Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Στωϊκοί και φιλοσοφία



Οι δέ­κα θέ­σεις της Στω­ϊ­κής Φι­λο­σο­φί­ας


Θέ­σις πρώ­τη.

Ο Άν­θρω­πος, ως «έμ­βιο όν που έ­χει την ι­κα­νό­τη­τα να κά­νει έλ­λο­γη χρή­ση των πα­ρα­στά­σε­ών του» («ΖΩ­ΟΝ ΧΡΗ­ΣΤΙ­ΚΟΝ ΦΑΝ­ΤΑ­ΣΙΑΣ ΛΟ­ΓΙ­ΚΩΣ», Ε­πί­κτη­τος), ο­φεί­λει να διά­γει τον βί­ο του σε συμ­φω­νί­α τό­σο προς την συμ­παν­τι­κή, ό­σο και την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση.
Για τον Άν­θρω­πο, το «κα­τά Φύ­σιν ζήν» ε­ξα­σφα­λί­ζε­ται α­πό την α­ξι­ο­ποί­η­ση του «Λό­γου», δη­λα­δή του πυ­ρο­ει­δούς πνεύ­μα­τος το ο­ποί­ο εν­τός των αν­θρω­πί­νων όν­των γί­νε­ται η α­φορ­μή της συ­νει­δή­σε­ως της σχέ­σε­ως προς ε­αυ­τόν, αλ­λή­λους και Κό­σμο (η ο­ποί­α, με τη σει­ρά της, εκ­δη­λώ­νε­ται αυ­το­μά­τως ως ι­κα­νό­της σκέ­ψε­ως, σχε­δια­σμού, α­να­λύ­σε­ως και ο­μι­λί­ας), α­ξι­ο­ση­μεί­ω­τον εί­ναι δε το γε­γο­νός ό­τι μέ­γα τμή­μα της φι­λο­σο­φι­κής προ­σπα­θεί­ας των στω­ϊ­κών, α­φι­ε­ρού­ται τε­λι­κώς στην κα­τά­δει­ξη του ορ­θού και κα­τα­λη­πτού της εν­νοί­ας «Λό­γος», πά­νω στο ο­ποί­ο στη­ρί­ζε­ται ο­λό­κλη­ρο το φι­λο­σο­φι­κό οι­κο­δό­μη­μα της Σχο­λής, με ό­λα τα μέ­σα που εί­χαν οι δι­δά­σκα­λοι της Στο­άς στη δι­ά­θε­σή τους, Ο μέ­σος Άν­θρω­πος συν­δέ­ε­ται με την Φύ­ση ή τον Θε­ό, μό­νον ως λο­γι­κός, δη­λα­δή ε­νερ­γη­τι­κός πα­ρά­γων.
Ο φι­λό­σο­φος Άν­θρω­πος ό­μως, αυ­τός που πο­ρεύ­ε­ται προς ε­κεί­νον που οι στω­ϊ­κοί α­πο­κα­λούν «Σο­φό», μέ­σω της Φυ­σι­κής Φι­λο­σο­φί­ας, της Η­θι­κής και της Λο­γι­κής, κά­νει έ­να βή­μα πέ­ρα α­πό την α­πλή «Λο­γι­κό­τη­τα». Για να ζή­σει «κα­τά Φύ­σιν», ο­φεί­λει προ­η­γου­μέ­νως να γνω­ρί­ζει ποι­α γε­γο­νό­τα εί­ναι α­λη­θι­νά και σε τι συ­νί­στα­ται η «Α­λή­θεια» (ως λέ­ξη, σύν­θε­τος, εκ του στε­ρη­τι­κού α- και του ρή­μα­τος λαν­θά­νω, δηλ. κρύ­βο­μαι).
Θέ­σις δευ­τέ­ρα.

Ως «Φύ­σις» (εκ του ρή­μα­τος «φύ­ειν», δη­λα­δή εκ του γεν­νάν) ο­ρί­ζε­ται η εν­τός του Κό­σμου Δύ­να­μις και Αρ­χή, η ο­ποί­α «­..δι­α­μορ­φώ­νει και δη­μι­ουρ­γεί ό­λα τα πράγ­μα­τα» (S­VF 2, 937), «­..δί­δει στον Κό­σμο ε­νό­τη­τα και συ­νο­χή» (S­VF 2, 549, 1211), «­..κι­νεί­ται μό­νη της και δη­μι­ουρ­γεί ως πύ­ρι­νο πνεύ­μα ή τε­χνι­κόν πύρ» (S­VF 2, 1132 κ. ε.­), «­..εκ­δη­λώ­νε­ται ως Α­νάγ­κη και Ει­μαρ­μέ­νη» (S­VF 2, 913), «­..εκ­δη­λώ­νε­ται ως Ψυ­χή του Κό­σμου, Θε­ός, Πρό­νοι­α, Δη­μι­ουρ­γός, Ορ­θός Λό­γος» (S­VF 1, 158, 176, S­VF 3, 323). Ο Κι­κέ­ρων (De N­a­t­u­ra D­e­o­r­um, II, 22) δι­α­σώ­ζει ό­τι, α­πό τη Στο­ά, η Φύ­ση ο­ρί­ζε­ται ως «τε­χνι­κόν πύρ, πνεύ­μα πυ­ρώ­δες και έμ­φρον, έμ­φυ­τον και αυ­τουρ­γόν», ο δε Δι­ο­γέ­νης Λα­έρ­τιος ση­μει­ώ­νει (7, 148) ό­τι οι στω­ϊ­κοί «ο­νο­μά­ζουν Φύ­ση άλ­λο­τε ε­κεί­νο που συγ­κρα­τεί τον Κό­σμο και άλ­λο­τε ε­κεί­νο που πα­ρά­γει τα ε­πί­γεια πράγ­μα­τα.

Η Φύ­ση εί­ναι έ­νας τρό­πος του υ­πάρ­χειν ο ο­ποί­ος αλ­λά­ζει α­φ’­ε­αυ­τού, σύμ­φω­να με σπερ­μα­τι­κές ε­σω­τε­ρι­κές του αι­τί­ες, και πα­ρά­γει και συγ­κρα­τεί τα πράγ­μα­τα που γεν­νών­ται α­πό την ί­δια σε κα­θο­ρι­σμέ­νους χρό­νους και τα δι­α­μορ­φώ­νει ό­μοι­α με ε­κεί­να α­πό τα ο­ποί­α προ­έρ­χον­ται.­.­»­.
Ο Κό­σμος, ά­φθαρ­τος, α­γέν­νη­τος και μό­νος αρ­χι­τέ­κτων της ε­σω­τε­ρι­κής του τά­ξε­ως, ε­πι­δέ­χε­ται λο­γι­κή ε­ξή­γη­ση και εί­ναι κα­θε­αυ­τός έ­να λο­γι­κώς ορ­γα­νω­μέ­νο οι­κο­δό­μη­μα. Ό­λα, ο­ρα­τά και α­ό­ρα­τα, εί­ναι ορ­γα­νι­κά τμή­μα­τα μί­ας Θεί­ας Ε­νό­τη­τος.
Ό­λα, μη­δε­νός ε­ξαι­ρου­μέ­νου, οι Θε­οί, η ύ­λη, οι α­ρε­τές και, φυ­σι­κά, οι άν­θρω­ποι, α­πο­τε­λούν μέ­λη μί­ας συμ­παν­τι­κής Πο­λι­τεί­ας με σα­φείς, δί­και­ους αλ­λά και α­πα­ράβα­τους νό­μους, την ο­ποί­α θα μπο­ρού­σα­με να α­πο­κα­λέ­σου­με «Κο­σμό­πο­λι». Ό­λα τα μέ­λη της «Κο­σμο­πό­λε­ως» εί­ναι τέ­κνα της ι­δί­ας Αρ­χής και προς άλ­λη­λα ο­φεί­λουν φι­λό­τη­τα και δια­ρκή σε­βα­σμό.
Θέ­σις τρί­τη.

Το «εκ­δη­λω­μέ­νο» τμή­μα της «Κο­σμο­πό­λε­ως» του Κό­σμου, ε­ξου­σι­ά­ζε­ται α­πό μί­α αι­ώ­νια και θαυ­μα­στή αρ­μο­νί­α αν­τι­θέ­των (λ.χ. «ποι­ούν» και «πά­σχον»­). Η γέ­νε­σις του ε­κά­στο­τε Κό­σμου συν­τε­λεί­ται α­πό δύ­ο πρω­ταρ­χι­κές Αρ­χές, αν­τι­δι­α­με­τρι­κώς αν­τί­θε­τες, η μί­α εκ των ο­ποί­ων εί­ναι πα­θη­τι­κή («Ύ­λη») και η άλ­λη ε­νερ­γη­τι­κή («Θεί­ος Λό­γος»­), που ε­πι­δρά πά­νω στην πρώ­τη.
Το δη­μι­ουρ­γι­κό αί­τιο (που ο­νο­μά­ζε­ται και «Ποι­ού­σα Αρ­χή», «Ψυ­χή του Κό­σμου», «Ζεύς», «Θε­ός»­), το ο­ποί­ο άλ­λο­τε μεν συ­στέλ­λε­ται σε έ­να μό­νον σω­μα­τι­κό Όν, άλ­λο­τε δε δι­α­στέλ­λε­ται σε α­πεί­ρους «σπερ­μα­τι­κούς Λό­γους», εί­ναι εγ­κό­σμιο, ό­πως σε ό­λες τις Ε­θνι­κές και «πο­λυ­θε­ϊ­στι­κές» Κο­σμο­αν­τι­λή­ψεις, και ο­ρί­ζε­ται, συμ­φώ­νως προς τα α­νω­τέ­ρω, ως το πυ­ρο­ει­δές πνεύ­μα που δι­α­χέ­ε­ται α­κό­μη και στα α­πει­ρο­ε­λά­χι­στα τμή­μα­τα του Κό­σμου και τα συ­νέ­χει.
Πε­ρι­γρά­φε­ται δε αυ­τός ο «Λό­γος - Ζεύς» και ως «Ει­μαρ­μέ­νη» (ε­πει­δή θέ­τει τα πάν­τα σε α­πό­λυ­τη σύν­δε­ση κά­τω α­πό μί­α αυ­στη­ρή νο­μο­τέ­λεια), «Πρό­νοι­α» (ε­πει­δή δι­έ­πε­ται α­πό Α­γα­θό­τη­τα και Φι­λό­τη­τα και ε­πι­τρέ­πει σε κά­θε λο­γι­κό όν την α­πό­λυ­τη εμ­πι­στο­σύ­νη προς τις ε­πι­λο­γές της) και «Φυ­σι­κός Νό­μος» (ε­πει­δή θέ­τει και συγ­κρα­τεί σε αι­ώ­νιο τά­ξη τα ά­πει­ρα τμή­μα­τα του Κό­σμου).
Θέ­σις τε­τάρ­τη.

Ο κα­θέ­νας και το κά­θε τι, συν­δέ­ε­ται με το Αι­ώ­νιο Ό­λον και τον Θε­ό, μέ­σω μί­ας ε­σω­τε­ρι­κής προ­σω­πι­κής θε­ό­τη­τος, του λε­γο­μέ­νου «Δαί­μο­νος Ε­αυ­τού». Ο «Δαί­μων Ε­αυ­τού» εί­ναι ο σύν­δε­σμος της ψυ­χής μας με την Ψυ­χή του Παν­τός, με τον Αι­ώ­να του Ό­λου Κό­σμου (ο «Αι­ών» ε­δώ ας νο­η­θεί με την ο­μη­ρι­κή έν­νοι­α, ως έ­δρα και πη­γή της υ­πάρ­ξε­ως)­.
Δεν θε­ω­ρούν­ται σο­βα­ρές οι θε­ω­ρί­ες πε­ρί προ­σω­πι­κής α­θα­να­σί­ας, ως «ψυ­χή» δε ο­ρί­ζε­ται «η ε­σω­τε­ρι­κή, έμ­φυ­τη και α­δι­ά­σπα­στη πνο­ή η ο­ποί­α δι­α­τρέ­χει ό­λα τα τμή­μα­τα του σώ­μα­τος, ό­σο η ο­μα­λή α­να­πνο­ή του ζών­τος όν­τος εί­ναι πα­ρού­σα στο σώ­μα».
 Σε αν­τί­θε­ση με τον Πλά­τω­να, ο ο­ποί­ος τρι­χο­το­μεί την αν­θρώ­πινη ψυ­χή και ο­ρί­ζει την Δι­και­ο­σύ­νη ως την α­ρε­τή η ο­ποί­α προσ­δι­ο­ρί­ζει τον ρό­λο του κά­θε τμή­μα­τος της ψυ­χής, δι­α­κο­σμών­τας μά­λι­στα την πε­ρι­γρα­φή του σχή­μα­τος αυ­τού με μύ­θους με­τα­φυ­σι­κούς που κά­νουν λό­γο για μί­α υ­πο­τι­θέ­με­νη «πτώ­ση» της ψυ­χής, που με τη σει­ρά της υ­πο­βι­βά­ζε­ται σε κεν­τρι­κό χα­ρα­κτή­ρα μί­ας η­θι­κο­θρη­σκευ­τι­κής ε­σχα­το­λο­γί­ας, η Στο­ά θε­ω­ρεί Ε­ΝΙΑ­ΙΑ την ψυ­χή (ε­κτός α­πό «έν­θερ­μο» και σω­μα­τι­κή) και αν­τι­στέ­κε­ται σθε­να­ρώς στον πει­ρα­σμό της Ελ­λη­νι­στι­κής Ε­πο­χής να την εγ­κλω­βί­σει σε ε­σχα­το­λο­γί­ες.
Οι στω­ϊ­κοί ο­μι­λούν για 8 δι­α­φο­ρε­τι­κά τμή­μα­τα της ψυ­χής, μό­νον με βά­ση τη θε­ω­ρί­α της «Συμ­πα­θεί­ας» και τη θε­ω­ρί­α της «Τά­σε­ως», δί­χως πο­τέ να θί­ξουν την αρ­χι­κή ε­νό­τη­τα συγ­κρο­τή­σε­ως της ψυ­χής ως ον­το­γε­νε­τι­κή Αρ­χή. Η Ε­ΝΙΑ­ΙΑ ψυ­χή έ­χει α­πλώς 8 δι­α­φο­ρε­τι­κά «δι­α­με­ρί­σμα­τα»:
το «Η­γε­μο­νι­κόν»,
τις 5 Αι­σθή­σεις ή «Αι­σθη­τι­κά»,
το «Σπερ­μα­τι­κόν»
και το «Φω­νη­τι­κόν»,
με κέν­τρο ό­λων των κι­νή­σε­ών της το πρώ­το, το ο­ποί­ο πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται με μί­α α­ρά­χνη που στέ­κει στο κέν­τρο ε­νός ι­στού, δε­χο­μέ­νη ό­λα τα μη­νύ­μα­τα για οτι­δή­πο­τε την πλη­σιά­ζει.
Ε­ξο­πλι­σμέ­νη με αυ­τά τα «δι­α­με­ρί­σμα­τά» της, η ψυ­χή φθά­νει στην πλή­ρη α­νά­πτυ­ξή της ό­ταν κα­τορ­θώ­νει να προσ­λαμ­βά­νει τις λε­γό­με­νες «κοι­νές έν­νοι­ες» (αυ­τό υ­πο­λο­γί­ζε­ται α­πό τους στω­ϊ­κούς στο 7ο έ­τος της αν­θρω­πί­νης η­λι­κί­ας) και γί­νε­ται η ί­δια μί­α πλή­ρης λο­γι­κή αλ­λά και γε­νε­τι­κή Αρ­χή ό­ταν φθά­νει στην «ω­ρι­μό­τη­τά» της (α­πό 14 ε­τών, κα­θώς το ά­το­μο έ­χει πλέ­ον δι­α­μορ­φω­μέ­νες μέ­σα του ό­λες τις «κοι­νές έν­νοι­ες» ή «εμ­φύ­τους προ­λή­ψεις», δη­λα­δή τις φυ­σι­κές γνώ­μες που συ­νι­στούν μί­α κοι­νή για ό­λους τους αν­θρώ­πους έν­νοι­α).
Θέ­σις πέμ­πτη.

Η Ε­λευ­θε­ρί­α ο­ρί­ζε­ται ως η σπά­νια πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση του «Σο­φού», η ο­ποί­α ε­πι­τρέ­πει, μέ­σω της Γνώ­σε­ως, την γα­λή­νια α­πο­δο­χή των α­να­πο­τρέ­πτων πραγ­μά­των α­κό­μη και στις αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις που αυ­τά εί­ναι «δυ­σά­ρε­στα» για τον πε­πε­ρα­σμέ­νο ε­αυ­τό. Α­κό­μη και αυ­τοί οι ί­διοι οι Θε­οί, οι κα­τ’­ε­ξο­χήν ε­λεύ­θε­ροι, α­πό τη στιγ­μή που όρισαν και δι­έ­τα­ξαν την πο­ρεί­α των πραγ­μά­των, ό­πως ορ­θώς πα­ρα­τη­ρεί ο Σε­νέ­κας υ­πο­τάσ­σον­ται α­πο­λύ­τως σε αυ­τήν, μη δυ­νά­με­νοι ή μη εν­δι­α­φε­ρό­με­νοι να την αλ­λά­ξουν ή α­κυ­ρώ­σουν. Η Μοί­ρα στέ­κει πά­νω α­κό­μη και α­πό τους Θε­ούς και, με εν­τε­λώς α­νε­λα­στι­κό τρό­πο, «ο­δη­γεί τον θέ­λον­τα και πα­ρα­σύ­ρει τον μη θέ­λον­τα». Η κά­θε αν­θρώ­πι­νη ψυ­χή δι­α­θέ­τει συ­νε­πώς ε­λευ­θε­ρί­α βου­λή­σε­ως και ό­χι ε­λευ­θε­ρί­α πρά­ξε­ως, αλ­λά μό­νον δυ­να­τό­τη­τα πρά­ξε­ως. Ε­πι­προ­σθέ­τως, μό­νον η λε­γό­με­νη «Πε­ποί­θη­σις» α­πο­τε­λεί πραγ­μα­τι­κή πρά­ξη της ψυ­χής. Ο μό­νος ε­λεύ­θε­ρος θνη­τός εί­ναι ο «Σο­φός», δι­ό­τι μι­μεί­ται τους κα­τε­ξο­χήν ε­λευ­θέ­ρους (τους Θε­ούς) σε αυ­τή την α­πο­λύ­το συμ­φι­λί­ω­ση με τη ρο­ή των πραγ­μά­των (ο Ε­πί­κτη­τος γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ό­τι «η Ε­λευ­θε­ρί­α συ­νί­στα­ται στο να ε­πι­θυ­μού­με να έλ­θουν τα πράγ­μα­τα ό­χι ό­πως θέ­λου­με, αλ­λά ό­πως συμ­βαί­νουν»­). Ο «Σο­φός», κα­τέ­χων την Α­ρε­τή, πα­ρα­μέ­νει ε­λεύ­θε­ρος α­κό­μη και μέ­σα σε δε­σμά, για­τί αν­τέ­χει το να πράτ­τει μό­νον ό­σα ε­ξαρ­τών­ται α­πό αυ­τόν, πα­ρα­μέ­νον­τας ψύ­χραι­μος και ή­ρε­μος α­πέ­ναν­τι σε ό­σα δεν ε­ξαρ­τών­ται α­πό αυ­τόν. Αν­τι­θέ­τως, οι α­μέ­τρη­τοι υ­πο­τι­θέ­με­νοι «ε­λεύ­θε­ροι» που τα­πει­νώ­νον­ται και ε­ξευ­τε­λί­ζον­ται για μί­α α­νώ­τε­ρη κοι­νω­νι­κή θέ­ση ή για δι­ά­φο­ρα υ­λι­κά α­γα­θά, εί­ναι ά­θλιοι και δού­λοι (δι­α­κρι­νό­με­νοι α­πλώς σε «μι­κρο­δού­λους» ή «με­γα­λο­δού­λους», α­να­λό­γως του με­γέ­θους των ε­πι­δι­ώ­ξε­ών τους)
Θέ­σις έ­κτη.

Κύ­ριο βι­ο­τι­κό προ­τει­νό­με­νο εί­ναι η α­πλό­της του βί­ου μέ­σα α­πό την ο­δό της με­τρι­ο­πα­θεί­ας, της α­νο­χής και της λι­τό­τη­τος, με σε­βα­σμό προς τους Πα­τρώ­ους Τρό­πους (ρω­μα­ϊ­στί, M­os M­a­i­o­r­um). Οι α­νώ­τα­τες δυ­νά­μεις εί­ναι οι ε­σω­τε­ρι­κές του ε­αυ­τού, αλ­λά ο βί­ος ο­φεί­λει να εί­ναι πάν­το­τε προ­σα­να­το­λι­σμέ­νος προς την δη­μό­σια δρά­ση. Η α­πό­συρ­ση ε­πι­τρέ­πε­ται μό­νον ως προ­πα­ρα­σκευ­ή για ε­πό­με­νη δη­μό­σια δρά­ση.
Θέ­σις έ­βδο­μη.

Η πνευ­μα­τι­κή ε­ξέ­λι­ξις στο αν­θρώ­πι­νο στά­διο, το ο­ποί­ο «στοι­χει­ώ­νε­ται» α­πό τον πα­ρά­γον­τα «Λο­γι­κό­της», α­πο­κτά­ται μό­νον με την ε­πί­μο­νη και ε­πί­πο­νη φι­λο­σο­φι­κή α­να­ζή­τη­ση του «Α­γα­θού». Η Φι­λο­σο­φί­α εί­ναι η α­σφα­λής ο­δός για την «Α­ρε­τή», η ο­ποί­α θε­με­λι­ώ­νε­ται μό­νον ε­πά­νω στην ε­πα­φή με την Γνώ­ση (η ο­ποί­α ο­ρί­ζε­ται ως α­σφα­λής, δη­λα­δή αν­τι­κει­με­νι­κή και α­λη­θής). Η Γνώ­σις δι­α­φέ­ρει α­πό την Δο­ξα­σί­α, η ο­ποί­α εί­ναι α­σθε­νής ή ψευ­δής γνώ­σις. Κα­τά τον Ζή­νω­να (ό­πως δι­α­σώ­ζε­ται στον Κι­κέ­ρω­να, A­c­a­d­e­m­i­ca, 1, 41-42) η κά­θε α­σθε­νής ή ψευ­δής γνώ­σις μπο­ρεί και πρέ­πει να ταυ­τί­ζε­ται, δι­καί­ως, με την Ά­γνοι­α. Ο Αρ­κε­σί­λα­ος ε­πε­σή­μα­νε ό­τι δεν υ­πάρ­χει εν­δι­ά­με­σο στά­διο α­νά­με­σα στην Γνώ­ση και την Ά­γνοι­α.
Θέ­σις ο­γδό­η.

Η «Α­ρε­τή» πρέ­πει να εί­ναι το α­πό­λυ­το «προς α­πό­κτη­σιν», η «Κα­κί­α» το α­πό­λυ­το «προς α­πο­φυ­γήν». Σε προ­έ­κτα­ση της ε­πι­ση­μάν­σε­ως του Αρ­κε­σι­λά­ου α­να­φο­ρι­κώς με την Γνώ­ση και την Ά­γνοι­α, ό­λα τα υ­πό­λοι­πα α­νά­με­σα στην «Α­ρε­τή» και την «Κα­κί­α» κα­τα­τάσ­σον­ται στα λε­γό­με­να «Α­δι­ά­φο­ρα». Ο Στο­βαί­ος μας πα­ρα­δί­δει ό­τι κα­τά του στω­ϊ­κούς η «Α­ρε­τή» χω­ρί­ζε­ται σε «πρώ­τες» και «υ­πο­τε­ταγ­μέ­νες» (δευ­τε­ρεύ­ου­σες) ε­πι­μέ­ρους Α­ρε­τές. Το Κα­κόν υ­πάρ­χει μό­νον «κα­τά πα­ρα­κο­λού­θη­σιν της Α­ρε­τής ή του Α­γα­θού» και δεν εί­ναι δυ­να­τόν να λεί­ψει α­πό τον Κό­σμο, κα­θώς η Αρ­μο­νί­α και η Τε­λει­ό­της έ­χουν πάν­το­τε ως προ­ϋ­πό­θε­σή τους την ύ­παρ­ξη των αν­τι­θέ­των (της «ε­ναν­τι­ό­τη­τος»­). Ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ο Ε­πί­κτη­τος, οι Θε­οί δι­έ­τα­ξαν να υ­πάρ­χουν, α­νά­με­σα σε άλ­λα αν­τί­θε­τα, η Α­ρε­τή και η Κα­κί­α «για την αρ­μο­νί­α του συ­νό­λου». Το η­θι­κό Κα­κόν δεν α­πο­τε­λεί συ­νε­πώς πραγ­μα­τι­κό Κα­κόν δι­ό­τι χρη­σι­μεύ­ει στην αρ­μο­νί­α του συ­νό­λου και εκ­πλη­ροί έ­ναν σα­φή σκο­πό. Το λε­γό­με­νο «Κα­κόν» δεν εί­ναι πα­ρά η χυ­δαι­ο­τέ­ρα και κα­τω­τά­τη μορ­φή του «Α­γα­θού» και, αν­τι­στοί­χως, ο φαύ­λος άν­θρω­πος στέ­κει α­πλώς, αυ­το­τι­μω­ρού­με­νος κα­τ’­ου­σί­αν, στην κα­τώ­τα­τη βαθ­μί­δα του αν­θρω­πί­νου εί­δους, προ­δό­της της φύ­σε­ώς του και αυ­το­ϋ­πο­βι­βα­σθείς σε ά­λο­γο ζώ­ον. Ο ε­νά­ρε­τος άν­θρω­πος δεν α­πει­λεί­ται α­πό την ύ­παρ­ξη του φαύ­λου, ό­πως και δεν α­πει­λεί­ται α­πό την πέ­ριξ αυ­τού ύ­παρ­ξη των φυ­τών και των α­λό­γων ζώ­ων. Δεν υ­πάρ­χει δε ΠΟ­ΤΕ «ευ­δαι­μο­νί­α» των φαύ­λων, α­φού η ό­ποι­α νο­μι­ζο­μέ­νη σαν τέ­τοι­α, δεν εί­ναι πα­ρά φάν­τα­σμα βα­σι­ζό­με­νο σε ε­ξω­τε­ρι­κά α­γα­θά και άλ­λα πράγ­μα­τα που για τον ε­νά­ρε­το εί­ναι α­πλώς «α­δι­ά­φο­ρα προ­ηγ­μέ­να».
Θέ­σις ε­νά­τη.

Εί­ναι πα­ρά­λο­γη κά­θε ε­πι­θυ­μί­α που αν­τι­τί­θε­ται στην θέ­λη­ση των Θε­ών. Η συν­τα­γή για έ­ναν ευ­τυ­χή αν­θρώ­πι­νο βί­ο εί­ναι η «Α­πά­θεια», η εκ­μη­δέ­νι­ση δη­λα­δή κά­θε προ­σω­πι­κής ε­πι­θυ­μί­ας για α­πό­κτη­ση πραγ­μά­των ή για αλ­λα­γή κα­τα­στά­σε­ων, μό­νον ό­μως ό­ταν η «Λο­γι­κό­της» τις κα­τα­δει­κνύ­ει να εί­ναι πέ­ρα α­πό τις ε­κά­στο­τε αν­θρώ­πι­νες δυ­να­τό­τη­τες. Η «Α­πά­θεια» ο­δη­γεί σε μί­α ά­με­ση ζω­ή, δί­χως την ε­ξα­πά­τη­ση α­πό την υ­πε­ρελ­πί­δα ή τον τρό­μο της α­γω­νί­ας για έ­να μέλ­λον που, αν­τι­κει­με­νι­κώς, κεί­ται έ­ξω α­πό τον έ­λεγ­χο της «Πε­ποι­θή­σε­ως».
Θέ­σις δε­κά­τη.

Ο Κό­σμος, εί­ναι αι­ω­νί­α, λο­γι­κή, έμ­ψυ­χος και ζώ­σα ύ­λη, η ο­ποί­α, α­πλώς, αυ­το­α­να­πλά­θε­ται πε­ρι­ο­δι­κώς δι’ Εκ­πυ­ρώ­σε­ων. Τα πάν­τα εί­ναι εν­σώ­μα­τα, τί­πο­τε α­πό ό­σα υ­πάρ­χουν δεν εί­ναι α­σώ­μα­τον, στο δε ε­σω­τε­ρι­κό του Κό­σμου δεν υ­πάρ­χει θέ­ση για κα­νέ­να κε­νό, πα­ρά το ό­τι ο ί­διος βρί­σκε­ται μέ­σα σε έ­να α­τε­λεί­ω­το κε­νό (στην στω­ϊ­κή α­κρι­βο­λο­γί­α, ο ό­ρος «Σύμ­παν» ή «Πάν» υ­πο­δη­λώ­νει το σύ­νο­λο του Κό­σμου και του πε­ρι­βάλ­λον­τος κε­νού, ε­νώ ο ό­ρος «Ό­λον» υ­πο­δη­λώ­νει μό­νον τον Κό­σμο δί­χως το κε­νό). Πραγ­μα­τι­κά εί­ναι μό­νον τα σώ­μα­τα, ό, τι δη­λα­δή μπο­ρεί να ε­νερ­γεί ή πά­σχει. Εν­σώ­μα­τος εί­ναι και ο Λό­γος – Θε­ός («το α­μέ­σως Θεί­ον»­), ό­πως εν­σώ­μα­τες και έμ­ψυ­χες εί­ναι και οι «Α­ρε­τές», τα «Πά­θη», η «Σο­φί­α», οι ε­νέρ­γει­ες, οι δο­νή­σεις, οι λέ­ξεις, α­κό­μη και οι κι­νή­σεις του φαν­τα­σια­κού (κα­θώς υ­φί­στα­ται ά­με­ση σύν­δε­ση του τε­λευ­ταί­ου με τον εν­δι­ά­θε­το λό­γο). Η γλώσ­σα, αυ­το­μά­τως «ει­κο­νο­ποι­εί» και δί­νει ύ­παρ­ξη σε ό,τι εκ­φρά­ζει, α­κό­μη κι αν αυ­τό δεν εί­ναι ά­με­σα προ­σι­τό στις αι­σθή­σεις. Το σύ­νο­λο των εμ­πε­ρι­ε­χο­μέ­νων στον Κό­σμο νο­ούν­ται ως «το εμ­μέ­σως Θεί­ον».

(Α­πό το βι­βλί­ο του Βλά­ση Γ. Ρασσιά: «Θεοίς Συζήν. Εισαγωγή στον Στωϊκισμό», Αθήναι 2001, εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη»)
πηγή: www.rasias.g




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες