Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Νί­κος Σκαλ­κώ­τας

Ὁ Νί­κος Σκαλ­κώ­τας γεν­νή­θη­κε στὴ Χαλ­κί­δα τὸ 1904, μέ­σα σὲ μου­σι­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Τὸ 1909 ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πο­λὺ πρώ­ϊ­μα ὁ Σκαλ­κώ­τας φα­νέ­ρω­σε με­γά­λο μου­σι­κὸ τα­λέν­το καὶ πέν­τε χρο­νῶν ξε­κί­νη­σε μα­θή­μα­τα βι­ο­λιοῦ,  μὲ τὸ θεῖ­ο του Κώστα Σκαλ­κώ­τα. Τὸ 1912 γρά­φτη­κε στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν, ἀ­π’ ὅ­που ἀ­πο­φοί­τη­σε τὸ 1920 καὶ πῆ­ρε τὸ δί­πλω­μα βι­ο­λιοῦ μὲ χρυσό με­τάλ­λιο καὶ ὑ­πο­τρο­φί­α Συγ­γροῦ. Τὸ 1921 μὲ Ἀ­βε­ρώ­φει­ο ὑ­πο­τρο­φί­α πῆ­γε στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ γρά­φτη­κε στὴν ἀ­νώ­τα­τη σχο­λὴ μου­σι­κῆς, στὴν τά­ξη βι­ο­λιοῦ τοῦ Βίλ­λυ Ἔς. Τὸ 1923 ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ στρα­φεῖ ὁ­ρι­στι­κὰ στὴ σύν­θε­ση, ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α τοῦ σο­λί­στ βι­ο­λιοῦ.  Σπού­δα­σε σύν­θε­ση μὲ τὸν Πά­ουλ Γι­ου­όν, τὸν Κοὺρτ Βά­ϊλ καὶ ἀρ­γό­τε­ρα μὲ τὸν Φί­λιπ Γιά­ρναχ. Τὰ χρό­νια ἐ­κεῖ­να ζοῦ­σε στὸ Βε­ρο­λί­νο μα­ζὶ μὲ τὴν βι­ο­λο­νί­στα συμ­φοι­τή­τριά του, Μα­τίλ­ντα Τέμ­κο. Ἀ­πέ­κτη­σαν δύ­ο παι­διὰ, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποί­α ἔ­ζη­σε μό­νο τὸ δεύ­τε­ρο, μιὰ κό­ρη. Τὸ 1927 μὲ νέ­α ὑ­πο­τρο­φί­α ἀ­πὸ τὸν Ἐμ­μα­νου­ὴλ Μπε­νά­κη, πῆ­γε στὴν πε­ρί­φη­μη τά­ξη σύν­θε­σης τοῦ Ἄρ­νολντ Σέν­μπεργκ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­δει­χνε κα­τό­πιν πάν­το­τε ξε­χω­ρι­στὴ ἐ­κτί­μη­ση στὸν Σκαλ­κώ­τα. Ὁ Σκαλ­κώ­τας πρὶν ἀ­κό­μη τὴ γνω­ρι­μί­α του μὲ τὸν Σέν­μπεργκ, συ­νέ­θε­τε συ­νε­χῶς στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ ὁ­ρι­σμέ­να ἔρ­γα του παί­χτη­καν ἐ­κεῖ καὶ στὴν Ἀ­θή­να. Τὸ 1931 ὁ Σκαλ­κώ­τας ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὸν κύ­κλο τοῦ Σέν­μπεργκ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δι­α­φω­νί­α μα­ζί του. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ χώ­ρι­σε ἀ­πὸ τὴν Μα­τίλ­ντε Τέμ­κο. Τό­τε εἰ­σῆλ­θε σὲ μα­κρό­χρο­νη πε­ρί­ο­δο κα­τά­θλι­ψης καὶ στα­μά­τη­σε γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα νὰ συν­θέ­τει. Τὸ 1933 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βι­ο­λι­στὴς στὴν ὀρ­χή­στρα καὶ ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ συν­θέ­τει. Ἀπὸ τό­τε γιὰ ὅ­λη τὴ ζω­ὴ του ἐρ­γά­στη­κε γιὰ βι­ο­πο­ρι­σμὸ στὰ τε­λευ­ταῖ­α ἀ­να­λό­για τῶν πρώ­των βι­ο­λι­ῶν, στὶς τό­τε συμ­φω­νι­κὲς ὀρ­χῆ­στρες τῆς Ἀ­θή­νας (τοῦ Ὠ­δεί­ου Ἀ­θη­νῶν, τῆς ρα­δι­ο­φω­νί­ας καὶ τῆς Λυ­ρι­κῆς Σκη­νῆς).
Ὡς συν­θέ­της ὁ Σκαλ­κώ­τας ἐρ­γά­στη­κε ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος. Ἡ μου­σι­κὴ του, ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α ἢ τὴν ἀν­τί­δρα­ση, λό­γω τῆς ἀ­το­νι­κῆς γλώσ­σας καὶ τῶν τε­χνι­κῶν της ἀ­παι­τή­σε­ων. Ὑ­πῆρ­ξε φύ­ση πο­λὺ ἐ­σω­στρε­φής. Πα­ρὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες συ­νέ­χι­σε νὰ συν­θέ­τει ἔν­το­να καὶ πα­ρα­γω­γι­κὰ ὡς τὸ θά­να­τό του. Ἂν καὶ ἡ μου­σι­κὴ του ἀ­γνο­ή­θη­κε ὅ­σο ζοῦ­σε, εἶ­χε πάν­το­τε κά­ποι­α ἰ­δι­αί­τε­ρη φή­μη ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα φαί­νε­ται στὴ με­γά­λη Ἑλ­λη­νι­κὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια τοῦ 1934, ὅ­που οἱ  Ἑλ­λη­νι­κοὶ χο­ροί του, πρὶν ἀ­κό­μη ὁ­λο­κλη­ρω­θοῦν, ἀ­να­φέ­ρον­ται ἤ­δη ὡς ση­μαν­τι­κὸ ἐ­πί­τευγ­μα. Κα­τὰ τὴ Γερ­μα­νι­κὴ κα­το­χὴ, κρα­τή­θη­κε ἑνά­μι­συ μή­να στὸ στρα­τό­πε­δο Χα­ϊ­δα­ρί­ου. Τὸ 1946 παν­τρεύ­ε­ται τὴν πι­α­νί­στρια Μα­ρί­α Παγ­κα­λὴ καὶ ἀ­ποκτᾶ δύ­ο γιούς. Τὸ 1949 λί­γο πρὶν τὴ γέν­νη­ση τοῦ δεύ­τε­ρου γιοῦ του πέ­θα­νε ἀ­πὸ κρί­ση πα­ρα­με­λη­μέ­νης κή­λης σὲ ἡ­λι­κί­α 45 ἐ­τῶν.
Ὁ Σκαλ­κώ­τας πα­ρὰ τὴ σύν­το­μη ζω­ὴ του ἄ­φη­σε με­γά­λο ἔρ­γο. Ὁ Τζών Θόρ­νλε­ϊ, ἐ­ρευ­νη­τὴς τοῦ Σκαλ­κώ­τα ἀ­να­φέ­ρει πά­νω ἀ­πὸ 110 συν­θέ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ἔρ­γα γιὰ ὀρ­χή­στρα (δύ­ο με­γά­λες συμ­φω­νι­κὲς σου­ίτες , συμ­φω­νι­κὴ εἰ­σα­γω­γὴ ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α, ὀ­κτὼ κον­τσέρ­τα, συμ­φω­νι­έτ­τα, κλασ­σι­κὴ συμ­φω­νί­α γιὰ πνευ­στά, ἑλ­λη­νι­κοὶ χο­ροί, χο­ρευ­τι­κὲς σου­ί­τες, μπα­λέ­τα), ἔρ­γα γιὰ ἔγ­χορ­δα καὶ γιὰ πνευ­στά, κου­αρ­τέτ­τα ἐγ­χόρ­δων, ἔρ­γα μου­σι­κῆς δω­μα­τί­ου καὶ γιὰ σό­λο ὄρ­γα­να, φω­νη­τι­κὰ ἔρ­γα καὶ σκη­νι­κὴ μου­σι­κή.
Ἡ φή­μη τοῦ Σκαλ­κώ­τα ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ θά­να­τό του δη­μι­ουρ­γή­θη­κε κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὰ ἀ­το­νι­κὰ καὶ τὰ δω­δε­κα­φθογ­γι­κὰ ἔρ­γα του κα­θὼς καὶ τοὺς ἑλ­λη­νι­κοὺς χο­ρούς. Οἱ πρῶ­τες ἀ­το­νι­κές του συν­θέ­σεις χρο­νο­λο­γοῦν­ται πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐ­πα­φή του μὲ τὸν Σέν­μπεργκ. Ὁ Δη­μή­τρης Μη­τρό­που­λος (πού ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὴν δι­εύ­θυν­ση ὀρ­χή­στρας) καὶ ὁ Σκαλ­κώ­τας ὑ­πῆρ­ξαν οἱ πρῶ­τοι Ἕλ­λη­νες συν­θέ­τες οἱ ὁ­ποῖ­οι ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1920, ἔ­γρα­ψαν συμ­φω­νι­κὰ ἔρ­γα καὶ χρη­σι­μο­ποί­η­σαν δω­δε­κα­φθογ­γι­κὴ μέ­θο­δο. Ὁ Σκαλ­κώ­τας κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς του ζω­ῆς ἔ­γρα­ψε ὡ­στό­σο ἐ­πί­σης πολ­λὰ ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα σὲ το­νι­κὸ ἰ­δί­ω­μα. Εἶ­ναι μιὰ σπά­νια ἂν ὄ­χι μο­να­δι­κὴ πε­ρί­πτω­ση συν­θέ­τη πού συ­νε­χῶς δού­λευ­ε ταυ­τό­χρο­να ἢ δι­α­δο­χι­κὰ, σὲ το­νι­κὴ καὶ ἀ­το­νι­κὴ γλώσ­σα. Στὴ συν­θε­τι­κὴ δη­μι­ουρ­γί­α του ὁ Σκαλ­κώ­τας ἐ­ξε­ρεύ­νη­σε καὶ χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὅ­λες τὶς κύ­ρι­ες τά­σεις τῆς μου­σι­κῆς στὸ πρῶ­το μι­σό τοῦ 20 ου αἰ­ώ­να: ἀ­το­νι­κό­τη­τα, δω­δε­κα­φθογ­γι­κὴ μέ­θο­δο, προ­χω­ρη­μέ­νη το­νι­κό­τη­τα μὲ χρή­ση στοι­χεί­ων δη­μο­τι­κῆς μου­σι­κῆς, νε­ο­κλασ­σι­κή το­νι­κό­τη­τα (χω­ρὶς δη­μο­τι­κὰ στοι­χεῖ­α).
Ἰ­ά­σων Δη­μη­τριά­δης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες