Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Ὁ ἡ­ρω­ϊ­κὸς τρό­πος ζω­ῆς κα­τὰ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Συ­κου­τρῆ

Ὁ Συ­κου­τρῆς ἦ­ταν γό­νος τοῦ ἰ­ω­νι­κοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ καὶ εἶ­χε τὴν ὀ­δυ­νη­ρὴ ἐμ­πει­ρί­α τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α αὐ­τὴ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ὑ­πο­φέ­ρει.  Ἦ­ταν ἔν­θερ­μος πα­τρι­ώ­της. Ἡ Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ κα­τα­στρο­φὴ τοῦ εἶ­χε προ­ξε­νή­σει τε­ρά­στι­α ψυ­χι­κὴ ὀ­δύ­νη.  Σύμ­φω­να μὲ τὸν Ι. Θε­ο­δω­ρα­κό­που­λο, μί­α ἀν­τι­νο­μί­α τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τάς του ἦ­ταν τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἄν καὶ κλασ­σι­κὸς φι­λό­λο­γος, ἦ­ταν ρο­μαν­τι­κὴ ψυ­χὴ, αἰ­ο­λι­κὴ, ἀ­νει­ρή­νευ­τη φύ­ση.
Φι­λο­σο­φι­κὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πεῖ ὅ­τι ὁ Συ­κου­τρῆς ἦ­ταν το­πο­θε­τη­μέ­νος στὸν ἄ­ξο­να τοῦ Ἑλ­λη­νο­χρι­στι­α­νι­σμοῦ, πι­ὸ κον­τὰ στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πό­λο. Ἄν καὶ κα­τη­γο­ρή­θη­κε ὡς ἄ­θε­ος, ἀ­πὸ πολ­λὲς ἐ­πι­στο­λὲς του, συ­νά­γε­ται ὅ­τι πί­στευ­ε στὸ Θε­ὸ. Στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ συμ­πο­σί­ου γρά­φει ὅ­τι «ἡ ὕ­παρ­ξις τοῦ Θε­οῦ δὲν ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται οὔ­τε χρει­ά­ζε­ται δι­ὰ τὸν πι­στεύ­οντ’ ἀ­πὸ­δει­ξις». Ἦ­ταν ὅ­μως ταυ­τό­χρο­να ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ νιτ­σε­ϊ­κὸ κλῖ­μα ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε στὴν με­σο­πο­λε­μι­κὴ Γερ­μα­νὶ­α, ὅ­που ἔ­κα­νε τὶς με­τα­πτυ­χι­α­κές του σπου­δὲς. Ἀ­πόρ­ροι­α αὐ­τοῦ τοῦ κλί­μα­τος εἶ­ναι ἡ ἡ­ρω­ϊ­κὴ ἀν­τί­λη­ψη τῆς ζω­ῆς, τὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­λύ­ει ἔ­ξο­χα σ’­ἕ­να κεί­με­νό του μὲ τί­τλο  «Φι­λο­σο­φί­α τῆς ζω­ῆς». Ἐ­κεῖ ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι «τὴν ἐ­πο­χήν μας χα­ρα­κτη­ρί­ζει πτῶ­σις τοῦ αἰ­σθή­μα­τος ζω­ῆς κι ὅ­τι ὁ εὐ­δαι­μο­νι­σμὸς εἶ­ναι ὑ­πο­κα­τά­στα­το καὶ πα­ραί­σθη­σις, πρᾶ­ξις ἀ­πο­γνώ­σε­ως, ὀ­λι­γο­ψυ­χί­ας καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ἀ­θλι­ό­τη­τος».  Πε­ρι­γρά­φει ἀ­κο­λού­θως δι­α­φό­ρους ἰ­δε­α­τούς τύ­πους τῆς προ­σω­πι­κῆς στά­σης τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πέ­ναν­τι στὰ με­γά­λα προ­βλή­μα­τα τῆς ζω­ῆς: τὸν μη­δε­νι­σμὸ, τὸν εὐ­δαι­μο­νι­σμὸ, τὸν ἀν­θρω­πι­σμὸ, τὸν θρη­σκευ­τι­σμὸ κ.λπ.
«Ἡ ἡ­ρω­ϊ­κὴ ἀν­τί­λη­ψις τῆς Ζω­ῆς ἀ­να­χω­ρεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴν, ὅ­τ’ ἡ Ζω­ὴ εἶ­ν’­ἕ­νας δι­αρ­κὴς ἀ­γὼν, μί­α ἀ­δι­ά­κο­πος, χω­ρὶς τέρ­μα καὶ χω­ρὶς στα­μά­τη­μα, μά­χη ἐ­ναν­τί­ον τῆς φύ­σε­ως, ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων, ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας. Ἑ­πο­μέ­νως καὶ ὁ ἄν­θρω­πος, κά­θε γε­νε­ᾶς ὁ ἄν­θρω­πος, ἀ­πο­τε­λεῖ μί­αν συ­νε­χῆ με­τά­βα­σιν πρὸς κά­τι ἄλ­λο, πρὸς κά­τι ἀ­νώ­τε­ρον. Ὄ­χι πρὸς ἕ­να δι­α­φο­ρε­τι­κὸν εἶ­δος ὀρ­γα­νι­κοῦ ὄν­τος (τὸν ὑ­πε­ράν­θρω­πον π.χ. τοῦ Νίτ­σε), ἀλ­λὰ πρὸς τὸ νὰ γί­νῃ φο­ρεὺς μι­ᾶς ἀ­νω­τέ­ρας, δη­λα­δὴ ἐν­το­νω­τέ­ρας καὶ πλου­σι­ω­τέ­ρας μορ­φῆς τῆς Ζω­ῆς. Ἔτ­σι κά­θε ἄν­θρω­πος ἀ­ξι­ό­λο­γος εἶ­ν’ ἕ­νας πρό­δρο­μος , ποὺ ἀν­τλεῖ τὸ νό­η­μα τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς του ὄ­χι ἀ­π’­τὸ πα­ρελ­θὸν οὔ­τ’­ἀ­πὸ τὸ πα­ρὸν,  ἀλ­λ’ ἀ­π’ τὸ μέλ­λον καὶ μό­νον.  Τὸ πα­ρελ­θὸν ὡς  πα­ρελ­θὸν τὸ  ἀ­γνο­εῖ,  πρὸς  τὸ  πα­ρὸν εὑ­ρί­σκε­ται εἰς  πό­λε­μον συ­νε­χῆ.  Ὄ­χι μό­νον πρὸς  ἐ­κεῖ­νο τὸ  πα­ρὸν, τὸ  ὁ­ποῖ­ον δὲν  εἶ­ναι εἰς τὴν  οὐ­σί­αν του, πα­ρὰ ἐ­πι­βί­ω­σις τοῦ  πα­ρελ­θόν­τος,  ἤ μᾶλ­λον δι­α­τή­ρη­σις τοῦ  σώ­μα­τος αὐ­τοῦ,  ὀ­φει­λο­μέ­ν’ εἰς  τὴν  δει­λί­αν ἤ  τὴν  νω­θρό­τη­τα τῶν   συγ­χρό­νων ἀν­θρώ­πων·  ὁ  ἡ­ρω­ϊ­κὸς ἄν­θρω­πος μά­χε­ται καὶ πρὸς τὸ γνή­σι­ον πα­ρὸν, τὸ πα­ρὸν ποὺ ζῇ γύ­ρω του καὶ ζῇ μέ­σα του».
«Καὶ ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς κεῖ­ται ἡ τρα­γι­κό­της τοῦ ἡ­ρω­ϊ­κοῦ ἀν­θρώ­που. Ρι­ζω­μέ­νος εἶ­ναι βα­θύ­τα­τα στὸ πα­ρελ­θὸν, τοῦ ὁ­ποίου εἶ­ναι τὸ ἐ­κλε­κτό­τε­ρον κάρ­πι­σμα· μέ­σα του συμ­πυ­κνώ­νει εἰς μο­να­δι­κὸν βαθ­μὸν ἐν­τά­σε­ως τὸ πα­ρὸν – καὶ ὅ­μως ἀρ­νεῖ­ται τὸ πα­ρὸν καὶ τὸ μά­χε­τ’ ἐν  ὀ­νό­μα­τι τοῦ μέλ­λον­τος, τὸ ὁ­ποῖ­ον ζῇ ὁ ἴ­δι­ος προ­λη­πτι­κῶς μό­νον ὡς πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μέ­σα του.  Καὶ τὸ μά­χε­ται μὲ τὰ ὅ­πλα καὶ τὴν ρώ­μην τῆς ψυ­χῆς του, ποὺ εἶ­ναι τοῦ πα­ρόν­τος ὅ­πλα καὶ ρώ­μη, τὸ ὁ­ποῖ­ον κα­τ’­αὐ­τὸν τὸν τρό­πον χρη­σι­μο­ποι­εῖ ταυ­το­χρό­νως καὶ κα­τα­πο­λε­μεῖ.  Ἔτ­σι το­πο­θε­τεῖ ὁ ἴ­δι­ος τὸν ἑ­αυ­τόν του, ἐ­κλέ­γων οὕ­τως εἰ­πεῖν τὸ ἐ­πι­κιν­δυ­νό­τε­ρον ση­μεῖ­ον, μέ­σα εἰς τὴν ὁρ­μὴν καὶ τὴν ὀρ­γὴν παν­το­δα­πῶν συγ­κρού­σε­ων.  Συγ­κρού­σε­ων πρὸς τοὺς συγ­χρό­νους του, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὸν μι­σοῦν, δι­ό­τι μι­σοῦν τὸ μέλ­λον εἰς τὸ πρό­σω­πόν του. Συγ­κρού­σε­ων πρὸς τὸν ἴ­δι­ον τὸν ἑ­αυ­τὸν του, μι­ᾶς πά­λης με­τα­ξὺ τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τός του, ποὺ ἀ­νή­κει εἰς τὸ πα­ρὸν καὶ τῶν δυ­να­το­τή­των του, ποὺ ἀ­νή­κουν εἰς τὸ μέλ­λον, ποὺ θὰ τὰς πο­λε­μή­σῃ καὶ πά­λιν ἐν ὀ­νό­μα­τι ἄλ­λων δυ­να­το­τή­των ἀ­πὸ τὴν στιγ­μὴν ποὺ θὰ γί­νουν πραγ­μα­τι­κό­της».
«Κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πον ζῇ ταυ­το­χρό­νως ὁ ἡ­ρω­ϊ­κὸς ἄν­θρω­πος τὸν με­γα­λύ­τε­ρόν του πό­νον καὶ τὴν με­γα­λυ­τέ­ραν του ἐλ­πί­δα. Ζῇ τὴν συν­τρι­βὴν καὶ τὸν πό­νον του, ἀλ­λὰ ζῇ μα­ζὶ καὶ τὴν ἠ­θι­κὴν ἀ­ναγ­και­ὸ­τη­τα τοῦ πό­νου καὶ τοῦ χα­μοῦ του. Κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρον: Ἐ­ρω­τεύ­ε­ται τὴν συν­τρι­βήν του, τὴν χαί­ρε­τ’ ἐκ τῶν προ­τέ­ρων, ἀν­τλεῖ τὴν ἱ­λα­ρω­τέ­ραν του  ἀ­κρι­βῶς πα­ρη­γο­ρί­αν ἀ­πὸ τὴν συν­τρι­βήν του».
«Αἰ­σθά­νε­ται πὼς εἶ­ναι δι­α­λεγ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν Μοῖ­ραν ὡς ἀ­γω­νι­στὴς καὶ ὡς μάρ­τυς, ἀ­φοῦ τὴν ἐ­πι­τυ­χί­αν δὲν τὴν με­τρεῖ μὲ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τ’ ἄ­με­σα,  μὲ ἀ­ριθ­μοὺς καὶ με­γέ­θη, δὲν τὴν με­τρεῖ κἄν δι­ό­λου. Εἶ­ναι τὸ ἀ­λε­ξι­κέ­ραυ­νον, ποὺ θὰ συγ­κεν­τρώ­σῃ ἐ­πά­νω του (θὰ προ­σελ­κύ­σῃ μᾶλ­λον ἐ­θε­λου­σί­ως)  ὅ­λας τὰς κα­ται­γί­δας καὶ ὅ­λα τ’­ἀ­στρο­πε­λέ­κι­α, δι­ὰ νὰ προ­στα­τευ­θοῦν τὰ κα­τοι­κη­τή­ρι­α τῶν εἰ­ρη­νι­κῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀλ­λὰ θὰ τὸ κά­νῃ ὄ­χι ἀ­πὸ πνεῦ­μα ἀλ­τρου­ϊ­σμοῦ καὶ ἐ­θε­λο­θυ­σί­ας ὑ­πὲρ τῶν ἄλ­λων. Εἰς τὴν ἑ­τοι­μό­τη­τα τοῦ κιν­δύ­νου τὸν σύ­ρει μὲ ἀ­κα­τα­μά­χη­τον ἕλ­ξιν ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ θὰ ἔ­λε­γα γο­η­τεὶ­α τοῦ κιν­δύ­νου, ἡ συ­ναί­σθη­σις ὅ­τ’ εἶ­ναι προ­νό­μι­ον τῶν ἐ­κλε­κτῶν (ὄ­χι κα­θῆ­κον ἤ πρᾶ­ξις φι­λαν­θρω­πί­ας) νὰ συν­τρί­βον­ται ὑ­πὲρ τῶν ἄλ­λων -τὸ πο­λυ­τι­μώ­τε­ρον προ­νό­μι­ον! Ὁ ἡ­ρω­ϊ­κὸς ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­ναι τὸ ἄν­θος, δὲν εἶ­ναι ὁ καρ­πὸς –αὐ­τὰ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν τὸ πα­ρὸν καὶ τοῦ πα­ρόν­τος τὴν ἀ­νε­πι­φύ­λα­κτον χα­ρὰν. Εἶ­ναι ὁ σπό­ρος ποὺ θὰ τα­φῇ καὶ θὰ σα­πί­σῃ δι­ὰ ν’­ἀ­να­φα­νῇ τὸ ἄν­θι­σμα καὶ τὸ κάρ­πι­σμα. Εἶ­ν’ ἐ­κεῖ­νος ποὺ θά­πτε­ται δι­ὰ νὰ ἑ­ορ­τα­σθῇ ἡ ἀ­νά­στα­σις, καὶ ἀ­νά­στα­σις χω­ρὶς τα­φὴν δὲν ὑ­πάρ­χει».
«Ἔ­πει­τα ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α ση­μαί­νει φρό­νη­σιν καὶ ἡ φρό­νη­σις εἶ­ναι προ­σαρ­μο­γὴ τῆς ψυ­χῆς πρὸς τὰ πράγ­μα­τα, κα­τα­βι­βα­σμὸς δη­λα­δὴ καὶ ὀ­λι­γάρ­κει­ά της, δι­ὰ νὰ συμ­μορ­φω­θῇ πρὸς τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ κό­σμου. Ἐ­νῷ ἡ σο­φί­α καὶ ἡ ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ ἡ­ρω­ϊ­κοῦ, εἶ­ναι ν’ ἀ­να­βι­βάσ ῇ τὰ πράγ­μα­τα πρὸς τὴν ψυ­χήν του, νὰ τὰ γε­μίσ ῇ μὲ νό­η­μα τό­σον ὥ­στε νὰ γί­νουν ἀν­τά­ξι­ά του. Δι­’­αὐ­τὸ πα­ρέ­χει τὴν ἐν­τύ­πω­σιν ἄ­φρο­νος καὶ εἶ­ναι ἄ­φρων. Ἔ­χει τὴν ἀ­φρο­σύ­νην τοῦ παι­δι­οῦ ποὺ στε­ρεῖ­ται τὴν πο­λυ­ύ­μνη­τον αὐ­τὴν πεῖ­ραν τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τος, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι κα­τὰ βά­θος ὄ­κνος καὶ ὀ­λι­γο­πι­στί­α. Ἐ­νῷ τὸ παι­δὶ εἶ­νι­α παι­δὶ ἀ­κρι­βῶς δι­ό­τι πι­στεύ­ει δι­ό­τ’ ἠμ­πο­ρεῖ ἀ­κό­μη νὰ πι­στεύ­ῃ ἀ­νε­πι­φύ­λα­κτα. Ὁ ἡ­ρω­ϊ­κὸς ἄν­θρω­πος εἶ­ν’ ὁ αἰ­ω­νί­ως νέ­ος –τὶ νὰ τὴν κά­νῃ τὴν φρό­νη­σιν; Εἶ­ναι δι­ὰ τοὺς πε­ζοὺς καὶ τοὺς νοι­κο­κυ­ραί­ους, ποὺ βα­δί­ζουν ἥ­συ­χα καὶ ὁ­μα­λὰ τὸν δρὸ­μον τῆς ζω­ῆς των. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως δὲν βα­δί­ζει· χο­ρεύ­ει».
«Ἄλ­λω­στε πρὸς τὶ νὰ ἐ­ξα­πα­τή­σῃ; Ἐ­ξα­πα­τοῦν οἱ ἑ­τε­ρο­κεν­τρι­κοὶ, αὐ­τοὶ ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται δι­αρ­κῶς μὲ τοὺς ἄλ­λους δι­ὰ νὰ τοὺς ἀν­τι­γρά­φουν ἤ νὰ τοὺς φθο­νοῦν ἤ καὶ τὰ δύ­ο μα­ζὶ.  Ἀ­πα­σχο­λοῦν­ται κά­τ’ ἀ­νάγ­κην, ἀ­φοῦ δὲν εἶ­ναι τό­σον πλού­σι­ον τὸ ἐ­γώ των ὥ­στε νὰ τοὺς ἀ­πα­σχο­λῇ ἐ­κεῖ­νο ἔν­το­να καὶ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὰ. Ὁ ἡ­ρω­ϊ­κὸς ὅ­μως, ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ ἴ­δι­ος κέν­τρον τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του, ἐ­λεύ­θε­ρος εἰς τὴν ἀ­πο­μο­νω­σίν του, ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὸς μὲ τὴν ἀ­πό­στα­σιν εἰς τὴν ὁ­ποῖ­αν κρα­τεῖ τοὺς ἄλ­λους, ἀ­πτό­η­τος, μὲ τὸ θάρ­ρος τῆς προ­σω­πι­κῆς του γνώ­μης καὶ τῆς προ­σω­πι­κῆς του εὐ­θύ­νης, ὑ­πε­ρή­φα­νος μέ­σα εἰς τὸ ἄ­βα­τον τέ­με­νος τῆς μο­να­ξι­ᾶς του. Δι’ αὐ­τὸ δὲν κα­τα­δέ­χε­ται νὰ φθονῇ μή­τε νὰ πα­ραβ­γαίνῇ μὲ τοὺς ἄλ­λους· δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ βε­βαι­ών ῇ εἰς τὸν ἑ­αυ­τόν του μ’ αὐ­τὸ τὸ μέ­σον μὲ τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴν ἀ­να­γνώ­ρι­σίν του, δη­λα­δὴ τὴν ὑ­πε­ρο­χήν του».
«Που­θε­νὰ δὲν φαί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρον ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νει­α τοῦ ἡ­ρω­ϊ­κοῦ ἀν­θρώ­που, πα­ρὰ εἰς τὸν τρὸ­πον ποὺ δι­ε­ξά­γει τοὺς λε­γο­μέ­νους ἀ­γῶ­νας ἰ­δε­ῶν. Δὲν ἀ­πο­βλέ­πει πο­τὲ εἰς τὸ νὰ νι­κήσ ῃ. Τὶ θὰ εἰπ ῇ νὰ νι­κή­σῃ; Νὰ δε­χθοῦν τὰς ἀ­πό­ψεις του; Συμ­φο­ρὰ! Ὁ ἴ­δι­ος ξέ­ρει τὶ τοῦ ἐ­στοί­χι­σεν ὡς ποὺ νὰ κα­τα­λή­ξη εἰς αὐ­τὰς, τὶ τόλ­μη ἐ­χρει­ά­σθη - sapere aude, λέ­γει ὁ ἀρ­χαῖ­ος ποι­η­τὴς – τὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὴν ὡ­ρί­μαν­σιν προ­ϋ­πο­θέ­τει. Ἔτ­σι ἀ­νη­συ­χεῖ μᾶλ­λον πα­ρὰ πο­θεῖ ἐ­κεῖ­νον ποὺ θὰ τὰς δε­χθ ῇ κα­τ’ ἐ­πι­τα­γὴν ἤ ὡς προ­ϊ­ὸν μι­ᾶς συν­τό­μου συ­ζη­τή­σε­ως».
«Δι­ὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σῃ μή­πως ὀ­πα­δοὺς; Εἶ­ν’ ἀ­λη­θὲς ὅ­τι πολ­λοὶ αἰ­σθά­νον­ται τὴν ἀ­νάγ­κην, νὰ κά­νουν προ­πα­γάν­δα δι­ὰ τὰς ἰ­δέ­ας των, σὰν νὰ φο­βοῦν­ται ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­ναι ὀρ­θαὶ ἄν δὲν τὰς ἀ­νε­γνώ­ρι­ζαν καὶ ἄλ­λοι, κα­τὰ τὸ δυ­να­τὸν πο­λυ­α­ριθ­μό­τε­ροι.  Ἀλ­λ’ ἐ­κεῖ­νος γνω­ρί­ζει ὅ­τι ση­μα­σί­αν δὲν ἔ­χει τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νον τῶν ἰ­δε­ῶν ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που, ἀλ­λ’ ἡ  ψυ­χι­κὴ δύ­να­μις μὲ τὴν ὁ­ποίαν τὰς κα­τέ­κτη­σε καὶ τὰς κα­τέ­χει, ὄ­χι τὸ τὶ πι­στεύ­εις ἀλ­λὰ τὸ πῶς πι­στεύ­εις ὅ,τι  πι­στεύ­εις. Ὅ­τι τὰς θε­με­λι­ώ­δεις, τὰς ζω­τι­κὰς πε­ποι­θή­σεις, σοῦ ρυθ­μί­ζει κα­τὰ βά­θος ἡ μοῖ­ρα σου, ὄ­χι τἀ­νά­πα­λιν.  Καὶ ἡ μοῖ­ρα σου εἶ­ναι κά­τι ἀ­πο­λύ­τως προ­σω­πι­κὸν·  δὲν ἠμ­πορῇς μή­τε νὰ τὸ δα­νει­σθ ῇς μή­τε νὰ τὸ δα­νεί­σῃς. Ἔ­πει­τα, τὶ ση­μαί­νει δι­ὰ τὸν ἡ­ρω­ϊ­κὸν ἄν­θρω­πον ὁ ἀ­ριθ­μὸς; Ἐ­κεῖ­νος θέ­λει καὶ ὡς πνευ­μα­τι­κὸς ἄν­θρω­πος ἀ­κό­μη νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὄ­χι νὰ συ­νερ­γά­ζε­ται –εἶ­ναι ἀν­δρι­κό­τε­ρον…»
«Ἔτ­σι καὶ ὅ­ταν ὑ­πε­ρα­σπί­ζῃ τὰς ἀ­πό­ψεις του, δὲν τὸ κά­νει δι­ὰ νὰ τὰς ἐ­πι­βά­λῃ· ἀλ­λὰ δι­ὰ νὰ μεί­νῃ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι. Καὶ ἀ­κρι­βῶς τὸ νὰ εἶ­ναι ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι, ἀ­πο­τε­λεῖ εἰς τὰ μά­τι­α τῶν ἄλ­λων πολ­λά­κις αὐ­τὸ καὶ μό­νον, πο­λε­μι­κὴν. Ἡ ὕ­παρ­ξίς του καὶ μό­νη, ἐ­ξε­γεί­ρει τὸ μῖ­σος· ἀρ­κεῖ νὰ πε­ρι­γρά­φῃ ἁ­πλῶς πῶς εἶ­ναι, καὶ προ­κα­λεῖ ἀν­τι­πά­θει­αν· τό­σον με­γά­λο μέ­ρος ἀ­πὸ τὸ μέλ­λον ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει!  Δι­ό­τι τὸ μέλ­λον εἶ­ναι σκο­τει­νὸν και εἶ­ν’ ὀ­λί­γοι ποὺ δὲν φο­βοῦν­ται τὸ σκο­τά­δι·  οἱ πολ­λοὶ τὸ  φο­βοῦν­ται,  καὶ  ὁ  φό­βος των παίρ­νει πολ­λά­κις τὴν μορ­φὴν ἀν­τι­πα­θεί­ας».
«Καὶ  ὅ­μως σπεί­ρει ἄ­φθο­να τὰ γεν­νή­μα­τα τοῦ νοῦ του. Τὰ σπεί­ρει δι­ό­τι δὲν ἠμ­πο­ρεῖ νὰ κάμ ῃ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ·  ὅ­πως τὸ δέν­τρον πού τι­νά­ζει τοὺς καρ­πούς του σὰν ὡ­ρι­μά­σουν εἴ­τ’ εὑ­ρί­σκον­ται ἀ­πὸ κά­τω εἴ­τε ὄ­χι αὐ­τοὶ ποὺ θὰ τοὺς εἶ­ναι χρή­σι­μοι. Ἔτ­σι καὶ ὁ ἡ­ρω­ϊ­κὸς ἄν­θρω­πος: δι­δά­σκει πα­ρα­συ­ρό­με­νος ἀ­πὸ τὴν πί­στιν του, ὁ­μι­λεῖ πε­ρὶ αὐ­τῆς, ὑ­πο­κύ­πτων εἰς τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴν ὁρ­μὴν ν’ ἀ­να­κοι­νώ­σῃ -ὄ­χι ν’­ἀ­να­κοι­νώ­σῃ· νὰ τρα­γου­δή­σῃ μᾶλ­λον τὴν χα­ράν του καὶ τοὺς θη­σαυ­ρούς του –νὰ ἔτ­σι, ὅ­πως ὁ ἐ­ρω­τευ­μέ­νος ποὺ θὰ ἤ­θε­λεν, εἰς ὅ­λον τὸν κό­σμον νὰ φω­νά­ξῃ τὴν ἀ­γά­πην του καὶ δι­α­βε­βαι­ώ­νει κά­θε φο­ρὰν τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νον του πρό­σω­πον πό­σον τ’­ἀ­γαπᾷ ὄ­χι δι­ὰ νὰ τὸ πεί­σῃ οὔ­τε δι­ὸ­τι φαν­τά­ζε­ται πὼς ἀμ­φι­βάλ­λει, ἀλ­λὰ μό­νον δι­ό­τι εὐ­χα­ρι­στεῖ­ται ὁ ἴ­δι­ος κά­θε φο­ρὰν νὰ τ’­ἀ­κού­ῃ. Ἔτ­σι κι ὁ ἡ­ρω­ϊ­κὸς ἄν­θρω­πος:  εἴ­τε προ­φο­ρι­κῶς ἀ­να­πτύσ­σει πρὸς ἕ­να κοι­νὸν εἴ­τε γρά­φει, κα­τὰ βά­θος εἶ­ν’­ὁ ἴ­δι­ος ἀ­κρο­α­τὴς καὶ ἀ­να­γνώ­στης τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του. Ὁ­μι­λεῖ ἐ­νώ­πι­ον τῶν ἄλ­λων δι­ὰ ν’­ἀ­κού­σῃ ὁ ἴ­δι­ος τὴ φω­νή του δυ­να­τώ­τε­ρα, δι­αυ­γέ­στε­ρα, συ­νει­δη­τό­τε­ρα».
«Ὑ­πε­ρή­φα­νος εἶ­ναι, ὄ­χι ἐ­γω­ϊ­στὴς. Δι­’­αὐ­τὸ σπα­τα­λᾷ τὸν ἑ­αυ­τόν του. Ἡ εὐ­τυ­χί­α του εἶ­ναι νὰ δα­πα­νᾷ ἀ­κρι­βέ­στε­ρον ἀ­κό­μη : νὰ δα­πα­νᾶ­ται.  Ἀ­νε­ξάν­τλη­τος ὅ­πως εἶ­ναι δὲν ξέ­ρει ἀ­ριθ­μη­τι­κὴν. Εἶ­ναι τό­σο πλού­σι­ος ὥ­στε θ’­ἀ­να­πλη­ρώ­σῃ εὔ­κο­λα (τὸ ξέ­ρει) κά­θε ζη­μί­αν· πρός τὶ λοι­πὸν νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζῃ; Ὑ­πο­λο­γί­ζει ὁ πτω­χὸς· ὁ πλού­σι­ος κλεί­νει τὰ μά­τι­α, ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι καὶ σκορ­πᾷ… Ὅ­σα καὶ νὰ σκορ­πί­σῃ, πάν­το­τ’­ἐκ τοῦ πε­ρισ­σεύ­μα­τος θὰ εἶ­ναι».
«Καὶ εἶ­ναι φυ­σι­κὸν· ἀ­φοῦ δι­α­τη­ρεῖ ζων­τα­νὰ καὶ κα­θα­ρὰ τὰ χα­ρί­σμα­τα τοῦ γνη­σί­ου ἀ­ρι­στο­κρά­του: τὴν μο­να­ξι­ά του, τὸ αἴ­σθη­μα τῆς ἀ­νε­πι­μει­ξί­ας, τὸ θάρ­ρος καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα πρὸς πε­ρι­φρό­νη­σιν, τὰς μα­κρο­χρο­νί­ους ἀ­φο­σι­ώ­σεις, τὴν ἀρ­χον­τι­κὴν με­γα­λο­δω­ρί­αν. Πρὸ παν­τὸς τὸ αἴ­σθη­μα τῆς προ­σω­πι­κῆς τι­μῆς, ἐ­νώ­πι­ον τῆς ὁ­ποῖ­ας ὅ­λα τ’­ἄλ­λα, πλοῦ­τος καὶ μόρ­φω­σις, ἐ­ξου­σί­α καὶ ὑ­γεί­α εἶ­ν’ ἕ­να μη­δὲν».
Ἰ­ω­άν­νης Συ­κου­τρῆς,  ἡ­ρω­ϊ­κὸς τρό­πος ζω­ῆς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες