβατο φαράγγι
βγάζει ἡ καρδιά σου, ὁ θάνατος σὲ ζώνει
μὲ φράχτη ἀπὸ βελονωτὸ σπαράγγι
καὶ θλίψη ὁ ξεπεσμὸς σου σὲ γεμίζει.
Στὰ μυστικὰ νερὰ ἑνὸς ἄλλου Γάγγη
καιρὸς νὰ ξαναβαφτιστεῖς· μυρίζει
τέλος μιᾶς περιόδου, ἀρχὴ μιᾶς ἄλλης
καὶ σ’ἄλλο κῆπο πρέπει ὁ νοῦς ν’ἀνθίζει
καὶ σ’ἄλλον Μάη σὰν μενεξὲς νὰ θάλλεις.
Φτερούγισμα καινούργιο μᾶς μηνᾶνε
τοῦ «Κρητικοῦ» σου οἱ στίχοι, μιᾶς μεγάλης
δημιουργίας προάγγελλοι σὰ να ‘ναι.
Γιὰ φέξε μας καλό μου ἀστροπελέκι
τὶς ὀμορφιὲς νὰ ἰδοῦμε ποὺ κρατᾶνε
στὸ ἕνα χέρι ἀνθὸ, στ’ἄλλο πελέκι
κι ὅπου περνοῦν φωτίζονται κι ἁγιάζουν,
κι ἐδῶ χτίζουν ναὸ, σπίτι παρέκει.
Τὸν «Κρητικὸ» οἱ στερήσεις ἀνεβάζουν
σ’ἑνὸς ἄγνωρου σύμπαντος τὰ ὕψη
καὶ μυστικὲς φωνὲς ψηλὰ τὸν κράζουν,
μ’ἀπόκοσμη γεμίζοντάς τον θλίψη.
Κάποιο κρυφὸ μυστήριο τὸν στενεύει
τῆς μαγεμένης γῆς ποὺ θὰ τοῦ λείψει.
Μὰ ὁ πὸθος του ἀπὸ πάντα τὸν παιδεύει
κι ἀπὸ τὴ φύση τρυφερὸ κλωνάρι
κρατάει κατὰ τὰ ὕψη ὡς ἀλαργεύει
σταφανωμένος τοῦ χαμοῦ τὴ χάρη.
Ἀνύποπτος πεζογελοῦσες ναύτη,
τὸ φονικὸ πρὶν σὲ ξεσχίσει ψάρι
ποὺ τὰ γλυκὰ αἵματά σου τώρα λάφτει.
Ἄγρυπνη ἡ κόλαση σοῦ ἐστήθη γύρω,
μὰ ὁ οὐρανὸς τὰ φῶτα του σοῦ ἀνάφτει.
Ὅμοια κι ἐσὺ μέσα στὸν ἔνθεο λῆρο,
καλόγερε Διονύσιε στολίσου
κι ἀλείψου μὲ τῆς δόξας τ’ἅγιο μῦρο.
Θὰ λάβεις τὴ στερνὴ θεράπαψή σου
κινώντας στ’οὐρανοῦ τ’ἄγνωρα μέρη.
Ἀφοῦ μᾶς δώρισες τὴν ποίησή σου
μέσα στ’ἀστέρια θὰ γενεῖς ἀστέρι!...


Θανάσης Παπαθανασόπουλος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες