Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Δήλωση

Πά­ει και­ρὸς ποὺ πῆ­ρα τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ κρα­τη­θῶ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ πο­λι­τι­κά τοῦ τό­που. Προ­σπά­θη­σα ἄλ­λο­τε νὰ τὸ ἐ­ξη­γή­σω, αὐ­τὸ δὲ ση­μαί­νει δι­ό­λου πώς μοῦ εἶ­ναι ἀ­δι­ά­φο­ρη ἡ πο­λι­τι­κὴ ζω­ή μας.
     Ἔ­τσι, ἀ­πὸ τὰ χρό­νια ἐ­κεῖ­να ὡς τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, ἔ­πα­ψα κα­τὰ κα­νό­να ν’ ἀγ­γί­ζω τέ­τοια θέ­μα­τα. Ἐξ ἄλ­λου τὰ ὅ­σα δη­μο­σί­ε­ψα ὡς τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 1967, καὶ ἡ κα­το­πι­νὴ στά­ση μου (δὲν ἔ­χω δη­μο­σι­έ­ψει τί­πο­τε στὴν Ἑλ­λά­δα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ φι­μώ­θη­κε ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α) ἔ­δει­χναν, μοῦ φαί­νε­ται ἀρ­κε­τὰ κα­θα­ρὰ τὴ σκέ­ψη μου.
     Μο­λα­ταῦ­τα, μῆ­νες τώ­ρα, αἰ­σθά­νο­μαι μέ­σα μου καὶ γύ­ρω μου, ὁ­λο­έ­να πιὸ ἐ­πι­τα­κτι­κὰ τὸ χρέ­ος νὰ πῶ ἕ­να λό­γο γιὰ τὴ ση­με­ρι­νὴ κα­τά­στα­σή μας. Μὲ ὅ­λη τὴ δυ­να­τὴ συν­το­μί­α, νὰ τί θὰ ἔ­λε­γα:
     Κλεί­νουν δύ­ο χρό­νια ποὺ μᾶς ἔ­χει ἐ­πι­βλη­θεῖ ἕ­να κα­θε­στὼς ὅ­λως δι­ό­λου ἀν­τί­θε­το μὲ τὰ ἰ­δε­ώ­δη γιὰ τὰ ὁ­ποί­α πο­λέ­μη­σε ὁ κό­σμος μας καὶ τό­σο πε­ρί­λαμ­πρα ὁ λα­ός μας, στὸν τε­λευ­ταῖ­ο παγ­κό­σμιο πό­λε­μο.
     Εἶ­ναι μί­α κα­τά­στα­ση ὑ­πο­χρε­ω­τι­κῆς νάρ­κης ὅ­που, ὅ­σες πνευ­μα­τι­κὲς ἀ­ξί­ες κα­τορ­θώ­σα­με νὰ κρα­τή­σου­με ζων­τα­νές, μὲ πό­νους καὶ μὲ κό­πους, πᾶ­νε κι’ αὐ­τὲς νὰ κα­τα­πον­τι­σθοῦν μέ­σα στὰ ἑ­λώ­δη στε­κά­με­να νε­ρά. Δὲ θὰ μοῦ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ κα­τα­λά­βω πὼς τέ­τοι­ες ζη­μι­ὲς δὲ λο­γα­ριά­ζονται  πα­ρὰ πο­λὺ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους. Δυ­στυ­χῶς, δὲν πρό­κει­ται μό­νο γι’ αὐ­τὸν τὸν κίν­δυ­νο.
     Ὅ­λοι πιὰ τὸ δι­δά­χτη­καν καὶ τὸ ξέ­ρουν πὼς στὶς δι­κτα­το­ρι­κὲς κα­τα­στά­σεις, ἡ ἀρ­χὴ μπο­ρεῖ νὰ μοιά­ζει εὔ­κο­λη, ὅ­μως ἡ τρα­γω­δί­α πε­ρι­μέ­νει, ἀ­να­πό­τρε­πτη, στὸ τέ­λος. Τὸ δρά­μα αὐ­τοῦ τοῦ τέ­λους μᾶς βα­σα­νί­ζει, συ­νει­δη­τὰ ἢ ἀ­συ­νεί­δη­τα ὅ­πως στοὺς παμ­πά­λαι­ους χο­ροὺς τοῦ Αἰ­σχύ­λου. Ὅ­σο μέ­νει ἡ ἀ­νω­μα­λί­α, τό­σο προ­χω­ρεῖ τὸ κα­κό.
     Εἶ­μαι ἕ­νας ἄν­θρω­πος χω­ρὶς κα­νέ­να ἀ­πο­λύ­τως πο­λι­τι­κὸ δε­σμό, καί, μπο­ρῶ νὰ τὸ πῶ, μι­λῶ χω­ρὶς φό­βο καὶ χω­ρὶς πά­θος. Βλέ­πω μπρο­στά μου τὸν γκρε­μὸ ὅ­που μας ὁ­δη­γεῖ ἡ κα­τα­πί­ε­ση ποὺ κά­λυ­ψε τὸν τό­πο. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­νω­μα­λί­α πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει. Εἶ­ναι Ἐ­θνι­κὴ ἐ­πι­τα­γή.
     Τώ­ρα ξα­να­γυ­ρί­ζω στὴ σι­ω­πή μου. Πα­ρα­κα­λῶ τὸ Θε­ό, νὰ μὴ μὲ φέ­ρει ἄλ­λη φο­ρὰ σὲ πα­ρό­μοι­α ἀ­νάγ­κη νὰ ξα­να­μι­λή­σω.
Γιῶργος Σεφέρης

28 Μαρ­τί­ου 1969

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες