Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Τὸ Ἐ­ρε­χθεῖ­ο καὶ οἱ μῦ­θοι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν να­ὸ



Τὸ Ἐ­ρε­χθεῖ­ο εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς πιὸ ἰ­δι­όρ­ρυθ­μους να­οὺς τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας. Ἡ ὀ­νο­μα­σί­α του, ποὺ πα­ρα­πέμ­πει στὸ μυ­θι­κὸ βα­σι­λιὰ τῆς Ἀ­θή­νας Ἐ­ρε­χθέ­α, εἶναι με­τα­γε­νέ­στε­ρη καὶ ἀ­να­φέ­ρε­ται μό­νο στὸν Παυ­σα­νί­α (ἐ­στὶ δὲ καὶ οἴ­κη­μα Ἐ­ρε­χθεῖ­ον κα­λού­με­νον, 1, 26,5) καὶ στὸν Πλού­ταρ­χο (843Ε). Πα­λαι­ότε­ρα ἦταν γνω­στὸς μὲ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α ὁ νε­ὼς ὁ ἀρ­χαῖ­ος της Ἀθη­νᾶ­ς ἡ ἁ­πλού­στε­ρα ὁ ἀρ­χαῖ­ος νε­ὼς ἢ πε­ρι­φρα­στι­κὰ ὁ νε­ὼς ὁ ἐν πό­λει ἐν ὦ τὸ ἀρ­χαῖ­ον ἄ­γαλ­μα, ἀ­φοῦ κτί­στη­κε στὴ θέ­ση τοῦ πα­λαι­ό­τε­ρου να­οῦ τῆς Ἀ­θη­νᾶς.
Προ­βλη­μα­τι­κὴ πα­ρα­μέ­νει ἡ χρο­νο­λό­γη­ση τοῦ να­οῦ. Ὑ­πάρ­χουν δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­πό­ψεις. Σύμ­φω­να μὲ τὴν πρώ­τη ὁ να­ὸς κτί­στη­κε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ πε­λο­πον­νη­σια­κοῦ πο­λέ­μου, ἀ­νά­με­σα στὸ 421 μὲ 406 π.Χ., μὲ μί­α πι­θα­νὴ δι­α­κο­πὴ γύ­ρω στὸ 413 π.Χ. ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἥτ­τας στὴ Σι­κε­λι­κὴ Ἐκ­στρα­τεί­α. Σύμ­φω­να μὲ τὴ δεύ­τε­ρη ἄ­πο­ψη ποὺ τὴ δι­α­τύ­πω­σε ὁ Dorpfeld, ἡ ἀ­νέ­γερ­ση ξε­κί­νη­σε ἀ­νά­με­σα στο 438 - 431 π.Χ. Ὁ να­ὸς ἀ­πο­τε­λοῦ­σε μέ­ρος τοῦ οἰ­κο­δο­μι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος τοῦ Πε­ρι­κλῆ, μα­ζὶ μὲ τὸν Παρ­θε­νώ­να καὶ τὰ Προ­πύ­λαι­α, μὲ πι­θα­νὸ ἀρ­χι­τέ­κτο­να τὸν Μνη­σι­κλή.
Ἀ­πὸ μί­α ἐ­πι­γρα­φή ποὺ βρέ­θη­κε στὴν Ἀ­κρό­πο­λη πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε ὅ­τι κα­τὰ τὴν ἐ­πα­νάλη­ψη τῶν ἐρ­γα­σι­ῶν ἀρ­χι­τέ­κτο­νας τὴν πρώ­τη χρο­νιὰ ἦταν κά­ποι­ος Φι­λο­κλῆς, ποὺ ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε τὴ δεύ­τε­ρη χρο­νιὰ ἀ­πὸ τὸν Ἀρ­χί­λο­χο. Ἡ ἰ­δι­ορ­ρυθ­μί­α τοῦ να­οῦ ὀ­φεί­λε­ται στὸ σχῆ­μα του ποὺ εἶναι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο σχῆ­μα τῶν ἀρ­χαί­ων να­ῶν καὶ ὀ­φεί­λε­ται:
α) στὴν ἀ­νω­μα­λί­α τοῦ ἐ­δά­φους, μιὰ καὶ τὸ ἔ­δα­φος δὲν ἦταν ἐ­πί­πε­δο,
β) στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι στὸ κτί­ριο ἔ­πρε­πε νὰ συμ­πε­ρι­λη­φθοῦν οἱ πα­λαιό­τε­ρες λα­τρεῖ­ες,
γ) οἱ μυ­στη­ρια­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα λα­τρεῖ­ες ποὺ τε­λοῦν­ταν ἐ­πέ­βα­λαν μί­α ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ μορ­φὴ κτι­ρί­ου.
Ὁ να­ὸς ἀρ­χι­κὰ ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος στὴ λα­τρεί­α τῶν δύ­ο κυ­ρί­ων θε­ο­τή­των τῆς Ἀτ­τι­κῆς, τῆς Ἀθη­νᾶς καὶ τοῦ Πο­σει­δώ­να (θε­οὶ συν­να­οί). Ὁ Πο­σει­δώ­νας, ἄ­γνω­στο σὲ ποιὰ χρο­νι­κὴ στιγ­μή, ταυ­τί­στη­κε μὲ τὸν Ἐ­ρε­χθέ­α. Ὑ­πῆρ­χαν βω­μοὶ γιὰ τὸ­ν Ἥ­φαι­στο, τὸν Βούτη, ἐ­νῶ ἐ­δὼ κα­τοι­κοῦ­σε καὶ ὁ "οἰ­κου­ρὸς ὄ­φις". Τὸ κτί­ριο στὴν ἀρ­χὴ πρέ­πει νὰ ἦταν χω­ρι­σμέ­νο σὲ δύ­ο μέ­ρη, ἕ­να ἀ­να­το­λι­κὸ καὶ ἕ­να δυ­τι­κό. Ἡ ἀρ­χι­κὴ δι­αί­ρε­ση τοῦ να­οῦ δὲν μᾶς εἶναι γνω­στή, ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἀλ­λε­πάλ­ληλων με­τα­τρο­πῶν στὸ πέ­ρα­σμα τῶν χρό­νων.
Σύμ­φω­να μὲ τὴν Alexandra Lesk ὁ να­ὸς κα­τα­στρά­φη­κε ἀ­πὸ πυρ­κα­γιὰ τὸν 3ο αἱ. π.Χ. ἡ ὁ­ποί­α ἀ­κο­λου­θή­θη­κε, πι­θα­νῶς, ἀ­πὸ με­γά­λου με­γέ­θους ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σεις, στὰ τέ­λη τοῦ 2ου αἱ. π.Χ. Πα­ρεμ­βά­σεις στὸ να­ὸ ἴ­σως ση­μει­ώ­θη­καν καὶ κα­τὰ τὴ με­τα­τρο­πὴ σὲ λα­τρευ­τι­κὸ χῶ­ρο τῆς Julia Domna στο 2ο αἱ. π.Χ.
Γύ­ρω στὰ τέ­λη τοῦ 4ου αἱ. μ.Χ. ὁ λα­τρευ­τι­κὸς χῶ­ρος τοῦ ἱ­ε­ροῦ τῆς Ἀ­θη­νᾶς Πο­λιά­δας ἐ­νο­ποι­ή­θη­κε μὲ τοὺς χώ­ρους λα­τρεί­ας τοῦ Βού­τη καὶ τοῦ Ἡ­φαί­στου σὲ ἐ­νια­ῖο χῶ­ρο μὲ κί­ο­νες, τὸν ὁ­ποῖ­ο κάλυ­πτε το­ξο­ει­δὴς θο­λω­τὴ στέ­γη. Τὸν 6ο μὲ 7ο αἰ­ῶ­να ὁ να­ὸς με­τα­τρά­πη­κε σὲ κτί­ριο τύ­που βα­σι­λι­κῆς καὶ χω­ρί­στη­κε σὲ τρί­α κλί­τη.
Μῦ­θοι σχε­τι­κοὶ μὲ τὸ Ἐ­ρε­χθεῖ­ο
Ὁ Κέ­κρο­πας
Ὁ Κέ­κρο­πας ἦταν πα­νάρ­χαι­α μορ­φὴ τῆς Ἀτ­τι­κῆς, αὐ­τό­χθο­νας, γεν­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴ Γῆ, καὶ δι­φυ­ὴς ὡς πρὸς τὴ μορ­φὴ, δη­λα­δή, ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω ἦ­ταν ἄν­θρω­πος καὶ ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ κά­τω φί­δι. Παν­τρεύ­τη­κε τὴν Ἄ­γραυ­λο καὶ γέν­νη­σε μα­ζὶ της τὸν Ἐ­ρυ­σί­χθο­να –ποὺ πέ­θα­νε νω­ρὶς- τὴν Ἄ­γραυ­λο (αὐ­τή ποὺ μέ­νει στοὺς ἀ­γρούς), τὴν Ἔρ­ση (δρο­σιὰ) καὶ τὴν Παν­δρο­σο. Κα­θὼς ἔ­γι­νε βα­σι­λιάς, ὁ τό­πος ποὺ μέ­χρι τό­τε ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ἀ­κτι­κὴ ἢ Ἀ­κτή, ἀ­πὸ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ἀ­κταί­ου, με­το­νο­μά­στη­κε σὲ Κε­κρο­πί­α. Ὁ Κέ­κρο­πας κα­τοί­κη­σε πά­νω στὸ βρά­χο, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἔ­κτι­σε τὰ τεί­χη. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα οἱ Κᾶ­ρες καὶ ἀ­πὸ τὴ στε­ριὰ οἱ Βοι­ω­τοί, ὁ Κέ­κρο­πας, γιὰ νὰ τοὺς ἀν­τι­με­τω­πί­σει, σκέ­φτη­κε νὰ μα­ζέ­ψει τοὺς κα­τοί­κους ποὺ ὡς τό­τε ζοῦ­σαν σκόρ­πιοι καὶ να τοὺς βά­λει νὰ μεί­νουν σὲ χω­ριὰ ποὺ με­τὰ τὰ ὀρ­γά­νω­σε σὲ ἑ­νια­ῖα πό­λη. Μὲ τοὺς κα­τοί­κους ἐ­νω­μέ­νους ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τοὺς εἰ­σβο­λείς.
Λέ­νε πὼς τό­τε ἔ­κα­νε καὶ τὴν πρώ­τη κα­τα­μέτρή­ση τοῦ πλη­θυ­σμοῦ· κά­θε κά­τοι­κος ἔ­πρε­πε νὰ φέ­ρει μα­ζὶ του μί­α πέ­τρα καὶ να τὴ ρί­ξει σὲ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο μέ­ρος. Ἔ­τσι μπό­ρε­σε καὶ τοὺς μέ­τρη­σε καὶ ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ ὀ­νο­μά­στη­καν λα­ὸς (ἀ­πὸ τὴ λέ­ξη λα­ς = λί­θος). Ὁ Κέ­κρο­πας πα­ρα­βρέ­θη­κε καὶ στὴ δι­εκ­δί­κη­ση τῆς Ἀ­θή­νας ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θη­νᾶ καὶ τὸν Πο­σει­δώνα εἴ­τε ὡς μάρ­τυ­ρας εἴ­τε ὡς δι­κα­στής.


Ὁ Κέ­κρο­πας εἰ­κο­νί­ζε­ται στά ἀ­ρι­στε­ρά, μισὸς ἄν­θρω­πος μισὸς φί­δι. Μα­ζὶ μὲ τὴν Ἀ­θη­νᾶ παίρ­νει μέ­ρος σὲ μί­α μυ­στι­κὴ τε­λε­τουρ­γί­α μπρο­στὰ στὴν ἐ­λιά.
Στὰ χέ­ρια του κρα­τά­ει μι­κρὸ ἀρ­νὶ γιά τὴ θυ­σία. Στὴ ρί­ζα τῆς ἐ­λιᾶς βρί­σκε­ται τὸ κι­βώ­τιο μὲ τὸν Ἐ­ρι­χθό­νιο, ποὺ ἡ Ἀ­θη­νᾶ ἐμ­πι­στεύ­τη­κε στὶς θυ­γα­τέ­ρες του.
Δε­ξιὰ μί­α γυ­ναίκα, ἡ Ζευ­ξίπ­πη(;) κρα­τά­ει τὰ ὅ­πλα τῆς θεᾶς.
Ὁ Κρα­να­ὸς
Ὁ Κέ­κρο­πας πέ­θα­νε χω­ρὶς νὰ ἀ­φή­σει δι­α­δό­χους κι ἔ­τσι βα­σι­λιὰς στὴν Ἀ­θή­να ἔ­γι­νε ὁ Κρα­να­ός.Ἦ­ταν κι αὐ­τὸς αὐ­τό­χθο­νας. Τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς βα­σι­λεί­ας του ἔ­γι­νε ὀ κα­τα­κλυ­σμὸς τοῦ Δευ­κα­λί­ω­να. Παν­τρεύ­τη­κε τὴν Πε­διά­δα μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε τρεῖς κό­ρες: τὴν Κρα­να­ή, τὴν Κρα­ναίχ­μη καὶ τὴν Ἀτ­θί­δα. Ἡ Ἀτ­θί­δα πέ­θα­νε ὅ­μως νω­ρίς, γι' αὐ­τὸ ὁ Κρα­να­ὸς ὀ­νό­μα­σε τὴ χώ­ρα Ἀτ­θί­δα ἢ Ἀτ­τι­κὴ.
Ὁ Ἀμ­φι­κτύ­ων
Ὁ Ἀμ­φι­κτύ­ων ἦταν κι αὐ­τὸς αὐ­τό­χθο­νας, ἂν καὶ λέ­γε­ται πὼς ἦταν γιὸς τοῦ Δευ­κα­λί­ω­να. Εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ μί­α κό­ρη τοῦ Κρα­να­οῦ, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν τὸν ἐμ­πό­δι­σε νὰ δι­ώ­ξει τὸν πε­θε­ρὸ του ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξου­σί­α καὶ νὰ γί­νει αὐ­τὸς βα­σι­λιάς. Τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς βα­σι­λεί­ας του ἦρ­θε στὴν Ἀ­θή­να ἡ λα­τρεί­α τοῦ Δι­ο­νύ­σου, ποὺ τὴν ἔ­φε­ρε κά­ποι­ο­ς Πή­γα­σο­ς ἀ­πό τὶς Ἐ­λευ­θε­ρές. Σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­ρά­δο­ση ὁ Ἀμ­φι­κτύ­ω­νας φι­λο­ξέ­νη­σε ὁ ἴ­διος τὸ θε­ὸ καὶ ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἔ­μα­θε νὰ ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ κρα­σὶ μὲ τὸ νε­ρό. Ἡ βα­σι­λεί­α τοῦ Ἀμ­φι­κτύ­ω­να δὲν κρά­τη­σε πο­λύ, για­τὶ δι­οι­κοῦ­σε τό­σο ἄ­δι­κα τὴν πό­λη, ποὺ ὁ λα­ὸς ξε­ση­κώ­θη­κε ἐ­ναν­τί­ον του. Ἀρ­χη­γὸς τῆς ἐ­ξέ­γερ­σης ἦ­ταν ὁ Ἐ­ρι­χθό­νιος που ἐ­δί­ω­ξε τὸν Ἀμ­φι­κτύ­ω­να ἀ­πὸ τὸ θρό­νο.
Ὁ Ἐ­ρι­χθό­νιος 
Ὁ Ἐ­ρι­χθό­νιος ἦταν κι αὐ­τὸς αὐ­τό­χθο­νας καὶ δι­φυ­ής, ὅ­πως καὶ ὁ Κέ­κρο­πας. Μη­τέ­ρα του ἦταν ἡ Γῆ καὶ πα­τέ­ρας του ὁ Ἥ­φαι­στος καὶ γεν­νή­θη­κε μὲ ἔ­ναν πε­ρίερ­γο τρό­πο. Λέ­νε, λοι­πόν, πὼς τὸν και­ρό ποὺ ὁ Ἥ­φαι­στος ἦ­ταν μό­νος, για­τὶ τὸν εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει ἡ Ἀφρο­δί­τη, μπῆ­κε ἡ Ἀ­θη­νᾶ στὸ ἐρ­γα­στή­ριό του, γιὰ νὰ τοῦ ζη­τή­σει νὰ τῆς φτιά­ξει νέ­α ὅ­πλα. Ὁ Ἥ­φαι­στος μό­λις εἶ­δε τὴν Ἀ­θη­νᾶ, ἔ­νι­ω­σε δυ­να­τὴ ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ θέ­λη­σε νὰ ἐ­νω­θεῖ μα­ζὶ της. Ἡ θέ­α, ποὺ αἰ­σθα­νό­ταν ἀ­πο­στρο­φὴ γιὰ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη, τὸν ἀ­πέ­κρου­σε κι ἔ­φυ­γε, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε μὲ δυ­σκο­λί­α. Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὴν πρό­φτα­σε. Ἡ Ἀ­θη­νᾶ τὸν κτύ­πη­σε μὲ τὸ δό­ρυ της, ἀλ­λὰ τὸ σπέρ­μα τοῦ Ἡ­φαί­στου ἔ­πε­σε στὸ πόδι της. Τό­τε ἡ θε­ὰ πῆ­ρε μί­α τού­φα μαλ­λί, σκού­πι­σε τὸ πό­δι τῆς καὶ τὸ πέ­τα­ξε στὴ Γῆ.
Ἡ Γῆ γο­νι­μο­ποι­ή­θη­κε καὶ γέν­νη­σε ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ τὸ ὀ­νο­μά­σαν Ἐ­ρι­χθό­νιο (ἀ­πὸ τὸ έ­ριο = μαλ­λὶ καὶ  χθὼ­ν = γῆ). Μό­λις γεν­νή­θη­κε τὸ παι­δί, τὸ πῆ­ρε ἡ Ἀ­θη­νᾶ νὰ τὸ με­γα­λώ­σει, κρυ­φὰ ὅ­μως ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους θε­ούς. Τοῦ ἔ­στα­ξε στὰ μάτια δύ­ο στα­γό­νες ἀ­πὸ τὸ αἷ­μα τῆς Γορ­γῶς. Ἡ μί­α στα­γό­να ἦταν γιὰ νὰ φέρ­νει τὸ θά­να­το στοὺς ἐ­χθροὺς του καὶ ἡ ἄλ­λη γιὰ νὰ τὸν προ­φυ­λά­ει ἀ­πὸ τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες. Συγ­χρό­νως τοῦ ἔ­δω­σε καὶ δυ­ο φί­δια να τὸν προ­στα­τεύ­ουν. Πῆ­ρε τὰ δυ­ο φί­δια καὶ μα­ζὶ μὲ τὸ μω­ρὸ τὰ ἔ­κλει­σε σὲ ἕ­να κι­βώ­τιο, ποῦ ἀ­φοῦ τὸ σφρά­γι­σε κα­λά, τὸ ἔ­δω­σε στις κό­ρες τοῦ Κέ­κρο­πα (;) να τὸ φυ­λά­νε. Αὐ­τὲς ὅ­μως, ἡ Ἔρ­ση καὶ ἡ Πάν­δροσος, ἄνοιξαν τὸ κι­βώ­τιο. Μό­λις ἀν­τί­κρι­σαν τὸ μω­ρὸ μὲ τὰ φί­δια τὶς κυ­ρί­ε­ψε ἕ­να εἶ­δος τρέ­λας πού τὶς ἔ­κα­νε νὰ πά­νε νὰ πέ­σουν ἀ­πὸ τὰ τεί­χη τῆς Ἀ­κρό­πο­λης. Μα­θαί­νον­τας ἡ Ἀ­θη­νᾶ τὶ ἔ­κα­ναν οἱ κό­ρες τοῦ Κέ­κρο­πα, πῆ­ρε τὸ μω­ρὸ καὶ τὸ ἔ­κλει­σε στὸ να­ό, ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα ὀ­νο­μά­στη­κε Ἐ­ρε­χθεῖ­ο, ὅ­που τὸ ἀ­νά­θρε­ψε μὲ δι­κὴ της φρον­τί­δα.



Ἀ­ρι­στε­ρά: Ἡ Γῆ ξε­προ­βάλ­λει ἀ­πὸ κά­ποι­ο χά­σμα για να πα­ρα­δώ­σει τὸ νε­ο­γέν­νη­το Ἐ­ρι­χθό­νιο στην Ἀ­θη­νᾶ. Ἀ­ρι­στε­ρὰ κα­μα­ρώ­νει ὁ Ἥ­φαι­στος. - Δε­ξιά: Ἡ Ἀ­θη­νᾶ το­πο­θε­τεῖ τὸν Ἐ­ρι­χθό­νιο σ' ἕ­να κι­βώ­τιο, βά­ζον­τας δύ­ο φί­δια γιὰ φύ­λα­κες.
Ὅ­ταν με­γά­λω­σε ὁ Ἐ­ρι­χθό­νιος, ἔ­δι­ω­ξε τὸν Ἀμ­φι­κτύ­ω­να ἀ­πὸ τὸ θρό­νο κι ἔ­γι­νε αὐ­τὸς βα­σι­λιάς. Στα χρό­νια του ἦρ­θε ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτο στὴν Ἑλ­λά­δα ὁ Δα­να­ὸς μὲ τις 50 κό­ρες του πά­νω σ' ἕ­να κα­ρά­βι μὲ 50 κου­πιά, τὴν πεν­τη­κόν­το­ρο, ποὺ τὴν ἔφτια­ξαν τό­τε γιὰ πρώ­τη φο­ρά.
Στὴν Ἀ­θὴ­να ἄρ­χι­σαν οἱ κά­τοι­κοι νὰ χω­ρί­ζον­ται σὲ φυ­λές, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν κα­τα­γω­γὴ τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους καὶ τοὺς προ­πά­το­ρες τους. Ἔ­τσι σχη­μα­τί­στη­καν οἱ τέσ­σε­ρις φυ­λές: ἠ Διάς, ἠ Α­θη­να­ΐς, ἠ Πο­σει­δω­νιά­ς καὶ ἡ  Ἡ­φαι­στιάς. Τὴν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο ἄρ­χι­σαν νὰ γι­ορ­τά­ζον­ται καὶ τὰ Πα­να­θή­ναι­α καὶ σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­ρὰ­δο­ση ὁ Ἐ­ρι­χθό­νιος ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ποὺ ἔ­στη­σε ἕ­να ξύ­λι­νο ἄ­γαλ­μα τῆς Ἀ­θη­νᾶς πά­νω στὴν Ἀ­κρό­πο­λη. Παν­τρεύ­τη­κε τὴν νύμ­φη τῶν πο­τα­μῶν Πρα­ξι­θέ­α καὶ ἀ­πὸ τὸ γά­μο αὐ­τὸ γεν­νή­θη­κε ὁ Παν­δί­ο­νας.
Ὁ Παν­δί­ο­νας
Ὁ Παν­δί­ο­νας παν­τρεύ­τη­κε τὴ Ζευ­ξίπ­πη, τὴν ἀ­δελ­φὴ τῆς μη­τέ­ρας του, κι ἔ­κα­νε μα­ζὶ της δύ­ο κό­ρες, τὴν Πρό­κνη καὶ τὴ Φι­λο­μὴ­λα καὶ δύ­ο δί­δυ­μα ἀ­γό­ρια, τὸν Ἐ­ρε­χθέ­α καὶ τὸν Βού­τη.
Ὁ Ἐ­ρε­χθέ­ας
Με­τὰ τὸ θά­να­το τοῦ Παν­δί­ο­να ὁ Βού­της καὶ ὁ Ἐ­ρε­χθέ­ας μοί­ρα­σαν τὴν κλη­ρο­νο­μιά. Ὁ Ἐ­ρε­χθέ­ας κλη­ρο­νό­μη­σε τὸ θρό­νο, ἐ­νῶ ὁ Βού­της ἔ­γι­νε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας τῆς Ἀ­θη­νᾶς καὶ τοῦ Πο­σει­δώ­να, ποὺ εἰ­δι­κὰ στὴν Ἀ­θή­να τὸν ἔ­λε­γαν "Πο­σει­δώ­να τοῦ Ἐ­ρε­χθέ­α".


Ὁ Ἐ­ρε­χθέ­ας παν­τρεύ­τη­κε τὴν Πρα­ξι­θέ­α καὶ ἀ­πέ­κτη­σε μα­ζὶ της τρί­α ἀ­γό­ρια, τὸν Κέ­κρο­πα, τὸν Πάν­δω­ρο καὶ τὸν Μη­τί­ο­να, καὶ τέσ­σε­ρα κο­ρί­τσια, τὴν Προ­κρίδα, τὴν Κρέ­ου­σα, τὴ Χθο­νί­α καὶ τὴν Ὠ­ρεί­θυι­α. Ὁ Βο­ρέ­ας ἅρ­πα­ξε τὴν Ὠ­ρεί­θυι­α καὶ γέν­νη­σε μα­ζὶ της τὴν Χι­ό­νη. Ἡ Χι­ό­νη μὲ τὴ σει­ρὰ της ἐ­νώ­θη­κε κρυ­φὰ μὲ τὸν Πο­σει­δώ­να καὶ γέν­νη­σε τὸν Εὔ­μολ­πο. Γιὰ νὰ μὴν τὴν ἀ­να­κα­λύ­ψει ὁ Βο­ρέ­ας, μό­λις γεν­νή­θη­κε τὸ παι­δί, τὸ ἔ­ρι­ξε στὴ θά­λασ­σα. Ὁ Πο­σει­δώ­νας τὸ πῆ­ρε καὶ τὸ ἔ­δω­σε νὰ τὸ ἀ­να­θρέ­ψει ἡ Βεν­θε­σι­κή­μη. Με­τὰ ἀ­πὸ και­ρὸ καὶ δι­ά­φο­ρες πε­ρι­πλα­νή­σεις ὁ Εὔ­μολ­πος βρέ­θη­κε στὴ Θρά­κη μὲ τὸ γιο του Ἴ­σμα­ρο, νὰ ζη­τά­ει κα­τα­φύ­γιο στὸ βα­σι­λιὰ Τε­γύ­ριο. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως θέ­λη­σε νὰ ἀ­να­τρέ­ψει τὸν Τε­γύ­ριο, ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ φύ­γει κι ἔ­τσι κα­τέ­λη­ξε στην Ἐ­λευ­σῖ­να, ὅ­που ὀρ­γά­νω­σε  τὶς θρη­σκευ­τι­κὲς τε­λε­τὲς καὶ κα­θι­έ­ρω­σε τὰ Ἐ­λευ­σί­νια Μυ­στή­ρια. Κά­ποι­α στιγ­μή, με­τὰ τὸ θά­να­το τοῦ γιοῦ του, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Θρά­κη, κον­τὰ στὸν Τε­γύ­ριο καὶ πῆ­ρε τὸ βα­σί­λει­ο τοῦ γιοῦ του Ἴ­σμα­ρου.
Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ξέσπα­σε πό­λε­μος ἀ­νά­με­σα στὴν Ἀ­θή­να καὶ τὴν Ἐ­λευ­σῖ­να. Οἱ Ἐ­λευ­σί­νιοι ζή­τησαν τὴ βο­ή­θειά του. Ὁ Εὔ­μολ­πος μὲ στρα­τὸ ἔ­φτα­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να, δι­εκ­δι­κών­τας τὸ θρό­νο, ὡς γιὸς τοῦ Πο­σει­δώ­να. Στὴ συγ­κρού­ση τῶν δύ­ο στρα­τῶν νί­κη­σε ὁ Ἐ­ρε­χθέ­ας καὶ οἱ Ἐ­λευ­σί­νιοι ἔ­γι­ναν ὑ­πο­τε­λεῖς τῶν Ἀ­θη­ναί­ων. Κρά­τη­σαν ὅ­μως τὸ δι­καί­ω­μα νὰ γι­ορ­τά­ζουν τὰ Ἐ­λευ­σί­νια Μυ­στή­ρια. Στὴ μά­χη ἐ­πά­νω ὁ Ἐ­ρε­χθέ­ας σκό­τω­σε τὸν Εὔ­μολ­πο. Ὁ Πο­σει­δώ­νας ὀρ­γί­στη­κε μὲ τὸν Ἐ­ρε­χθέ­α καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Δί­α τὴν τι­μω­ρί­α του. Ὁ Δί­ας, ἐκ­πλη­ρώ­νον­τας τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Πο­σει­δώνα, σκό­τω­σε τὸν Ἐ­ρε­χθέ­α μὲ ἕ­να κε­ραυ­νό. Σύμ­φω­να μὲ ἅλ­λη πα­ρά­δο­ση τὸν σκό­τω­σε ὁ ἴ­διος ὁ Πο­σει­δώ­νας, χτυ­πών­τας τον στὸ κε­φά­λι μὲ τὴν τρί­αι­νά του. Ἀ­πὸ τὰ πολ­λὰ χτυ­πή­μα­τα τὸ κε­φά­λι τοῦ Ἐ­ρε­χθέ­α χώ­θη­κε μέ­σα σὲ ἕ­να χά­σμα στὴ γῆ.
(Δεῖ­τε στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀρ­χεῖ­ο, φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Ἐ­ρε­χθεί­ου σὲ ὑ­ψη­λὴ ἀ­νά­λύ­ση: ΕΡΕΧΘΕΙΟΝ)

πη­γή: 3ος τό­μος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Μυ­θο­λο­γί­ας τοῦ Ι. Θ. Κα­κρι­δή, ἐκ­δό­σεις Ἐκ­δο­τι­κὴ Ἀ­θη­νῶν.

Πη­γή: http://www.ellinikoarxeio.com/2011/04/erechthio-kai-muthoi.html#ixzz1L7P6ZJT1

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες