Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

Δε­ξιὰ με­ριὰ ὁ Θε­ὸς, ζερ­βὰ ἡ πα­τρί­δα
σὲ φλο­γε­ρὸ σὲ τὺ­λι­ξαν ἀ­γέ­ρα
κι ὅ­σα στὰ σκό­τη τῆς δου­λεί­ας εἶ­δα
στῆς Λευ­τε­ριᾶς τὰ ξε­τυ­λῶ τὴ μέ­ρα
ποὺ ἡ­λι­ό­βο­λη στὸ λό­γο μου ἄς συγ­κλί­νει.
Μὲ τὴ σκλα­βιὰ τὴν πα­γα­νὴ ἐ­ξω­τέ­ρα(1)
ποὺ τοῦ ρα­γιὰ τὸ τί­μιον αἷ­μα πί­νει,
βά­φτη­καν στὴ φω­τιὰ σάμ­πως ἀ­τσά­λι,
σῶ­μα καὶ νοῦς σου, τὴ με­γά­λη δί­νη
ν’ ἀν­τέ­ξουν· καὶ τὸ πνεῦ­μα σου ὅ­λο θάλ­λει
κά­νον­τας τὴν ἀ­νάγ­κη Ἐ­λευ­θε­ρί­α.
Κ’εἶπες:  «Τὸ χέ­ρι Του ὁ Θε­ὸς νὰ βά­λει
ν’­ἀν­τι­σταθ­μί­ζω κά­θε ἀ­δυ­να­μί­α,
μὰ καὶ ἡ ψυ­χὴ σὲ λό­για μὴν ξε­πέ­φτει
ζε­μέ­νη ὡς εἶ­ναι στὴ δη­μι­ουρ­γί­α.
Κι ἄς ἐ­ξε­τά­ζει στὸν κρυ­φὸ κα­θρέ­φτη
κά­θε στιγ­μὴ τὸν ἄ­στα­το ἑ­αυ­τό της,
τὶ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν Ὀ­σμα­νὸ τὸν κλέ­φτη
πρέ­πει νὰ τρέ­μει καὶ τὸν ξε­πε­σμό της.
Τρώ­ει μὰ πει­νά­ει χει­ρό­τε­ρα ἀ­πὸ πρῶ­τα
ὁ Τοῦρ­κος ὁ πα­νά­θλιος σκο­το­δό­της,
λά­φτον­τας τῶν ρα­γιά­δων τὸν  ἱ­δρώ­τα.
Βα­ρέ­θη­κα νὰ συγ­κρα­τῶ τὸ χέ­ρι,
και­ρὸς τὴ σω­στι­κὴ νὰ πά­ρω ρό­τα(2)
μπή­χνον­τας στὸ με­δού­λι τὸ μα­χαί­ρι
καὶ τῆς τυ­ρά­γνιας τὸ φαρ­μά­κι μέ­λι
στῆς Ρω­μι­ο­σύ­νης κά­νον­τας τὰ μέ­ρη.
Τὸν τολ­μη­ρὸν ὁ χά­ρος δὲν τὸν θέ­λει».
Τὶς λέ­ξεις σὲ σπι­θό­πε­τρες τρο­χί­ζεις,
τοῦ λό­γου τοῦ ζε­στοῦ σου ἄ­σφαλ­τα βέ­λη
καὶ τὶς τρα­νὲς πε­ρι­ο­δεῖ­ες ἀρ­χί­ζεις
ὅ­που νε­ρὰ χο­χλα­κι­στὰ πη­δᾶ­νε.
Δι­δά­σκεις, νου­θε­τεῖς καὶ κα­τα­κλύ­ζεις
μὲ γνώ­ση κι ἁ­γι­ό­τη ὅ­σους κι­νᾶ­νε
ξο­πί­σω σου τὶς δυ­σκο­λί­ες νι­κών­τας.
Καὶ οἱ χρι­στια­νοὶ ἱ­λα­ρώ­νουν δὲν πο­νᾶ­νε
κα­θώς τοὺς νου­θε­τεῖς φεγ­γο­βο­λών­τας·
ἱ­ε­ρὸς νι­ώ­θουν σκο­πὸς νὰ τοὺς στη­ρί­ζει.
Πέ­ρα ὁ πα­σᾶς καὶ δί­πλα ὁ βο­ε­βόν­τας
σ’­ἀν­τι­θω­ροῦν μουγ­γοὶ· θειά­φι μυ­ρί­ζει
ὁ ἀ­γέ­ρας ποὺ ἀ­να­σαί­νουν τ’­ἄ­γρια πλή­θη.
Νι­ώ­θουν ποὺ ἡ ρό­δα τώ­ρα ἀλ­λι­ῶς γυ­ρί­ζει
καὶ τῆς σκλα­βιᾶς φω­τί­ζον­ται τὰ βύ­θη.
Στὸ λό­γο σου ἀ­να­σταί­νον­ται οἱ προ­γό­νοι
καὶ ζων­τα­νεύ­ουν τῆς φυ­λῆς οἱ μύ­θοι,
σβέρ­κο ση­κώ­νει κι ὁ Ρω­μιὸς ἀ­ψώ­νει:
τὸ κα­ρι­ο­φί­λι πιὰ ἄς μι­λεῖ κι ἡ πά­λα
κι ἄς τρο­χι­στοῦν οἱ ὑ­πάρ­ξεις μας στ’­ἁ­λώ­νι
νὰ βγοῦ­με πιὰ ἀ­π’­τοῦ φό­βου τὴν κα­ψά­λα.
Κα­τὰ κο­ρά­κου, σι­γου­ριὰ κι ἀ­νέ­σεις
καὶ κα­λῶς νὰ  ‘ρθει ἡ πε­πρω­μέ­νη μπά­λα:(3)
γιὰ τὴν Ἐ­λευ­θε­ριὰ χά­ρε, μ’ ἀ­ρέ­σεις!
Μο­σχο­βο­λά­ει, Πα­τρο­κο­σμά ἡ ψυ­χή σου
κα­θώς κι­νᾶς καμ­πά­να νὰ βα­ρέ­σεις,
γιὰ νὰ σι­μώ­σει ὁ κό­σμος στὸ σκα­μνί σου,
ποὺ ὁ Κούρτ Πα­σάς μὲ φέλ­πα τὸ  ‘χει  ντύ­σει (4)
καὶ νὰ κα­τα­πια­στεῖς τὴ Δι­δα­χή σου,
ὁ φό­βος κ’­ἡ ἀ­μά­θεια νὰ λα­κί­σει.
Γιὰ τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α καὶ τὴν Πα­τρί­δα
ξα­νὰ τ’ ἅ­γιο σου στό­μα θὰ μι­λή­σει
καὶ γιὰ τὸν Τοῦρ­κο τὴ μο­νο­με­ρί­δα.(5)
Ζε­στὴ ἡ καρ­διὰ, τὰ χέ­ρια νευ­ρω­μέ­να (6)
ὥ­σπου νὰ γί­νει μέ­λι ἡ ἀ­γου­ρί­δα
καὶ νὰ ξυ­πνή­σουν τὰ μαρ­μα­ρω­μέ­να
παι­διά τοῦ βα­σι­λιά Πα­λαι­ο­λό­γου,
ποὺ θὰ συμ­πιά­σουν τὰ θε­ο­κλω­σμέ­να
ἀ­λάρ­γα ἀ­πὸ τὴ δύ­να­μη τοῦ ψό­γου.
Κι ἕ­να λι­θά­ρι βά­νεις προ­σκε­φά­λι
γιὰ νὰ κρυ­φο­χα­ρεῖς τοῦ ἀ­κρι­βο­λό­γου
ὀ­νεί­ρου σου, τὴ Ρω­μι­ο­σύ­νη πά­λι.
«Χτί­στε σκο­λειὰ!» ἡ μό­νι­μη ἐ­πω­δὴ σου,
«νὰ βγοῦ­με ἀ­π’ τῆς σκλα­βιᾶς τὸ μαῦ­ρο χά­λι»
Κ’εἶναι τό­σο τρα­νὴ τού­τ’­ἡ σπου­δή σου
ποὺ παίρ­νεις σβαρ­νι­στὰ θά­λασ­σες κι ὄ­ρη
κι ἀν­θο­βο­λᾶ κα­τά­χλω­ρη ἡ ψυ­χή σου:
Ναύ­πα­κτος, Με­σο­λόγ­γι καὶ Βρα­χώ­ρι,(7)
Πρέ­βε­ζα, Πάρ­γα, Γι­άν­νε­να, Χι­μά­ρα
μὲ πυ­ρω­μέ­νο τῆς καρ­διᾶς τὸ δό­ρυ
ποὺ φέρ­νει στὴν Τουρ­κιὰ χά­ρου τρο­μά­ρα.
Ἡ δι­δα­χή σου σὰν τῶν Ἁ­λι­έ­ων,
γε­μά­τη γλύ­κα κι ἄ­γαρ­πη λα­χτά­ρα
μὲς στῆς καρ­διᾶς ζε­στά­θη­κε τὸ ζέ­ον. (8)
«Μη­δεὶς τὰ ἑ­αυ­τοῦ μὰ τοῦ ἑ­τέ­ρου
ζη­τεί­τω» , κή­ρυγ­μα πα­λιὸ καὶ νέ­ον, (9)
ἀ­π’ τῆς σπο­ρᾶς νὰ πά­ει κα­νεὶς στοῦ θέ­ρου
τὴν ἐ­πο­χὴ. Μαν­το­λο­γᾶς καὶ τά­ζεις
καὶ λὲς στὴ μα­τω­μέ­νη Ἑλ­λά­δα «χαί­ρου!
γι­α­τ’­ἔρ­χον­ται μέ­ρες κα­λὲς». Δο­ξά­ζεις
μ’­ἔρ­γα τὴν τα­πει­νή σου ἐ­φη­με­ρί­α,
καὶ τὴ φλο­γά­τη σου ψυ­χὴ ἀ­νε­βά­ζεις
-μα­κριὰ ἀ­πὸ κά­θε κού­φια φα­σα­ρί­α –
στοῦ γέ­νους σου τὸ ἀρ­χαῖ­ο εἰ­κο­νο­στά­σι,
γιὰ τὸ ρα­γιὰ γλυ­κιὰ πα­ρη­γο­ρί­α
μὰ τρό­μος στῆς Τουρ­κιᾶς τὸ φι­δο­μά­σι.
Τὸ κα­λο­γε­ρι­κὸ τι­μών­τας σχῆ­μα
στοῦ Φι­λο­θέ­ου τὸ μο­να­στή­ρι, βιά­ση (10)
σὲ πῆ­ρε, τοῦ Θε­οῦ νὰ πᾶς τὸ ρῆ­μα,
ἐ­κεῖ ποὺ ὁ Πα­λα­μᾶς, ὁ δά­σκα­λός σου(11)
σ’ ὁρ­μή­νε­ψε στὸ μέ­σα σου ἅ­γιο βῆ­μα
λέ­γον­τας: «Τὴν εὐ­θύ­νη ὅ­λη ζα­λώ­σου!
τρι­σά­ξιος ὁ μι­σθὸς στὴν Πά­νω Ἑλ­λά­δα
καὶ γί­νε ἀ­στέ­ρι μὲ τὸ θά­να­τό σου,
τοῦ πνεύ­μα­τος ντυ­μέ­νος τὴ λαμ­πρά­δα».
Κι ὁ Ἀ­να­νί­ας ὁ Δερ­βε­κι­στιά­νος
ποὺ, σχο­λι­α­ρού­δι, τὴν ἅ­για πυ­ρά­δα
καὶ τὴ σο­φί­α του, φό­ρε­σες κρά­νος
τὸν τύ­ραν­νο νὰ βγεῖς νὰ πο­λε­μή­σεις
-ἐ­σὺ ὁ ἀ­γου­ρο­νι­ού­τσι­κος Θερ­μιά­νος –(12)
τὰ ἴ­δια ἐ­τοῦ­τα σοῦ ‘λε­γε νὰ κλεί­σεις
μὲς στὴ μι­κρὴ κι ἀ­πέ­ραν­τη καρ­διά σου.
Τώ­ρα Κο­σμᾶ εὐ­κο­σμό­τα­τε, εἰ­δή­σεις(13)
μᾶς ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ κά­θε πέ­ρα­σμά σου.
Καὶ τὸν Ἀ­λὴ ἀ­πὸ τὸ Τε­πε­λέ­νι
στὰ Γι­άν­νε­να βλέ­πει πα­σὰ ἡ μα­τιὰ σου
κι ἀ­κό­μα μὲ κοκ­κι­νι­σμέ­νο γέ­νι, (14)
νὰ μπαί­νει τὸν θω­ρεῖ μέ­σα στὴν Πό­λη.
Κ’ἡ μια­ρὴ μι­σό­χρι­στη ὀρ­γι­σμέ­νη,
ἡ Ἑ­βρα­ΐ­λα ποὺ πο­νά­ει, λὲς βό­λι
καὶ τὴ δι­α­βαί­νει τοῦ Χρι­στοῦ σου ὁ λό­γος,
στὸν Κούρτ Πα­σά μὲ δό­λο ἀ­νά­βει χό­λι (15)
κι ὅ­λο πλη­θαί­νει γύ­ρω­θέ σου ὁ ψό­γος
πὼς τὸν βα­σι­λι­κὸ πλα­νεύ­εις σκλά­βο (16)
-ἐ­σὺ τῆς Λευ­τε­ριᾶς ὁ που­λο­λό­γος –
καὶ μὲ τὴ Χάμ­κω ὅ­λο μι­λᾶς τὴ βά­βω
καὶ τοῦ Μο­σκό­βου σπέρ­νεις τὰ τρι­βό­λια.
Καὶ λὲς: «Εἶ­ναι και­ρὸς νὰ με­τα­λά­βω
στερ­νὴ φο­ρὰ. Γι­α­τρευ­τι­κὰ ρο­σό­λια
ἄς εἶ­ναι στὸ κορ­μὶ καὶ στὴ βου­λή μου
τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου καὶ μα­χαι­ρι­ὲς καὶ βό­λια.
Φεγ­γο­βο­λοῦν οἱ ξύ­λι­νοι σταυ­ροί μου(17)
καὶ οἱ κο­λυμ­πῆ­θρες –τέσ­σε­ρις χι­λιά­δες –
καὶ τὰ Σχο­λειὰ -ψυ­χὲς ἀ­π’­τὴν ψυ­χὴ μου –
Κρά­βα­ρα, Ξη­ρο­μέ­ρι, Ἄρ­τα, Κυ­κλά­δες». (18)
Κι ὅ­που βρε­θεῖς θαυ­μα­τουρ­γεῖς καὶ σώ­νεις:
στὴν Κο­ρυ­τσὰ, στὴ Νά­ξο, στοὺς Χαλ­κιά­δες (19)
καὶ μ’­ἕ­να ἁ­πλό σου λό­γο εὐ­θὺς νευ­ρώ­νεις
τὸ ἀ­νε­νέρ­γη­το τοῦ ρά­φτη χέ­ρι (13)
κι εὐ­θὺς τῶν Κου­ρου­νι­ῶν νε­ρὸ γι­ο­μώ­νεις
τὸ λα­σπο­πή­γα­δο και μὲς στὸ ἀ­γέ­ρι (20)
ὁ ἄ­ρι­ζος κλῶ­νος πρά­σι­νος σα­λεύ­ει. (21)
Πρα­ΰ­νεις τοὺς λη­στὲς σ’­ὅ­λα τὰ μέ­ρη
κι ὁ λό­γος σου τοὺς ἄ­σπλα­χνους σπλα­χνεύ­ει,
μοι­ρά­ζον­τας σταυ­ροὺς καὶ κομ­πο­λό­για.
Καὶ γιὰ τὶς ξε­μαν­τή­λω­τες περ­σεύ­ει
κά­ποι­α μαν­τή­λα ἀν­τά­μα μὲ τὰ λό­για
τῆς νου­θε­σί­ας, κι ἀ­πὸ τὴν καρ­διά σου –
ὄ­χι ἀ­π’­τὰ χεί­λη, τ’­ἅ­για σου εὐ­χο­λό­για.
Θω­ροῦ­σες τὸ μαρ­τύ­ριο πιὰ μπρο­στά σου
στὸ τέ­λος ποὺ σὲ πρό­σμε­νε τοῦ δρό­μου.
Πα­τρο­κο­σμὰ, νὰ πᾶς, ἦρ­θε ἡ σει­ρά σου,
μὲ τὶς χι­λιά­δες θύ­μα­τα τοῦ ἀ­νό­μου,
«στὸ Κο­λι­κόν­τα­σι τσ’ Ἀλ­βα­νι­τί­ας». (13)
«Τὸ πνεῦ­μα πα­ρα­δί­νω στὸ Θε­ό μου
ποὺ τὸ θε­ριὸ πα­τά­ει τῆς τυ­ραν­νί­ας»,
ψι­θύ­ρι­σες στὴν ἐ­ρη­μιὰ,  κλα­μέ­νος
βλέ­πον­τας τὰ στερ­νὰ πιὰ τῆς δου­λεί­ας.
«Διὰ πυ­ρὸς δι­έρ­χε­ται τὸ Γέ­νος,
μὰ εἰς ἀ­να­ψυ­χὴν του θὰ τὸ βγά­λεις
ἀ­π’­τὸν Ὀ­θω­μα­νῶν μα­κριὰ τὸ μέ­νος.
Θέ μου τὴ Λευ­τε­ριὰ μὴν ἀ­να­βάλ­λεις!»
Καὶ στὴν κρε­μά­λα σου προ­σπιά­νεις αἶ­νο (22)
ποὺ θὰ σὲ πά­ει σὲ κό­σμο ζω­ῆς ἄλ­λης:
«Ἰ­δοὺ στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα ἀ­νε­βαί­νω!»
Κι ἀ­φοῦ τὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ κό­σμου
σταυ­ρο­ει­δῶς βλο­γᾶς, ψελ­λί­ζεις: «Μπαί­νω
σὰ μο­σχο­βό­λια λά­δα­νου καὶ δυ­ό­σμου
στοῦ μαρ­τυ­ρί­ου μου τὴ χώ­ρα, σάμ­πως
ξε­φαν­τω­τὴς, ὡς θέ­λει κι ὁ Θε­ός μου,
μέ­σα στῆς Με­τα­μόρ­φω­σης τὸ λάμ­πος».

Θα­νά­σης Πα­πα­θα­να­σό­που­λος

ση­μει­ώ­σεις:
1.       ἐ­ξω­τέ­ρα: ἐ­πι­κίν­δυ­νο ξω­τι­κὸ
2.       ρό­τα: ἡ κα­τεύ­θυν­ση
3.       μπά­λα: τὸ βό­λι
4.       φέλ­πα: βαμ­βα­κε­ρὸ βε­λοῦ­δο
5.       μο­νο­με­ρί­δα: ἡ ὀ­χιὰ
6.       νευ­ρω­μέ­νος: ὁ γε­ρὸς, ὁ δυ­να­τὸς
7.       Βρα­χώ­ρι: τὸ Ἀ­γρί­νιο
8.       ζέ­ον: ἱ­ε­ρὸ σκεῦ­ος ὅ­που ζε­σταί­νει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας νε­ρὸ γιὰ τὴν Θεί­α Με­τά­λη­ψη
9.       “Μη­δεὶς τὰ ἑ­αυ­τοῦ ζη­τεί­τω ἀλ­λὰ τὸ τοῦ ἑ­τέ­ρου ἕ­κα­στος”. Ὁ κα­θέ­νας ἅς ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γιὰ τὸ κα­λὸ τοῦ ἄλ­λου. Α΄ Κο­ριν­θί­ους Ι 24.
10.    Μο­νὴ Φι­λο­θέ­ου Ἁ­γί­ου Ὄρους
11.    Ὁ Πα­να­γι­ώ­της Πα­λα­μᾶς δί­δα­ξε στὸ Ἅ­γιο Ὄ­ρος
12.    Θερ­μιά­νος: ἀ­πὸ τὸ Θέρ­μο τῆς Αἰ­τω­λί­ας, τὴν γε­νέ­τει­ρά του
13.    εὐ­κο­σμό­τα­τος, ἀ­νε­νέρ­γη­το, Κο­λι­κόν­τα­σι τσ’ Ἀλ­βα­νι­τί­ας, λέ­ξεις του Σάπ­φει­ρου Χρι­στο­δου­λί­δη, βι­ο­γρά­φου του.
14.    ἀ­να­φο­ρὰ σὲ προ­φη­τεί­α τοῦ ἁ­γί­ου γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ τό­τε μπέ­η Ἀ­λὴ (Ἀ­λή­πα­σα)
15.    ἀ­νά­βει χό­λι: ἐ­ξορ­γί­ζει
16.    βα­σι­λι­κοὶ σκλά­βοι: οἱ ρα­γιά­δες
17.    ξύ­λι­νοι σταυ­ροὶ: ὅ­που κή­ρυτ­τε οἱ χρι­στια­νοὶ ἔ­στη­ναν κα­τό­πιν ξύ­λι­νο σταυ­ρὸ.
18.    Κρά­βα­ρα:ἡ ὀ­ρει­νὴ Ναυ­πα­κτί­α
19.    Οἱ Χαλ­κιά­δες Ἄρ­τας.
20.    το λα­σπο­πή­γα­δο στοὺς Κου­ρου­νιοὺς Κε­φαλ­λο­νιᾶς ποὺ ἀ­νά­βλυ­σε νε­ρὸ μό­λις τὸ εὐ­λό­γη­σε ὁ Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λὸς
21.    Θαῦ­μα στὴ Σέλ­τζα τῆς Κα­στο­ριᾶς: μιὰ γυ­ναί­κα φύ­λα­γε τὸ νε­ρὸ ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ ἅ­γιος γιὰ νὰ νι­φτεῖ, μέ­σα σ’­ἕ­να γυ­ά­λι­νο ἀγ­γεῖ­ο. Ἐ­κεῖ μέ­σα βγῆ­κε χορ­τά­ρι χω­ρὶς ρί­ζες τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­βγα­λε δύ­ο πρά­σι­να φύλ­λα.
22.    προ­σπιά­νεις: πλέ­κεις, φι­λο­τε­χνεῖς.
      








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες