Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Η Δ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ: ΤΟ ΑΛΛΟΘΙ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΟΛΑΤΙΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ

ΠΗΓΗ: http://www.romanity.oodegr.com/stavroforia.html
Ἐ­νῶ το­νί­ζε­ται ἡ 29η Μα­ΐ­ου 1453 ὡς τὸ τέ­λος τῆς χι­λι­ό­χρο­νης αὐ­το­κρα­το­ρί­ας μας, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο γε­γο­νὸς ποὺ κλό­νι­σε τὴν ὕ­παρ­ξή της ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα, καὶ ὁ­δή­γη­σε στὸν ὁ­ρι­στι­κὸ τερ­μα­τι­σμὸ τῆς ὑ­λι­κῆς καὶ οἰ­κο­νο­μι­κῆς ὑ­πε­ρο­χῆς τοῦ κρά­τους μας σὲ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη, καὶ τε­λι­κὰ στὸ 1453, δη­λα­δὴ ἡ κα­τα­στρο­φὴ τῆς Ρω­μα­νί­ας ἀ­πὸ τὴ Δύ­ση, μὲ τὴν Ἅ­λω­ση τῆς Νέ­ας Ρώ­μης/Κων­σταν­τι­νού­πο­λης τὴν 13η Ἀ­πρι­λί­ου 1204 ἀ­πὸ τοὺς Σταυ­ρο­φό­ρους, ἀ­πο­σι­ω­πᾶ­ται ἢ δὲν τοῦ δί­νε­ται ἡ πρέ­που­σα ση­μα­σί­α. Θὰ ἔ­λε­γε κα­νείς, ὅ­τι ἐ­πει­δὴ ὁ προ­σα­να­το­λι­σμὸς τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ κρά­τους ἦ­ταν πρὸς τὴ Δύ­ση, οἱ ἡ­γέ­τες τοῦ σκέ­φτη­καν ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ προ­σα­να­το­λι­σμὸς συ­νε­πά­γε­ται ἀ­πα­ραί­τη­τα καὶ τὴ λή­θη τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τὴ λή­θη τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς Ἅ­λω­σης τοῦ 1204 Ἡ Ρω­μη­ο­σύ­νη στά­θη­κε ἀ­δύ­να­μη νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τοὺς Τούρ­κους. Μὲ ἄλ­λα λό­για, ἡ Ἅ­λω­ση τοῦ 1204 ὁ­δή­γη­σε στὰ 400-600 χρό­νια Τουρ­κο­κρα­τί­ας, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ τὸ συμ­πέ­ρα­σμα ἀ­πω­θή­θη­κε, πι­θα­νό­τα­τα λό­γω τοῦ ἰ­δε­ο­λο­γι­κοῦ προ­σα­να­το­λι­σμοῦ τῆς ἡ­γε­τι­κῆς τά­ξης τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους. Εἶ­ναι σή­με­ρα γε­νι­κὰ πα­ρα­δε­κτό, πὼς αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ αἰ­τί­α τῆς ἐ­πι­κρά­τη­σης τῶν Τούρ­κων στὴ Μι­κρὰ Ἀ­σί­α καὶ τὰ Βαλ­κά­νια. Ἕ­να Ρω­μαί­ι­κο Κρά­τος ποὺ δὲν θὰ εἶ­χε ὑ­πο­στεῖ τὴν Ἅ­λω­ση τοῦ 1204, πι­θα­νό­τα­τα θὰ ἀ­νέ­καμ­πτε, ὅ­πως εἶ­χε κά­νει πολ­λὲς φο­ρὲς στὸ πα­ρελ­θὸν ἄλ­λω­στε, καὶ θὰ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε τοὺς Τούρ­κους νι­κη­φό­ρα, ὅ­πως καὶ τοὺς Ἄ­ρα­βες. Ἀλ­λὰ αὐ­τὴ ἡ εὐ­και­ρί­α δὲν δό­θη­κε στὴν ρω­μη­ο­σύ­νη
Ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ χτυ­πη­θεῖ ἡ Ρω­μη­ο­σύ­νη, δὲν ἄρ­γη­σε νὰ δο­θεῖ στοὺς Φραγ­κο­λα­τί­νους. Ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν 12 αἰώνα  πολ­λὲς δε­κά­δες χι­λιά­δες ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ὑ­πῆρ­χαν στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Ἀ­πο­λάμ­βα­ναν προ­νό­μια καὶ ἦ­ταν προ­κλη­τι­κοὶ πρὸς τοὺς Ρω­μη­οὺς τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης. Ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας Ἀ­λέ­ξιος Ἃ’ Κο­μνη­νὸς πα­ρα­χώ­ρη­σε τὸ 1082 ὑ­πέρ­με­τρα δι­και­ώ­μα­τα ποὺ τοὺς ἔ­κα­ναν μι­ση­τοὺς στοὺς Ρω­μη­οὺς.  
Ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Β’ ἔ­κα­νε κά­ποι­ες προ­σπά­θει­ες ὥ­στε νὰ θέ­σει τέ­λος στὰ προ­νό­μια αὐ­τά. Ἀλ­λὰ ἡ ἐ­νέρ­γειά του αὐ­τή, εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἐ­χθρο­πρα­ξί­ες ἀ­πὸ μέ­ρους τους, τό­σο στὸ Αἰ­γαῖ­ο, ὅ­σο καὶ στὸ Ἰ­ό­νιο καὶ τὴν Ἀ­δρι­α­τι­κή. Ἀ­ναγ­κά­στη­κε, ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας νὰ ξα­να­δώ­σει πί­σω τὰ προ­νό­μια, ὅ­ταν ὁ στό­λος τῶν Βε­νε­τῶν κι­νή­θη­κε ἐ­χθρι­κὰ πρὸς τὰ ἐ­δά­φη τῆς Ρω­μα­νί­ας. Οἱ Λα­τί­νοι,  εἶ­χαν ἀλ­λοι­ώ­σει πολ­λὲς πλευ­ρὲς τῆς δη­μό­σιας ζω­ῆς καὶ οἰ­κο­νο­μι­κὰ δι­είσ­δυ­αν στὸν ἐμ­πο­ρι­κὸ/ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ ἱ­στὸ συμ­βάλ­λον­τας στὴν πα­ρακ­μὴ τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Ἡ Ρω­μα­ϊ­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, πλέ­ον ἦ­ταν ὑ­πο­χεί­ριο τῆς δύ­σης.
Ὁ λα­ὸς τῆς Ρω­μη­ο­σύ­νης, ἀν­τι­στά­θη­κε στὶς προ­κλή­σεις τους, μὲ με­γά­λες ἐ­ξε­γέρ­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες βά­φτη­καν μὲ αἷ­μα. Τὸν Μά­ι­ο τοῦ 1182, ἔ­γι­νε ἡ πρώ­τη ἐ­ξέ­γερ­ση κα­τὰ τῶν Λα­τί­νων. Μί­α ἐ­πα­νά­στα­ση ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πὸ σφα­γὲς καὶ ἐ­ξαν­δρα­πο­δι­σμούς. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση τῆς κα­τά­στα­σης ὁ Ἀν­δρό­νι­κος ὁ Α’ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ υἱ­ο­θε­τή­σει τὴν ἀν­τι­λα­τι­νι­κὴ πο­λι­τι­κή. Ὅ­πως εἶ­ναι φυ­σι­κό, οἱ Λα­τί­νοι ἀν­τέ­δρα­σαν κα­τὰ τῆς Ρω­μα­νί­ας. Ἡ ἐ­πε­κτα­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ τους ἐκ­φρά­στη­κε μὲ τὴν ἐ­πί­θε­ση τῶν Οὔγ­γρων στὴ βαλ­κα­νι­κὴ τὸ 1183 κα­θὼς καὶ μὲ τὴν ἐ­πί­θε­ση τῶν Νορ­μαν­δῶν κα­τὰ τῶν Ρω­μα­ϊ­κῶν ἐ­δα­φῶν τὸ 1185, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν ἅ­λω­ση τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἀ­κο­λού­θη­σε νέ­α ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ δυ­σα­ρε­στη­μέ­νου ἀ­πὸ τὰ γε­γο­νό­τα λα­οῦ στὴν ὁ­ποί­α σφα­γι­ά­στη­κε ὁ Ἀν­δρό­νι­κος.
Αὐ­το­κρά­το­ρας ἔ­γι­νε ὁ Ἰ­σα­ά­κιος ὁ B΄ ὁ Ἄγ­γε­λος. Δυ­στυ­χῶς, ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρί­ο­δο, ἡ Ρω­μα­νί­α ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ ἐλ­λι­πῆ ἡ­γε­σί­α.  Οἱ Ἄγ­γε­λοι ἦ­ταν ἴ­σως ἡ χει­ρό­τε­ρη δυ­να­στεί­α! Ὁ Πα­παρ­ρη­γό­που­λος λέ­ει (Δ΄ Β 237): “ἡ ὀ­λε­θρί­α τῶν Ἀγ­γέ­λων γε­νε­ά”. ὁ Ἰ­σα­ά­κιος προ­σπά­θη­σε νὰ ἔρ­θει σὲ συ­νεν­νό­η­ση μὲ τοὺς Λα­τί­νους καὶ νὰ τοὺς πα­ρα­χω­ρή­σει ξα­νά, εὐ­νο­ϊ­κὴ με­τα­χεί­ρι­ση. Τὸ 1187 ἐ­πα­να­φέ­ρει τὰ προ­νό­μια τῶν Βε­νε­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­χουν πλέ­ον τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ μὴν συ­νά­πτουν συμ­μα­χί­ες ἐ­νάν­τια στὴν Αὐ­το­κρα­το­ρί­α. Τὸ 1195 ἀ­να­τρέ­πε­ται ὁ Ἰ­σα­ά­κιος ἀ­πὸ τὸν ἀ­δελ­φό του Ἀ­λέ­ξιο Γ’ , πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο κά­νει τοὺς Βε­νε­τοὺς σκε­πτι­κούς, ἂν καὶ τὰ προ­νό­μια τους ἀ­να­νε­ώ­νον­ται.
Ὁ Πά­πας Ἰν­νο­κέν­τιος ὁ Γ’ ἦ­ταν ὁ πνευ­μα­τι­κὸς πα­τέ­ρας τῆς 4ης Σταυ­ρο­φο­ρί­ας. Ὑ­πῆρ­χε σὲ αὐ­τὴν ἕ­να ἀ­νά­μει­κτο πνεῦ­μα ἀρ­ρω­στη­μέ­νης θρη­σκευ­τι­κό­τη­τας καὶ «ἰπ­πο­τι­κῆς» ἰ­δε­ο­λο­γί­ας. Ἔ­στει­λε τοὺς Λα­τί­νους ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κες νὰ προ­ω­θή­σουν τὴν ὑ­πό­θε­ση τοῦ ἱ­ε­ροῦ πο­λέ­μου στὴν Δυ­τι­κὴ Εὐ­ρώ­πη.  Ὁ Θε­ο­βάλ­δος ὁ Γ΄, κό­μης τῆς Καμ­πα­νί­ας, κή­ρυ­ξε τε­λι­κὰ τὸν (ἀ­νί­ε­ρο) πό­λε­μο. Οἱ Σταυ­ρο­φό­ροι “ἦταν ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ἀ­να­κά­τω­μα ἀ­πὸ εὐ­σε­βεῖς καὶ θρή­σκους ἄν­δρες, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ ἀ­πο­βρά­σμα­τα τῆς κοι­νω­νί­ας, ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους, δη­λα­δή, ποὺ ἦ­ταν ἱ­κα­νοὶ γιὰ κά­θε ἔγ­κλη­μα” [Παν­τὶτ Νε­χροὺ “Παγ­κό­σμιος Ἱ­στο­ρί­α”, ἐ­πι­στο­λὴ 62α]. Μυ­ριά­δες λα­οῦ ἔ­σπευ­σαν στὸ κά­λε­σμα τῶν κη­ρύ­κων τῆς Σταυ­ρο­φο­ρί­ας. Ἡ θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν πρό­σχη­μα καὶ ἐ­πι­κά­λυ­ψη τῆς κα­τά­κτη­σης. Οἱ ἐ­λευ­θε­ρω­τὲς τῶν Ἁ­γί­ων Τό­πων ἔ­γι­ναν κα­τα­κτη­τὲς τῆς Ἀ­να­το­λῆς, κο­σμι­κοὶ καὶ πνευ­μα­τι­κοὶ ἀ­φέν­τες καὶ δυ­νά­στες. Τὸ φε­ου­δαρ­χι­κὸ κλί­μα τῆς Φράγ­κι­κης Δύ­σης με­τα­φυ­τεύ­τη­κε στὴν Ἀ­να­το­λή.
To συμ­βού­λιο ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­το ἀ­πὸ τοὺς Φε­ου­δάρ­χες οἱ ὁ­ποῖ­οι λάμ­βα­ναν μέ­ρος στὴν σταυ­ρο­φο­ρί­α ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἡ συγ­κέν­τρω­ση θὰ γι­νό­ταν στὴν Βε­νε­τί­α καὶ κα­τό­πιν θὰ κα­τευ­θυ­νό­ταν εἴ­τε στὴν Συ­ρί­α, εἴ­τε στὴν Αἴ­γυ­πτο. Οἱ σταυ­ρο­φό­ροι ἔ­πα­σχαν τό­σο ἀ­πὸ πλευ­ρᾶς ὀρ­γά­νω­σης καὶ ἐ­ξο­πλι­σμοῦ, ὅ­σο καὶ στὰ οἰ­κο­νο­μι­κά. Γι’ αὐ­τὸ συ­νά­ψα­νε συμ­φω­νί­α μὲ τοὺς Βε­νε­τούς, μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ πα­ρεί­χε­το τρο­φὴ καὶ ὑ­πο­στή­ρι­ξη, ἔ­ναν­τι 85.000 μάρ­κων. Ἐ­πί­σης προ­σέ­φε­ραν καὶ τὰ μι­σὰ ἐ­δά­φη ποὺ θὰ κα­τα­κτοῦ­σαν οἱ σταυ­ρο­φό­ροι. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­φτα­σαν τὸ 1202, ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να στὴν Βε­νε­τί­α. Ἡ ὀρ­γά­νω­ση, ὁ ἐ­ξο­πλι­σμὸς καὶ τὰ οἰ­κο­νο­μι­κά τους ἦ­ταν σὲ ἄ­θλια κα­τά­στα­ση. Μί­α καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τη­ρή­σουν τὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις τους, οἱ σταυ­ρο­φό­ροι ἀ­ναγ­κά­στη­καν νὰ βο­η­θή­σουν τοὺς Βε­νε­τοὺς χτυ­πών­τας ἐ­χθρι­κὲς πό­λεις, ὡς «πλη­ρω­μή». Κα­τέ­στρε­ψαν καὶ λε­η­λά­τη­σαν τὴν πό­λη Ζά­ρα.
Ὁ Βολ­ταῖ­ρος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἡ “Ἁ­γί­α Ρω­μα­ϊ­κὴ Αὐ­το­κρα­το­ρί­α τοῦ Γερ­μα­νι­κοῦ Ἔ­θνους” δὲν ἦ­ταν οὔ­τε ἁ­γί­α, οὔ­τε ρω­μα­ϊ­κὴ οὔ­τε κἄν αὐ­το­κρα­το­ρί­α! Ἡ Βε­νε­τι­κὴ “Serenissima Repubblica” (Γα­λη­νό­τα­τη Δη­μο­κρα­τί­α) κα­τ’ ἀ­να­λο­γί­α , οὔ­τε γα­λή­νια, οὔ­τε καὶ Δη­μο­κρα­τί­α ἦ­ταν. Ἦ­ταν ἕ­να κρά­τος βα­θιὰ ἰμ­πε­ρι­α­λι­στι­κό, πλου­το­κρα­τι­κό, ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κὸ καὶ ρα­τσι­στι­κὸ / ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κό. Τὸ Βε­νε­τι­κὸ κρά­τος ἦ­ταν «ἐμ­πο­ρι­κό». Βε­βαί­ως, δὲν γνω­ρί­ζου­με ἂν τὸ νὰ εἶ­σαι κλέ­πτης καὶ κλε­πτα­πο­δό­χος εἶ­ναι «ἐμ­πό­ριο». Ὁ Φράγ­κος σταυ­ρο­φό­ρος ἐν­τυ­πω­σί­α­σε, κλέ­βον­τας καὶ δι­α­λύ­ον­τας τὴν Ρω­μη­ο­σύ­νη. Δὲν εἶ­ναι μό­νο τὰ «ἐλ­γί­νεια» μάρ­μα­ρα ποὺ ξέ­ρου­με ὅ­λοι. Ὅ­ποι­ος ἔ­χει ἐ­πι­σκε­φθεῖ τὴν Ἰ­τα­λί­α, θαυ­μά­ζει, τὰ τέσ­σε­ρα χάλ­κι­να ἄ­λο­γα ποὺ κο­σμοῦν τὸν ἐ­ξώ­στη τοῦ να­οῦ, τὰ ὁ­ποί­α κά­πο­τε στό­λι­ζαν τὸν Ἱπ­πό­δρο­μο τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης! Ἀ­κό­μα καὶ ἡ βα­ριὰ με­γα­λο­πρε­πὴς χα­λύ­βδι­νη πόρ­τα τοῦ να­οῦ, κά­πο­τε κο­σμοῦ­σε τὴν Ἁ­γί­α Σο­φί­α! Ἡ Βε­νε­τί­α, ξε­κί­νη­σε ὡς μί­α κα­θα­ρὰ Ρω­μαί­ι­κη πό­λη, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ κα­τά­λη­ξε νὰ ἀ­λω­θεῖ πο­λι­τι­σμι­κὰ ἀ­πὸ τοὺς Φράγ­κους καὶ νὰ γί­νει καὶ αὐ­τὴ Φραγ­κι­κή. Αὐ­τὸ συ­νέ­βη, κυ­ρί­ως, με­τὰ τὴν κα­τά­λη­ψη τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου Ρώ­μης ἀ­πὸ τοὺς Φράγ­κους. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὡς τὸν 10ο αἰ­ώ­να τὰ δη­μό­σια ἔγ­γρα­φα τῆς Βε­νε­τί­ας ἄ­νοι­γαν μὲ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ρω­μαί­ου αὐ­το­κρά­το­ρα. Στὰ τέ­λη τοῦ 12ου αἰ­ώ­να ὅ­λοι οἱ Δό­γη­δες ἔ­φε­ραν τί­τλους Ρω­μη­ῶν αὐ­λι­κῶν ἀ­ξι­ω­μα­τού­χων. Τὸ σύ­στη­μα χρο­νο­λό­γη­σης τῶν ἐγ­γρά­φων πα­ρέ­μει­νε Ρω­μα­ϊ­κὸ καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ με­σαι­ω­νι­κὸ Index, ἐ­νῶ ὡς τὴν ἐν­θρό­νι­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου βε­νε­τοῦ Δό­γη τὸ 1789 τὸ τε­λε­τουρ­γι­κὸ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε αὐ­στη­ρὰ τὴ Ρω­μαί­ι­κη πα­ρά­δο­ση. [GHERARDO ORTALLI, «H Βε­νε­τί­α καὶ τὰ ἴ­χνη τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου», ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-10-2004] Μό­νο με­τὰ τὸ 1797, ὅ­πο­τε καὶ ἐγ­κα­θι­δρύ­θη­κε ἡ «Γα­λη­νό­τα­τη Δη­μο­κρα­τί­α», ἡ Βε­νε­τί­α ἀ­πέ­τα­ξε ἐν­τε­λῶς τὰ σύμ­βο­λα τῆς Ρω­μαί­ι­κης αὐ­το­κρα­το­ρί­ας.
Στὴν πό­λη Ζά­ρα στὴν Ἀ­δρι­α­τι­κὴ Ἀ­κτή, ἀρ­χὲς τοῦ 1203, οἱ σταυ­ρο­φό­ροι δέ­χτη­καν τοὺς ἀν­τι­προ­σώ­πους τοῦ Ἀ­λέ­ξιου Δ΄ Ἀγ­γέ­λου , υἱ­οῦ τοῦ ἐκ­θρο­νι­σμέ­νου καὶ τυ­φλω­μέ­νου Ἰ­σαά­κιου Β΄ Ἀγ­γέ­λου.  Ἡ ἀ­δελ­φή του Ἀ­λέ­ξιου εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ τὸν βα­σι­λιὰ τῆς Σου­η­βί­ας Φί­λιπ­πο. Ὁ Ἀ­λέ­ξιος Δ΄ ἔ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ὁ «Ἐ­φιά­λτης» τῆς Ρω­μα­νί­ας! Αὐ­τὸς ἔ­φε­ρε τοὺς Λα­τί­νους Σταυ­ρο­φό­ρους στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­κα­τα­στή­σει, στὸν θρό­νο, τὸν πα­τέ­ρα του  Ἰ­σα­ά­κιο. Συ­νερ­γά­στη­κε ὅ­μως, μὲ τοὺς ἐ­χθρούς τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, γιὰ νὰ πε­τύ­χει τὸν σκο­πό του. Οἱ Σταυ­ρο­φό­ροι δὲν μπό­ρε­σαν νὰ ἀ­πο­φα­σί­σουν, καὶ ἀ­πέ­πλευ­σαν πρὸς Κέρ­κυ­ρα, ὅ­που ὁ Ἀ­λέ­ξιος ἐ­πα­νέ­λα­βε τὶς προ­τά­σεις του.
Ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο ἔ­παι­ξε ὁ δό­γης τῆς Βε­νε­τί­ας Ἐρ­ρί­κος Δάν­δο­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­τρε­φε μί­σος κα­τὰ τῶν Ρω­μη­ῶν. Ὁ Δάν­δο­λος ἔ­γι­νε Δό­γης ὅ­ταν ἦ­ταν 85 ἐ­τῶν. Εἶ­χε τυ­φλω­θεῖ στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἐ­πι­κε­φα­λῆς μί­ας πρε­σβεί­ας τῶν Βε­νε­τῶν στὸν Μα­νου­ὴλ Α΄ Κο­μνη­νό. Τὸ 1171, ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας, ἔ­χον­τας ἀ­πηυ­δή­σει ἀ­πὸ τὴν “ἀ­νυ­πό­φο­ρη” συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν Βε­νε­τῶν ἐμ­πό­ρων, εἶ­χε συλ­λά­βει με­ρι­κοὺς ἀ­πὸ αὐ­τούς. Ὁ Δάν­δο­λος θὰ ἔλ­θει, τό­τε, σὲ σύγ­κρου­ση μὲ τὸν Μα­νου­ὴλ Α΄ καὶ σὲ μί­α συμ­πλο­κὴ στὴν Πό­λη, τραυ­μα­τί­στη­κε καὶ τυ­φλώ­θη­κε, σύμ­φω­να μὲ τὸν Στῆ­βεν Ράν­σι­μαν. Ἔ­τσι, ὁ Δάν­δο­λος μι­σοῦ­σε θα­νά­σι­μα τοὺς Ρω­μη­οὺς καὶ ἀ­νέ­με­νε κά­ποι­α εὐ­και­ρί­α, γιὰ ἕ­να ξε­κα­θά­ρι­σμα λο­γα­ρια­σμῶν. Ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νὰ «ἁρ­πά­ξει τὴν εὐ­και­ρί­α» καὶ νὰ ἀ­σκή­σει καὶ αὐ­τὸς ἐ­πιρ­ρο­ή, ὥ­στε ἡ ἐκ­στρα­τεί­α νὰ κα­τευ­θυν­θεῖ πρὸς τὴν Νέ­α Ρώ­μη / Κων­σταν­τι­νού­πο­λη.
Τὸν Μά­ι­ο τοῦ 1203 ὁ στό­λος τῶν σταυ­ρο­φό­ρων ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴν Κέρ­κυ­ρα καὶ ἔ­φθα­σε στὴν Βα­σι­λεύ­ου­σα τὸν Ἰ­ού­νιο. Ὁ ἱπ­πό­της Γο­δε­φρεῖ­δος Βιλ­λε­αρ­δου­ΐ­νος, ποὺ με­τεῖ­χε ὁ ἴ­διος στὴ Σταυ­ρο­φο­ρί­α, ἔκ­πλη­κτος καὶ αὐ­τός, ἔ­γρα­ψε χρο­νο­γρα­φί­α («Χρο­νι­κό τῆς Κα­τά­κτη­σης τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης») ποὺ δί­νει σα­φῆ εἰ­κό­να τῶν ἐν­τυ­πώ­σε­ων, σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μέ­γε­θος τοῦ ρω­μα­ϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ποὺ ἀν­τί­κρι­σαν οἱ στρα­τι­ῶ­τες:
Πα­ρά­γρα­φος 128.: «Τώ­ρα μπο­ρεῖ­τε νὰ μά­θε­τε πῶς κοί­τα­ζαν ἐ­πί­μο­να τὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη ἐ­κεῖ­νοι ποὺ δὲν τὴν εἶ­χαν δεῖ πο­τὲ [σ.σ.: ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν στιγ­μὴ ὅ­που τὰ δυ­τι­κὰ στρα­τεύ­μα­τα πρω­το­αν­τί­κρι­σαν τὴν Πό­λη, 24 Ἰ­ου­νί­ου 1203]. Για­τί δὲν μπο­ροῦ­σαν κα­θό­λου νὰ σκε­φτοῦν πὼς μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο μί­α τό­σο ΠΛΟΥΣΙΑ πό­λη, ὅ­ταν εἶ­δαν αὐ­τὰ τὰ ψη­λά της τεί­χη καὶ τοὺς ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ πύρ­γους κι αὐ­τὰ τὰ ΠΛΟΥΣΙΑ πα­λά­τια μὲ τὶς ψη­λὲς ἐκ­κλη­σί­ες, ποὺ ἦ­ταν τό­σες πολ­λὲς ποὺ κα­νεὶς δὲν θὰ τὸ πί­στευ­ε ἂν δὲ τὸ ἔ­βλε­πε μὲ τὰ μά­τια του, καὶ ἀ­κό­μα τὸ μῆ­κος τῆς πό­λης ποὺ κυ­βερ­νοῦ­σε τὶς ὑ­πό­λοι­πες. Καὶ μά­θε­τε πὼς δὲν ὑ­πῆρ­ξε ἄν­θρω­πος, ἄν­θρω­πος τό­σο ἀ­συγ­κί­νη­τος, ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­τρι­χιά­σει. Κι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου πε­ρί­ερ­γο, για­τί πο­τὲ δὲν ἀ­νέ­λα­βαν ἄν­θρω­ποι μί­α τό­σο με­γά­λη ἐ­πι­χεί­ρη­ση ἀ­πὸ τό­τε ποὺ χτί­στη­κε ὁ κό­σμος.»
Τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος ὁ σφε­τε­ρι­στὴς αὐ­το­κρά­το­ρας Ἀ­λέ­ξιος Γ΄ δι­έ­φυ­γε στὴν Θρά­κη παίρ­νον­τας μα­ζί του τὸ κρα­τι­κὸ θη­σαυ­ρο­φυ­λά­κιο. Μὲ τὴν βο­ή­θεια τῶν Φράγ­κων ποὺ πα­ρέ­μει­ναν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, ὁ τυ­φλω­μέ­νος πρώ­ην αὐ­το­κρά­το­ρας Ἰ­σα­ά­κιος Β΄ Ἄγ­γε­λος ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε στὸν θρό­νο του. Συ­ναυ­το­κρά­το­ρας ἔ­γι­νε ὁ υἱ­ὸς τοῦ Ἀ­λέ­ξιος Δ΄ Ἄγ­γε­λος. Ὁ Ἰ­σα­ά­κιος ἐ­πι­κύ­ρω­σε μὲ χρυ­σό­βουλο ὅ­λες τὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις ποὺ εἶ­χε ἀ­να­λά­βει ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς Σταυ­ρο­φό­ρους ὁ Ἀ­λέ­ξιος ὁ Δ΄. Ἡ βα­σι­λεί­α τους, ὅ­μως, δὲν κρά­τη­σε πο­λύ.
Ὁ λα­ὸς ἀν­τέ­δρα­σε στὴν ὑ­πο­δού­λω­ση στοὺς δυ­τι­κούς, ποὺ ἦ­ταν ἐμ­φα­νὴς καὶ ξέ­σπα­σε ἐ­πα­νά­στα­ση. Τὴν ἀ­γα­νά­κτη­ση τοῦ πλη­θυ­σμοῦ προ­κά­λε­σαν ἡ ἐ­πι­βο­λὴ βα­ριᾶς φο­ρο­λο­γί­ας καὶ ἡ λη­στρι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν σταυ­ρο­φό­ρων. Ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ Ἀ­λέ­ξιος Δ' νὰ χά­σει τό­σο τὸ στέμ­μα, ὅ­σο καὶ τὴν ἴ­δια τὴ ζω­ή του. Στὸ θρό­νο ἀ­νέ­βη­κε ὁ γαμ­πρὸς τοῦ Ἀ­λέ­ξιου Γ', Ἀ­λέ­ξιος Ε' Δού­κας Μούρ­τζου­φλος τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 1204. Οἱ σταυ­ρο­φό­ροι ἐκ­με­ταλ­λεύ­θη­καν τὴν εὐ­και­ρί­α καὶ ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ ἐ­πέμ­βουν, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ὅ­μως γιὰ νὰ το­πο­θε­τή­σουν ὄ­χι μί­α Ρω­μαί­ι­κη κυ­βέρ­νη­ση, ἀλ­λὰ μί­α δι­κή τους. Μὲ εἰ­σή­γη­ση τοῦ δό­γη τῆς Βε­νε­τί­ας Δάν­δο­λου ὑ­πέ­γρα­ψαν μπρο­στὰ στὰ τεί­χη τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης συμ­φω­νί­α δι­α­νο­μῆς τῶν ἐ­δα­φῶν τῆς Ρω­μα­νί­ας (Partitio Romaniae) καὶ ἄρ­χι­σαν τὴν πο­λι­ορ­κί­α τῆς πό­λης ποὺ ἔ­πε­σε στὰ χέ­ρια τους στὶς 13 Ἀ­πρι­λί­ου 1204. Ἡ εἰ­ρω­νεί­α τῆς τύ­χης εἶ­ναι πὼς ὁ Δάν­δο­λος πέ­θα­νε στὴν Κων/πολη καὶ θά­φτη­κε στὴν Ἁ­γί­α Σο­φί­α.
Ἡ "βα­σι­λί­δα τῶν πό­λε­ων", ἀ­πόρ­θη­τη ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς ἵ­δρυ­σής της ὑ­πέ­κυ­ψε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸν ἐ­χθρό. Φο­βε­ρὲς λε­η­λα­σί­ες καὶ σφα­γὲς ἀ­κο­λού­θη­σαν τὴν ἅ­λω­ση τῆς Πό­λης. Κύ­ριοι τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης οἱ σταυ­ρο­φό­ροι καὶ οἱ συ­νερ­γά­τες τους Βε­νε­τοὶ ἐ­πέ­βα­λαν τὸ δί­και­ο τοῦ κα­τα­κτη­τῆ. Οἱ σφα­γὲς καὶ ἡ λε­η­λα­σί­α τῶν δη­μό­σι­ων κτη­ρί­ων καὶ τῶν ἰ­δι­ω­τι­κῶν κα­τοι­κι­ῶν ξε­πέ­ρα­σαν κά­θε προ­η­γού­με­νο. Ἄ­πλη­στοι καὶ ἀ­κό­ρε­στοι οἱ ἱπ­πό­τες τῆς Δύ­σης ἐ­πέ­πε­σαν πά­νω στὰ θαυ­μα­στὰ πλού­τη καὶ τοὺς θη­σαυ­ροὺς ποὺ εἶ­χαν συγ­κεν­τρώ­σει αἰ­ῶ­νες πο­λι­τι­σμοῦ στὴ Βα­σι­λεύ­ου­σα. [«H Δ’ Σταυ­ρο­φο­ρί­α καὶ ἡ πρώ­τη Ἅ­λω­ση τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης», Νί­κος Γ.Μο­σχο­νᾶς Ἰν­στιτ. Βυ­ζαντ. Ἐ­ρευ­νῶν, ἔν­θε­το "Ἑ­πτὰ Ἡ­μέ­ρες" ἐ­φημ "Κα­θη­με­ρι­νή", 1-11-98].
Ὁ Πά­πας Ἰν­νο­κέν­τιος Γ' (1198-1216), θὰ ἀ­πει­λή­σει, δῆ­θεν, τοὺς Σταυ­ρο­φό­ρους μὲ ἀ­φο­ρι­σμό, ἀλ­λὰ θὰ φρον­τί­σει νὰ λη­σμο­νή­σει, ἐγ­καί­ρως, τὴν ἀ­πει­λή του. Με­τὰ τὴν κα­τα­στρο­φὴ τῆς Βα­σι­λεύ­ου­σας, θὰ γρά­ψει πρὸς τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα τῆς Νί­και­ας Θε­ό­δω­ρο Λά­σκα­ρη ὅ­τι «οἱ Λα­τί­νοι ὑ­πῆρ­ξαν ὄρ­γα­νο τῆς Θεί­ας Προ­νοί­ας, ποὺ τι­μώ­ρη­σε τοὺς Ἕλληνες γιὰ τὴν ἄρ­νη­σί τους νὰ δε­χθοῦν τὴν ἡ­γε­σί­α τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας» [Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που πρ. Θυ­α­τεί­ρων καὶ Μ. Βρε­ταν­νί­ας Με­θο­δί­ου Γ. Φού­για, Μη­τρο­πο­λί­του Πι­σι­δί­ας, “'Ἕλληνες καὶ Λα­τί­νοι”, Α.Δ.Ε.Ε., Ἀ­θή­να , σ. 278,] Σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Δύ­ση θὰ ψάλ­λουν ὕ­μνους γιὰ νὰ πα­νη­γυ­ρί­σουν τὴν πτώ­ση τῆς «με­γά­λης ἀ­νί­ε­ρης (profana) πό­λε­ως».
Στὴ θέ­ση τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα το­πο­θε­τή­θη­κε νέ­α λα­τι­νι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση. Οἱ κλη­ρο­νό­μοι τοῦ Ρω­μα­ϊ­κοῦ θρό­νου, ἀ­πὸ τὶς ἐ­παρ­χί­ες τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ἐ­πρό­κει­το νὰ συ­νε­χί­σουν τοὺς ἀ­γῶ­νες, μέ­χρι τὴν ἀ­νά­κτη­σή της τὸ 1261 ἀ­πὸ τὸ Μι­χα­ὴλ Ἡ' Πα­λαι­ο­λό­γο.
ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ:
«Οἱ ἐ­πι­πτώ­σεις τῆς Τέ­ταρ­της Σταυ­ρο­φο­ρί­ας ἐ­πὶ τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ ὑ­πῆρ­ξαν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου κα­τα­στρε­πτι­κές. Ἡ λάμ­ψη τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, τὴν ὁ­ποί­α τὸ Βυ­ζάν­τιο (σ.σ: δι­ά­βα­ζε Ρω­μα­νί­α) συν­τη­ροῦ­σε ἐ­πὶ ἐν­νέ­α αἰ­ῶ­νες με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης ὡς πρω­τεύ­ου­σας, ἔ­σβη­σε ξαφ­νι­κά... Τὸ ἔγ­κλη­μα τῆς Τέ­ταρ­της Σταυ­ρο­φο­ρί­ας πα­ρέ­δω­σε τὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη καὶ τὴ Βαλ­κα­νι­κὴ Χερ­σό­νη­σο σὲ ἔ­ξι αἰ­ῶ­νες βαρ­βα­ρό­τη­τας... Προ­κει­μέ­νου νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὴν πλή­ρη ση­μα­σί­α τῆς λα­τι­νι­κῆς κα­τά­κτη­σης τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης, πρέ­πει νὰ προ­σπα­θή­σου­με νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με ποι­ὸς θὰ ἦ­ταν σή­με­ρα ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῆς Δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης, ἂν ἡ πρὸ ἔ­ξι αἰ­ώ­νων Ρω­μα­νί­α δὲν εἶ­χε κα­τα­στρα­φεῖ. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ φαν­τα­στεῖ ὄ­χι μό­νο τὴ Μαύ­ρη Θά­λασ­σα, τὸν Βό­σπο­ρο καὶ τὸν Μαρ­μα­ρὰ νὰ πε­ρι­βάλ­λον­ται ἀ­πὸ προ­ο­δευ­τι­κὰ καὶ πο­λι­τι­σμέ­να ἔ­θνη,  ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ τὰ ἀ­να­το­λι­κὰ καὶ νό­τια πα­ρά­λια της Με­σο­γεί­ου νὰ ἔ­χουν ἐ­πι­στρέ­ψει ὑ­πὸ μί­α κα­λὴ δι­α­κυ­βέρ­νη­ση καὶ ὑ­πὸ μί­α θρη­σκεί­α ἡ ὁ­ποί­α δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ φραγ­μὸ στὸν πο­λι­τι­σμό...» [σὲρ Ἔν­του­ιν Πή­αρς, «Ἡ Ἅ­λω­ση τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης τὸ 1204»]
Ἡ λε­η­λα­σί­α καὶ ἀ­πο­γύ­μνω­ση τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ἀ­πὸ ὅ­λα της τὰ πλού­τη, δὲν εἶ­χε ὅ­μοι­ό της. Ὅ­σοι τολ­μοῦ­σαν νὰ ἀν­τι­στα­θοῦν σφά­ζον­ταν ἐ­πὶ τό­που. Δὲν ἔ­μει­νε πα­λά­τι, ἀρ­χον­τι­κὸ ἐκ­κλη­σί­α με­γά­λη ἢ μι­κρή, μο­να­στή­ρι, χα­μο­κέ­λα, ποὺ νὰ μὴν ὑ­πο­στεῖ φρι­κώ­δη λε­η­λα­σί­α. Ἰ­δί­ως τοὺς προ­σέλ­κυ­σε ὁ μυ­θι­κὸς πλοῦ­τος τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας. Μπῆ­καν μέ­σα στὸν Ἱ­ε­ρὸ Να­ὸ μὲ ἄ­λο­γα καὶ μου­λά­ρια ποὺ λέ­ρω­ναν μὲ τὶς κο­πρι­ὲς τους τὸ μαρ­μά­ρι­νο δά­πε­δο. Καὶ ἄρ­χι­σαν μὲ φρε­νι­τι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα νὰ ξη­λώ­νουν καὶ νὰ παίρ­νουν τὰ πάν­τα: ἀ­πὸ ἅ­για δι­σκο­πό­τη­ρα, εὐ­αγ­γέ­λια, ἱ­ε­ρὰ ἄμ­φια, ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες, τὴν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, καὶ τὸ ἀ­ση­μέ­νιο εἰ­κο­νο­στά­σιο τοῦ Τέμ­πλου, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νος τὸ ἔ­κα­ναν κομ­μά­τια, μα­νουά­λια, πο­λυ­κάν­δη­λα, μέ­χρι καὶ κουρ­τί­νες. Μά­λι­στα κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς λε­η­λα­σί­ας μί­α Γαλ­λί­δα πόρ­νη ἀ­νε­βα­σμέ­νη στὸν πα­τρι­αρ­χι­κὸ θρό­νο χό­ρευ­ε ἄ­σε­μνα μι­σό­γυ­μνη καὶ τρα­γου­δοῦ­σε. Οὔ­τε οἱ τά­φοι τῶν Αὐ­το­κρα­τό­ρων γλύ­τω­σαν: συ­λή­θη­καν ὅ­λοι, ἐ­νῶ τὰ λεί­ψα­να πε­τά­χτη­καν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. π.χ. τὸ πτῶ­μα τοῦ Βα­σί­λει­ου Β’ Μα­κε­δό­να πε­τά­χτη­κε ἔ­ξω καὶ στὰ χέ­ρια τοῦ το­πο­θέ­τη­σαν οἱ Φράγ­κοι μί­α φλο­γέ­ρα –εἰ­ρω­νι­κὰ -. Μὲ ἀ­φορ­μὴ αὐ­τὸ τὸ γε­γο­νὸς ὁ Πα­λα­μᾶς ἔ­γρα­ψε τὸ ποί­η­μα «ἡ φλο­γέ­ρα τοῦ βα­σι­λιᾶ».
Κυ­ρί­ως ὅ­μως κα­τα­στρά­φη­καν ἀ­να­ρίθ­μη­τα ἔρ­γα τέ­χνης. Τό­σο τῆς κλασ­σι­κῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας (π.χ. ἀ­γάλ­μα­τα τοῦ Δί­α, τοῦ Ἀ­πόλ­λω­να, τῶν Δι­ο­σκού­ρων, τὸ χάλ­κι­νο ἄ­γαλ­μα τοῦ Ἡ­ρα­κλῆ ἀ­πὸ τὸν Λύσ­σι­πο τὸν Σι­κυ­ώ­νιο, τῆς Ἄρ­τε­μης, τῆς Ἥ­ρας, τῆς Ἑ­λέ­νης τοῦ Με­νε­λά­ου κ.α. ποῦ κο­σμοῦ­σαν δρό­μους, πλα­τεῖ­ες καὶ πα­λά­τια τῆς Βα­σι­λεύ­ου­σας) ὅ­σο καὶ τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς πε­ρι­ό­δου, τὰ ὁ­ποί­α κομ­μά­τια­ζαν γιὰ νὰ ἀ­φαι­ρέ­σουν τὸ χρυ­σό, τὸ ἀ­σή­μι καὶ τοὺς πο­λύ­τι­μους λί­θους, ἐ­νῶ τὰ κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πὸ χαλ­κὸ τὰ ἔ­λυ­ω­ναν στὰ κα­μί­νια γιὰ νὰ κό­ψουν νο­μί­σμα­τα. Τὰ ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὰ χει­ρό­γρα­φα καί­γον­ταν ἀ­πὸ τοὺς σταυ­ρο­φό­ρους, γιὰ νὰ ψή­σουν τὰ κρε­α­τι­κά τους! Οἱ πιὸ φρι­κτοὶ ἀ­πὸ ὅ­λους ἦ­ταν οἱ Γάλ­λοι καὶ οἱ Φλα­μαν­δοί, ἐ­νῶ ἀν­τι­θέ­τως οἱ Βε­νε­τοὶ ποὺ ἦ­ταν ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι μὲ τὸ Ρω­μαίι­κο πο­λι­τι­σμὸ ἦ­ταν οἱ πλέ­ον φι­λεύ­σπλα­χνοι ἔ­ναν­τι τῶν ἡτ­τη­μέ­νων: Ἦ­ταν τέ­τοι­α ἡ ἔ­κτα­ση τῆς κα­τα­στρο­φῆς ποὺ στὸ τέ­λος τὸ ἄλ­λο­τε πε­ρι­καλ­λὲς ἄ­στυ, ἡ Βα­σι­λί­δα τῶν πό­λε­ων τῆς οἰ­κου­μέ­νης, ποὺ ἐ­πὶ 9 αἰ­ῶ­νες εἶ­χε συσ­σω­ρεύ­σει ἀ­μύ­θη­τα πλού­τη, κα­τάν­τη­σε σκέ­το κου­φά­ρι!
Με­θυ­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴ νί­κη τους οἱ Φραγ­κο­δυ­τι­κοὶ πε­ρι­γε­λοῦ­σαν τοὺς νι­κη­μέ­νους, φο­ροῦ­σαν μὲ γε­λοῖ­ο τρό­πο τὰ ροῦ­χα ποὺ τοὺς εἶ­χαν ἁρ­πά­ξει, το­πο­θε­τοῦ­σαν στὰ κε­φά­λια τῶν ἀ­λό­γων τους τὶς κα­λύ­πτρες καὶ τὰ κο­σμή­μα­τα τῶν Ρω­μη­ῶν. Ἄλ­λοι κρα­τοῦ­σαν ἀν­τὶ γιὰ σπα­θὶ χαρ­τιά, με­λα­νο­δο­χεῖ­α, καὶ βι­βλί­α, καὶ πε­ρι­φέ­ρον­ταν στοὺς δρό­μους τῆς Πό­λης, πα­ρι­στά­νον­τας τοὺς λο­γί­ους. Τὸ πιὸ τρα­γι­κὸ ἀ­πὸ ὅ­λα ἦ­ταν ὅ­μως ὅ­τι ὁ­λό­κλη­ρος ὁ γυ­ναι­κεῖ­ος πλη­θυ­σμὸς τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ἀ­δι­α­κρί­τως ἡ­λι­κί­ας ἢ ἰ­δι­ό­τη­τας (μο­να­χὲς) ὑ­πο­βλή­θη­κε στὴν τρο­με­ρὴ δι­α­δι­κα­σί­α τοῦ βια­σμοῦ. Τό­τε ἀ­κρι­βῶς ἐ­σφά­γη­σαν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ τοὺς ἄρ­ρε­νες κα­τοί­κους: δι­ό­τι στὴν προ­σπά­θειά τους οἱ πα­τε­ρά­δες καὶ οἱ σύ­ζυ­γοι νὰ δι­α­φυ­λά­ξουν τὴν τι­μὴ τῶν θυ­γα­τέ­ρων καὶ τῶν συ­ζύ­γων ἔ­πε­σαν θύ­μα­τα τῶν ἀ­πο­χα­λι­νω­μέ­νων Δυ­τι­κῶν. Βόγ­κη­ξε ἡ Κων­σταν­τι­νού­πο­λη ἀ­πὸ τὸν ἀ­τε­λεί­ω­το βια­σμό. Δὲν πε­ρι­γρά­φον­ται τὰ μαρ­τύ­ρια ποὺ ὑ­πέ­στη­σαν οἱ κά­τοι­κοι ἐ­πὶ τρεῖς συ­νε­χεῖς ἡ­μέ­ρες, δι­ό­τι τοὺς βα­σά­νι­ζαν ἀ­πάν­θρω­πα γιὰ νὰ τοὺς ἀ­πο­κα­λύ­ψουν τὰ μέ­ρη ὅ­που εἶ­χαν κρύ­ψει χρυ­σὰ καὶ ἀρ­γυ­ρᾶ νο­μί­σμα­τα καὶ κυ­ρί­ως τι­μαλ­φῆ. Μό­νο ὅ­ταν κο­ρέ­στη­κε ἡ δί­ψα τους γιὰ ἁρ­πα­γή, αἷ­μα καὶ γε­νε­τή­σι­ες ἀ­πο­λαύ­σεις, ἡ­σύ­χα­σαν, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τοὺς τρό­μα­ξε μί­α ἔ­κλει­ψη σε­λή­νης. Κα­τό­πιν συγ­κέν­τρω­σαν ὅ­λη τὴ λεί­α καὶ τὴν ἔ­θε­σαν ὑ­πὸ τὴν φύ­λα­ξη τῶν εὐ­γε­νῶν.
Γρά­φει κι ὁ Νι­κή­τας Χω­νιά­της γιὰ τὴν Ἅ­λω­ση τῆς Πό­λης:
«Κι ἔ­τσι, κα­θέ­νας εἶ­χε πό­νο, στὰ στε­νὰ θρῆ­νος καὶ κλά­μα­τα, στὰ τρί­στρα­τα ὀ­δυρ­μοί, στοὺς να­οὺς ὀ­λο­φυρ­μοί, φω­νὲς τῶν ἀν­δρῶν, κραυ­γὲς τῶν γυ­ναι­κών, ἀ­πα­γω­γές, ὑ­πο­δου­λώ­σεις, τραυ­μα­τι­σμοὶ καὶ βια­σμοὶ σω­μά­των. (..)Τὸ ἴ­διο καὶ στὶς πλα­τεῖ­ες, καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε μέ­ρος ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το ποὺ νὰ δώ­σει ἄ­συ­λο σὲ αὐ­τούς. Χρι­στέ μου, τί θλί­ψη καὶ φό­βος ὑ­πῆρ­χαν τό­τε στοὺς ἀν­θρώ­πους (...) Τέ­τοι­ες πα­ρα­νο­μί­ες ἔ­κα­ναν οἱ στρα­τοὶ ἀ­πὸ τὴ Δύ­ση ἐ­ναν­τί­ον τῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς τοῦ Χρι­στοῦ, χω­ρὶς νὰ δεί­ξουν σὲ κα­νέ­να φι­λαν­θρω­πί­α, ἀλ­λὰ γυ­μνώ­νον­τάς τους ὅ­λους ἀ­πὸ χρή­μα­τα καὶ κτή­μα­τα, ἀ­πὸ σπί­τια καὶ ροῦ­χα. (...) καὶ τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κό, αὐ­τοὶ ποὺ πῆ­ραν τὸ σταυ­ρὸ στοὺς ὤ­μους καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς ὁρ­κί­στη­καν σὲ αὐ­τὸν καὶ στὰ θεί­α λό­για ὅ­τι θὰ πε­ρά­σουν δί­χως νὰ πει­ρά­ξουν τὶς χῶ­ρες τῶν Χρι­στια­νῶν, χω­ρὶς νὰ κοι­τά­ξουν ἀ­ρι­στε­ρὰ ἢ νὰ ἐκ­κλί­νουν πρὸς τὰ δε­ξιά, ἀλ­λὰ θὰ ὁ­πλι­στοῦν κα­τὰ τῶν Σα­ρα­κη­νῶν καὶ νὰ βά­ψουν τὰ ξί­φη τους μὲ τὸ αἷ­μα τους.(...) Οἱ δὲ Σα­ρα­κη­νοὶ δὲν ἔ­κα­ναν ἔ­τσι, καὶ φέρ­θη­καν πο­λὺ φι­λάν­θρω­πα καὶ εὐ­γε­νι­κὰ ὅ­ταν κυ­ρί­ευ­σαν τὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Για­τί οὔ­τε πεί­ρα­ξαν τὶς γυ­ναῖ­κες τῶν Λα­τί­νων, οὔ­τε τὸν κε­νὸ τά­φο τοῦ Χρι­στοῦ ἔ­κα­ναν ὁ­μα­δι­κὸ τά­φο,(...) καὶ ἀ­φή­νον­τας ὅ­λους νὰ φύ­γουν μὲ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο ἀ­ριθ­μὸ χρυ­σῶν νο­μι­σμά­των καὶ ἀ­πὸ τὸν κα­θέ­να ἔ­παιρ­ναν με­ρι­κὰ πράγ­μα­τα ἀ­φή­νον­τας τὰ ὑ­πό­λοι­πα στοὺς κα­τό­χους τους, ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὰ ἦ­ταν σὰν τὴν ἄμ­μο. Κι ἔ­τσι φέρ­θη­κε τὸ γέ­νος ποὺ μα­χόν­ταν τὸ Χρι­στὸ [σ.σ: οἱ Ἄ­ρα­βες] πρὸς τοὺς ἀλ­λό­πι­στους Λα­τί­νους, οὔ­τε μὲ ξί­φος οὔ­τε μὲ φω­τιὰ οὔ­τε μὲ λι­μὸ οὔ­τε μὲ δι­ωγ­μοὺς οὔ­τε μὲ ἄλ­λα δει­νά. Σὲ ἐ­μᾶς ὅ­μως τὰ προ­κά­λε­σαν αὐ­τὰ τὰ πα­ρα­πά­νω οἱ φι­λόχρι­στοι καὶ ὁ­μό­δο­ξοι [σ.σ: οἱ Δυ­τι­κοί της Δ΄ Σταυ­ρο­φο­ρί­ας], ὅ­πως εἴ­πα­με μὲ συν­το­μί­α, ἂν καὶ δὲν εἴ­χα­με κά­νει κά­ποι­ο ἀ­δί­κη­μα»
Καὶ βε­βαί­ως , εἶ­ναι φυ­σι­κὸ ποὺ οἱ Ρω­μη­οὶ ἔ­νοι­ω­θαν ἀ­πο­ρί­α μὲ τὸ μέ­γε­θος τῆς κα­τα­στρο­φῆς, ἀ­φοῦ, μὲ τὸν πό­λε­μο μὲ τοὺς ἄ­ρα­βες , οὐ­δέ­πο­τε εἶ­χαν γνω­ρί­σει τέ­τοι­α κτη­νω­δί­α, τοὺς φαι­νό­ταν ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ πὼς ἄν­θρω­ποι μὲ πί­στη στὸν Χρι­στό, ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ φέ­ρον­ται ἔ­τσι. Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν γε­νι­κό­τε­ρη ἔλ­λει­ψη ἀ­νε­κτι­κό­τη­τας τῆς Δύ­σης, στὴ Ρω­μα­νί­α οἱ «μι­σαλ­λό­δο­ξοι Ρω­μη­οὶ» (ὅ­πως ἀ­ρέ­σκον­ται κά­ποι­οι νὰ ἀ­πο­κα­λοῦν) εἶ­χαν κτί­σει ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 8ου αἰ­ώ­να στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τζα­μί, γιὰ νὰ προ­σεύ­χον­ται οἱ μου­σουλ­μά­νοι ποὺ περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ (π.χ. ἔμ­πο­ροι), κι ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­χτι­σαν καὶ ἄλ­λα δύ­ο. Ἂς μᾶς πεῖ κα­νείς, πό­τε πρω­το­χτί­στη­κε ἰσ­λα­μι­κὸ τέ­με­νος σὲ κρά­τος τῆς Δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης; Ἀ­πὸ τὸν 8ο αἰ­ώ­να, οἱ Ρω­μη­οὶ δὲν εἶ­χαν πρό­βλη­μα νὰ ὑ­πάρ­χει τζα­μὶ στὴν πρω­τεύ­ου­σα ἑ­νὸς χρι­στι­α­νι­κοῦ κρά­τους, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀν­τι­μα­χό­ταν τοὺς Μου­σουλ­μά­νους καὶ ἦ­ταν σὲ πό­λε­μο μὲ αὐ­τούς. Ἂν αὐ­τὸ δὲ ση­μαί­νει ἀ­νε­κτι­κό­τη­τα, τό­τε τί ση­μαί­νει, σὲ μί­α ἐ­πο­χὴ ὅ­που οἱ Δυ­τι­κοὶ ἔ­κα­ναν Σταυ­ρο­φο­ρί­ες;
Δι­α­βά­ζου­με, ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ Γο­δε­φρεί­δου Βιλ­λαρ­δου­ί­νου, ποὺ συμ­με­τεῖ­χε στὴ πο­λι­ορ­κί­α, στὸ “Χρο­νι­κό της Κα­τά­κτη­σης τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης”:
247. “Ε­κεί­νη τὴ νύ­χτα [σ.σ: 12 πρὸς 13 Ἀ­πρι­λί­ου 1204], μπρο­στὰ στὸ στρα­τό­πε­δο τοῦ Βο­νι­φά­τιου τοῦ Μον­φε­ρα­τι­κοῦ, δὲν ξέ­ρω ποι­οὶ ἄν­θρω­ποι, ποὺ φο­βόν­του­σαν μὴν τοὺς ἐ­πι­τε­θοῦν οἱ Ἕλ­λη­νες, βά­λα­νε φω­τιὰ στὸ χῶ­ρο ἀ­νά­με­σα σὲ αὐ­τοὺς καὶ στοὺς Ἕλ­λη­νες. Καὶ ἡ πό­λη ἄρ­χι­σε νὰ ἁρ­πά­ζει φω­τιὰ καὶ νὰ καί­γε­ται πο­λὺ ἄ­σχη­μα, καὶ και­γό­ταν ὅ­λη ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Καὶ τού­τη ἦ­ταν ἡ τρί­τη πυρ­κα­γιὰ στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤρ­θα­νε οἱ Φράγ­κοι στὴν χώ­ρα. Καὶ ὑ­πῆρ­χαν πε­ρισ­σό­τε­ρα κα­μέ­να σπί­τια ἀ­πὸ ὅ­σα ὑ­πῆρ­χαν στὶς τρεῖς πιὸ με­γά­λες πό­λεις τοῦ βα­σι­λεί­ου τῆς Γαλ­λί­ας.
248. Καὶ τὰ λά­φυ­ρα ἦ­ταν τό­σα πολ­λὰ ποὺ κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ πό­σα, χρυ­σά­φι, καὶ ἀ­σή­μι καὶ σκεύ­η καὶ πο­λύ­τι­μα πε­τρά­δια καὶ με­τά­ξια καὶ γού­νι­να φο­ρέ­μα­τα ἀ­πὸ γκρί­ζο σκί­ου­ρο καὶ ἀ­πὸ ἐρ­μί­να, καὶ ὅ­λα τὰ ἀ­κρι­βὰ πράγ­μα­τα ποὺ βρέ­θη­καν πο­τὲ στὴ γῆ. Καὶ δί­νει βέ­βαι­η μαρ­τυ­ρί­α ὁ Γο­δε­φρί­δος ὁ Μα­ρε­σά­λης τῆς Καμ­πα­νί­ας, ἀ­λη­θι­νὰ καὶ ἔ­χον­τας σω­στὰ τὰ λο­γι­κά του, πὼς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ χτί­στη­κε ὁ κό­σμος δὲν πάρ­θη­καν τό­σα λά­φυ­ρα ἀ­πὸ μί­α μό­νο πό­λη.
249. Ὁ μαρ­κή­σιος Βο­νι­φά­τιος τοῦ Μον­φερ­ρά­του προ­χώ­ρη­σε κα­τὰ μῆ­κος τῆς ἀ­κτῆς πρὸς τὸ πα­λά­τι τοῦ Βου­κο­λέ­ον­τα. Καὶ σὰν ἔ­φτα­σε ἐ­κεῖ, τοῦ τὸ πα­ρέ­δω­σαν, γιὰ νὰ σώ­σουν τὴ ζω­ή τους, ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἦ­ταν μέ­σα. Ἐ­κεῖ βρῆ­κε τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς πιὸ σπου­δαῖ­ες κυ­ρί­ες ὅ­λου του κό­σμου, ποὺ εἶ­χαν κα­τα­φύ­γει στὸ κά­στρο. Ἐ­κεῖ βρι­σκό­ταν ἡ ἀ­δελ­φή του βα­σι­λιᾶ τῆς Γαλ­λί­ας, ποὺ ἦ­ταν κά­πο­τε αὐ­το­κρά­τει­ρα [Ἁ­γνή, κό­ρη τοῦ Λου­δο­βί­κου Ζ΄], καὶ ἡ ἀ­δελ­φή του βα­σι­λιὰ τῆς Οὐγ­γα­ρί­ας ποὺ ἦ­ταν κι αὐ­τὴ αὐ­το­κρά­τει­ρα, καὶ πολ­λὲς σπου­δαῖ­ες κυ­ρί­ες. Γιὰ τὸ θη­σαυ­ρὸ ποὺ βρι­σκό­ταν σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λά­τι, δὲ πρέ­πει κα­θό­λου νὰ μι­λᾶ­με. Για­τί ὑ­πῆρ­χαν τό­σα ποὺ δὲν ἔ­χουν οὔ­τε τέ­λος οὔ­τε ἀ­ριθ­μό.
251. Ὁ κα­θέ­νας πῆ­ρε γιὰ νὰ μεί­νει ὅ­ποι­ο σπί­τι ἤ­θε­λε, καὶ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λά. Καὶ ἔ­πρε­πε νὰ δο­ξά­σουν πο­λὺ τὸν Κύ­ριο Ἠ­μῶν, για­τί δὲν εἶ­χαν πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χι­λιά­δες ὁ­πλι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους ἀ­νά­με­σά τους καὶ μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ νί­κη­σαν τε­τρα­κό­σι­ες χι­λιά­δες ἀν­θρώ­πους ἢ καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρους, καὶ μά­λι­στα μέ­σα στὴν πιὸ ἰ­σχυ­ρὴ πό­λη ποὺ ὑ­πῆρ­ξε σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο, ποὺ ἦ­ταν με­γά­λη πό­λη, καὶ ἡ πιὸ κα­λὰ ὀ­χυ­ρω­μέ­νη.
Ὅ­μως ἡ λε­η­λα­σί­α καὶ ἡ ἅ­λω­ση, δὲν στα­μά­τη­σε στὸ «1204». Ἡ Φραγ­κι­κὴ ἀ­γνω­μο­σύ­νη καὶ τά­ση πρὸς τὴν κα­τα­στρο­φή, συ­νε­χί­στη­καν καὶ στοὺς ἑ­πό­με­νους αἰ­ῶ­νες. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ , εἶ­ναι τὸ ἑ­ξῆς: Τὸ 450 μ.Χ. ὁ Παρ­θε­νώ­νας με­τα­τρά­πη­κε σὲ χρι­στι­α­νι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴν Πα­να­γί­α. Κα­τό­πιν, τὸ 1453, κά­τω ἀ­πὸ τὴν κυ­ρι­αρ­χί­α τῶν Τούρ­κων πλέ­ον, ἐ­ξε­λί­χθη­κε σὲ τζα­μί. Τὸ 1674, ὁ Γάλ­λος πρε­σβευ­τὴς Μαρ­κή­σιος τοῦ Nointel ἐ­πι­σκεύ­τη­κε τὴν Ἀ­θή­να συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πὸ τὸν Jacques Carrey, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­κα­νε κά­ποι­α σχέ­δια τοῦ Παρ­θε­νώ­να. Στὰ σχέ­δια τοῦ Carrey φαί­νε­ται ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ὁ Παρ­θε­νώ­νας πα­ρέ­με­νε ἀ­κό­μα ἄ­θι­κτος. Δε­κα­τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ 1687, ὁ Βε­νε­τὸς στρα­τη­γὸς Francesco Morosini πο­λι­όρ­κη­σε τὴν Ἀ­κρό­πο­λη. Τὴ βομ­βάρ­δι­σε πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι γνώ­ρι­ζε πὼς οἱ Τοῦρ­κοι τὴ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν ὡς πυ­ρι­τι­δα­πο­θή­κη. Ἀ­πὸ τὴν ἔ­κρη­ξη ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε κα­τα­στρά­φη­κε με­γά­λο μέ­ρος τοῦ Παρ­θε­νώ­να.
Πη­γή.
http://www.impantokratoros.gr/ransiman_d_stavroforia.el.aspx


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες