Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Σχό­λιο σ’­ἕ­να πρό­βλη­μα



Τὸ δρά­μα τοῦ Βέλ­γου συγ­γρα­φέ­α Ζο­ζὲ -Ἀν­τρὲ Λα­κοὺρ «Τὰ νέ­α παι­διὰ»  θέ­τει τὸ πρό­βλη­μα τοῦ ἐ­κτρα­χη­λι­σμοῦ τῆς ση­με­ρι­νῆς νε­ο­λαί­ας.  Τὸ φαι­νό­με­νο εἶ­ναι σχε­δὸν παγ­κό­σμιο καὶ συ­χνὰ -πυ­κνὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στὶς στῆ­λες τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων μὲ δι­ά­φο­ρες εἰ­κό­νες καὶ ἑρ­μη­νεῖ­ες.  Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἐκ­φρά­ζουν τὴν ὀρ­γὴ καὶ τὴν ἀ­γα­νά­κτη­ση τῶν «σο­βα­ρῶν» ἀν­θρώ­πων τῆς κοι­νω­νί­ας γιὰ τὸν κα­τή­φο­ρο ποὺ ἔ­χουν πά­ρει σή­με­ρα τὰ νειά­τα: φέρ­νον­ται ἐ­ξω­φρε­νι­κά, δὲν σέ­βον­ται κα­νέ­να, ἐ­πι­τρέ­πουν στὸν ἑ­αυ­τό τους ἐ­λευ­θε­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν τὴ σφρα­γί­δα μιᾶς πο­λὺ πρώ­ϊ­μης καὶ ἀ­πο­κρου­στι­κῆς δι­α­φθο­ρᾶς κ.ο.κ. 
Πῶς ἔ­φτα­σαν σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ αὐ­θά­δειας καὶ ἀ­ναι­σχυν­τί­ας οἱ νέ­οι τῆς ἐ­πο­χῆς μας, σὲ ὅ­λες τὶς «πο­λι­τι­σμέ­νες»  χῶ­ρες τοῦ κό­σμου; για­τὶ νὰ μὴ λει­τουρ­γοῦν μέ­σα τους οἱ ἠ­θι­κὲς ἀν­τι­στά­σεις, νὰ μὴν ἀ­να­χαι­τί­ζει ἡ ἀ­γω­γὴ τὰ ἔν­στι­κτά τους; ποῦ ὀ­φεί­λε­ται ἄ­ρα­γε αὐ­τὴ ἡ ἐ­κτρο­πὴ ποὺ ἀγ­γί­ζει κά­πο­τε τὰ ὅ­ρια τῆς δι­α­στρο­φῆς καὶ τῆς ἐγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τας;
  ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Βέλ­γου δρα­μα­τουρ­γοῦ στὰ ἐ­ρω­τή­μα­τά μας εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πλή:  Αἰ­τί­α λέ­γει, τοῦ φαι­νο­μέ­νου εἶ­ναι κα­τὰ βά­θος ἡ ἀλ­γει­νὴ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση τῶν νέ­ων ἀν­θρώ­πων ἀ­πὸ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν εἰ­δώ­λων τους, ἑ­πο­μέ­νως ὁ ξε­πε­σμὸς τῶν γο­νέ­ων τους ποὺ γιὰ τὰ παι­διὰ δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς αὐ­τοὶ ποὺ τὰ ἔ­φε­ραν στὸν κό­σμο καὶ προ­νο­οῦν γιὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τους, ἀλ­λὰ στη­ρίγ­μα­τα ζω­ῆς:  εἰ­κό­νες λα­τρεί­ας, τὸ κα­μά­ρι καὶ ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια τους.  Κά­πο­τε οἱ νέ­οι ἀ­να­κα­λύ­πτουν (καὶ ὅ­ταν δὲν εἶ­ναι οἱ ἴ­διοι ἱ­κα­νοὶ γιὰ τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη, θὰ  φρον­τί­σουν οἱ συ­νά­δελ­φο΄τους νὰ τοὺς προ­σφέ­ρουν αὐ­τὴν τὴν ἐκ­δού­λευ­ση ἀ­πὸ ἐ­πι­πο­λαι­ό­τη­τα ἤ κα­κί­α)  ὅ­τι τὰ λαμ­πρὰ ἐ­κεῖ­να πρό­τυ­πα δὲν στέ­κον­ται στὰ ὑ­ψη­λὰ βά­θρα, ὅ­που τὰ ἔ­χει το­πο­θε­τή­σει ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη καὶ ἡ ἀ­γά­πη τους, ἀλ­λὰ ἔ­χουν τὴν λάμ­ψη μό­νο ἀ­πέ­ξω,  ἐ­νῶ μέ­σα τους ὑ­πάρ­χει δι­αθ­φο­ρά, ψεῦ­δος καὶ ὑ­πο­κρι­σί­α.  Καὶ τό­τε ὁ μι­κρὸς ἠ­θι­κός τους κό­σμος ἐ­ξαρ­θρώ­νε­ται, χά­νει τοὺς ἄ­ξο­νές του, τὸ ἐ­λα­φρὸ οἰ­κο­δό­μη­μα γκρε­μί­ζε­ται. Ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση πά­φτουν στὸν κυ­νι­σμό, στὴν ἀ­ναί­δεια ἤ στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α ποὺ μπο­ρεῖ νὰ τοὺς ὁ­δη­γή­σει ἕ­ως τὸ θά­να­το.
Ἐ­κεῖ φτά­νει ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς ἥ­ρω­ες τοῦ ἔρ­γου, ὅ­ταν ἀ­κού­ει ἀ­πὸ τὸ φί­λο του καὶ ἔ­πει­τα ὁ ἴ­διος ἐ­ξα­κρι­βώ­νει ὅ­τι ὁ στρα­τη­γὸς πα­τέ­ρας του, πα­ρὰ τὴ φλύ­α­ρη με­γα­λαυ­χί­α του, ὄ­χι μό­νο δὲν εἶ­χε δι­α­κρι­θεῖ στὸν πό­λε­μο ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἕ­νας δει­λὸς ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε στρα­τι­ῶ­τες καὶ συν­τρό­φους κα]ι­κοί­τα­ξε μο­νά­χα πῶς νὰ σω­θεῖ. Ὁ δεύ­τε­ρος γιὸς κα­θη­γη­τῆ γυ­μνα­σί­ου πλη­γώ­νε­ται κά­θε φο­ρὰ πιὸ  βα­θιὰ ποὺ βλέ­πει τοὺς συμ­μα­θη­τὲς του νὰ δι­α­κω­μω­δοῦν μὲ τὶς φάρ­σες τους τὸν ἀ­φε­λὴ πα­τέ­ρα του·  ὅ­ταν πιὰ μα­θαί­νει ὅ­τι καὶ ἡ μη­τέ­ρα του μὲ τὶς ἔ­νο­χες σχέ­σεις της ἐ­ξευ­τε­λί­ζει τὸν ἄν­τρα της, πη­γαί­νει νὰ σκο­τω­θεῖ, ἀν­τὶ ὅ­μως νὰ πνι­γεῖ στὸ πο­τά­μι, ὅ­πως λο­γά­ρια­ζε, πνί­γε­ται στὴν ἀ­κο­λα­σί­α.  Ὁ τρί­τος ἔ­χει γο­νεῖς ἕ­να ἀ­γα­πη­μέ­νο ζευ­γά­ρι καὶ βρί­σκε­ται μὲ τὸν πα­τέ­ρα του (ἕ­να νέ­ο, φί­λα­θλο, κα­λό­καρ­δο ἄν­τρα) σὲ φι­λι­κὲς τρυ­φε­ρὲς σχέ­σεις.  Αἴφ­νης ἀ­να­κα­λύ­πτει ὅ­τι καὶ τὸ δι­κό του εἴ­δω­λο εἶ­ναι ἱ­κα­νὸ γιὰ πρό­στυ­χες πρά­ξεις·  τό­τε γί­νε­ται κυ­νι­κὸς καὶ χύ­νει τὸ δη­λη­τή­ριό του  ποὺ θὰ φαρ­μα­κώ­σει τὸν φι­λό­τι­μο γιὸ τοῦ ψευ­το­πα­λη­κα­ρᾶ στρα­τη­γοῦ. Εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς ὁ μό­νος ποὺ θὰ δι­α­πλεύ­σει τὴ δει­νὴ δο­κι­μα­σί­α χω­ρὶς νὰ ναυ­α­γή­σει·  ἀ­πε­ναν­τί­ας θὰ κα­τορ­θώ­σει νὰ «χω­νέ­ψει» τὴν πι­κρὴ πεί­ρα τῆς μι­κρῆς ζω­ῆς του καὶ θὰ συμ­φι­λι­ω­θεῖ πά­λι μὲ τὸν τα­πει­νω­μέ­νο πα­τέ­ρα του…
Ἴ­σως με­ρι­κοὶ βροῦν πο­λὺ ἁ­πλή, μο­νό­χορ­δη καὶ εὔ­κο­λη, τὴ λύ­ση ποὺ δί­νει στὸ πρό­βλη­μα ὁ Ζο­ζὲ -Ἀν­τρὲ Λα­κοὺρ μέ­σα στὸ «La­n­ne du b­ac».  Φαι­νό­με­να σὰν αὐ­τὸ ποὺ συ­ζη­τοῦ­με ἔ­χουν πολ­λὲς καὶ βα­θι­ὲς αἰ­τί­ες κοι­νω­νι­κὲς, ψυ­χο­λο­γι­κὲς, ἀ­κὸ­μη καὶ βι­ο­λο­γι­κὲς πε­ρι­πλεγ­μέ­νες σ’ ἕ­να πυ­κνὸ δί­κτυ μὲ ποι­κί­λα με­γέ­θη, καὶ γιὰ νὰ ἐ­ξη­γη­θεῖ πρέ­πει πάν­το­τε νὰ ἐν­το­πί­ζει κα­νεῖς τὸ πρό­βλη­μα, νὰ τὸ βλέ­πει μέ­σα στὶς συν­τε­ταγ­μέ­νες ποὺ πα­ρου­σιά­ζει ἡ κά­θε γε­ω­γρα­φι­κὴ καὶ ἐ­θνι­κὴ ἀ­κό­μη καὶ ἡ κά­θε ἀ­το­μι­κὴ πε­ρί­πτω­ση.  Ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως, ὀ­φεί­λο­με νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σο­με ὅ­τι ὁ Βέλ­γος δρα­μα­τουρ­γὸς ἀγ­γί­ζει μὲ τὸ ἔρ­γο του ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ νευ­ραλ­γι­κὸ ση­μεῖ­ο τοῦ θέ­μα­τος: τὴν εὐ­θύ­νη τῶν με­γά­λων στὶς  ἐ­κτρο­πὲς τῶν μι­κρῶν, κι ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να του ἔ­χει πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον, δρα­μα­τι­κὶ καὶ ἠ­θι­κὸ ταυ­τό­χρο­να.  Ἐ­ὰν μά­λι­στα ἁ­πλώ­σο­με καὶ βα­θύ­νο­με τὴν ἔν­νοι­α τοῦ εἰ­δώ­λου πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ κεῖ­νον, πε­ρι­λά­βο­με δη­λα­δὴ μέ­σα της ὄ­χι μό­νο τοὺς γο­νεῖς (κα­τὰ προ­τί­μη­ση τὸν πα­τέ­ρα ποὺ ὑ­πο­συ­νεί­δη­τα καὶ  συ­νει­δη­τὰ ἀ­πο­τε­λεῖ γιὰ τὸ παι­δὶ τὸν «κα­νό­να», τὴν ἡ­γε­τι­κὴ μορ­φή, τὴν ἐν­σάρ­κω­ση τῶν ἔγ­κυ­ρων ἀ­ξι­ῶν,­), ἀλ­λὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν γε­νε­ὰ τῶν ἐ­νη­λί­κων, αὐ­τοὺς ποὺ ὡς σύ­νο­λο ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν τὸ οἰ­κο­νο­μι­κό, πο­λι­τι­κό καὶ πνευ­μα­τι­κὸ «πα­ρὸν» τῆς κοι­νω­νί­ας καὶ παί­ζουν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ ρό­λο στὴ ζω­ή της, τό­τε ἡ ὑ­πό­θε­ση τοῦ θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α μας  πλη­σιά­ζει μὲ πο­λὺ με­γά­λη προ­σέγ­γι­ση τὴν ὀρ­θὴ λύ­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος.   Γιὰ τὸν ἐ­κτρο­χια­σμὸ τῆς νέ­ας γε­νε­ᾶς αἰ­τί­α εἶ­ναι κα­τὰ ἕ­να πο­λὺ με­γά­λο πο­σο­στὸ ἡ ἠ­θι­κὴ ἔκ­πτω­ση τῆς πα­λαι­ό­τε­ρης, τῆς δι­κῆς μας γε­νε­ᾶς·  αὐ­τὴ εἶ­ναι ἴ­σως ἡ ὀ­δυ­νη­ρὴ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τη ἀ­λή­θεια. Μᾶς ἐ­νο­χλεῖ ὅ­ταν τὴν ἀ­κοῦ­με, μᾶς ἐ­ξορ­γί­ζει - ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ ἡ ἀ­λή­θεια μᾶς πλη­γώ­νει. Τὰ παι­διὰ μας εἶ­ναι τέ­τοι­α ποὺ εἶ­ναι, για­τὶ ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε αὐ­τοὶ ποὺ εἴ­μα­στε. Γέν­νη­μα καὶ θρέμ­μα μας, ἀ­πο­τε­λοῦν συ­νέ­χειά μας, εἰ­κό­να καὶ ὁ­μοί­ω­σή μας - ἕ­ως τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ στα­θοῦν στὰ δι­κὰ τους πό­δια καὶ θὰ ἀ­πο­κτή­σουν (ἑ­ὰν καὶ ὅ­σο ἀ­πο­κτή­σουν) τὴν αὐ­θυ­παρ­ξί­α τους. Ἀλ­λὰ καὶ τό­τε κά­τι ἀ­πὸ μας ἔ­χει πε­ρά­σει καὶ κα­τα­κα­θί­σει μέ­σα τους: για­τὶ τὸν ἑ­αυ­τόν του τὸν φτιά­χνει ὁ νέ­ος εἴ­τε μα­ζί μας εἴ­τε ἐ­ναν­τί­ον μας, πάν­τως μὲ τὴν σύμ­πρα­ξη ἤ τὴν ἀν­τί­πρα­ξή του πρὸς τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους.
Ἀ­μεί­λι­κτοι στὴν αὐ­στη­ρό­τη­τά μας, ὅ­ταν κρί­νο­με τὰ ση­με­ρι­νὰ νιά­τα,  δὲν ἀ­να­λο­γι­ζό­μα­στε πό­σο ὑ­πεύ­θυ­νοι εἴ­μα­στε γιὰ τὰ σφάλ­μα­τά της. Ὄ­χι πάν­το­τε ὁ κα­θέ­νας μας χω­ρι­στὰ (για­τὶ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν εὐ­τυ­χῶς νὰ ὑ­πάρ­χουν στὴν κοι­νω­νί­α μας πολ­λὲς οἰ­κο­γέ­νει­ες ποὺ δὲν πα­ρου­σιά­ζουν τὴ θλι­βε­ρὴ ἀ­πο­σύν­θε­ση τῶν προ­τύ­πων τοῦ Λα­κοὺρ), ἀλ­λὰ ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­λοι μα­ζί.  Ἡ γε­νε­ὰ ποὺ ὡ­ρί­μα­σε στὰ δί­σε­χτα χρό­νια τοῦ τε­λευ­ταί­ου πο­λέ­μου, ἡ γε­νε­ὰ ἡ δι­κή μας, περ­νά­ει (αὐ­τὸ ὅ­λοι τὸ λέ­γουν καὶ τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζουν ) μιὰ βα­θιὰ ἠ­θι­κὴ κρί­ση. Τὸ ψεῦ­δος ἡ ὑ­πο­κρι­σί­α καὶ ἡ δι­α­φθο­ρὰ τὴν ἔ­χουν δι­α­βρώ­σει. Ἐ­κα­κούρ­γη­σε στοὺς πο­λέ­μους (καὶ κα­κουρ­γεῖ ἀ­κό­μη) ὅ­σο κα­μιὰ ἄλ­λη·  προ­σκύ­νη­σε (καὶ προ­σκυ­νεῖ ἀ­κό­μη ) τὸ τα­πει­νὸ συμ­φέ­ρον μὲ πρω­το­φα­νὴ ἀ­ναι­σχυν­τί­α· καὶ γιὰ τὴν ἁ­γνό­τη­τα τῶν ἠ­θῶν της ὄ­χι μό­νο δὲν ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ε­ται, ἀλ­λὰ καὶ ντρέ­πε­ται νὰ μι­λή­σει ἡ ἴ­δια. Πα­ράλ­λη­λα ἐ­πι­μέ­νει νὰ παί­ζει τὸν ἥ­ρω­α καὶ νὰ κη­ρύτ­τει στοὺς νέ­ους μὲ στόμ­φο τὴν πί­στη, τὴν εὐ­πρέ­πεια, τὴν ἀ­ρε­τή.  Ἔ­χει τὴν ἀ­φέ­λεια νὰ νο­μί­ζει ὅ­τι, κα­θα­ρὸς κα­θὼς εἶ­ναι στὴν καρ­διὰ ὁ νέ­ος, θὰ συγ­κι­νη­θεῖ ἀ­π’­τὰ λό­για της καὶ θὰ θε­ω­ρή­σει ἱ­ε­ρὲς καὶ ἀ­πα­ρα­σά­λευ­τες τὶς ὑ­πο­θῆ­κες της. Τὸ παι­δὸ ὅ­μως εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ ἔ­ξυ­πνο ἀπ ὅ­τι τὸ φαν­τα­ζό­μα­στε.  Στὴν ἀρ­χὴ ὑ­πα­κού­ει ἀ­πὸ σε­βα­σμὸ καὶ ἀ­πὸ τὸ θαυ­μα­σμὸ ποὺ μᾶς ἔ­χει, μᾶς βλέ­πει ὄ­χι ὅ­πως εἴ­μα­στε, ἀλ­λὰ ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο μᾶς ἔ­χει σχη­μα­τί­σει μέ­σα στὴν ἀ­γά­πη καὶ στὴν προσ­δο­κί­α του. Ἔ­πει­τα σι­γὰ -σι­γὰ ἤ ξαφ­νι­κὰ ἀ­να­κα­λύ­πτει ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ δεί­χνο­με δὲν εἶ­ναι τὸ πρό­σω­πο, ἀλ­λὰ τὸ προ­σω­πεῖ­ο μας.  Ὅ­τι τὴν ἀ­ρε­τὴ τὴ ζη­τοῦ­με ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ὄ­χι ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό μας· τὸν αὐ­το­σε­βα­σμὸ τὸν δι­δά­σκο­με, δὲν τὸν ἀ­σκοῦ­με· ὑ­μνοῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ νό­μος μας εἶ­ναι τὸ ψεῦ­δος.  Πῶς μπο­ρεῖ πλέ­ον νὰ πι­στεύ­ει στὶς «ἀ­ξί­ες»ποὺ ἐ­μεῖς τὶς προ­δί­νο­με; Δι­κές του δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μη νο­μο­θε­τή­σει· ἔ­χει ἀ­πο­δε­χτεῖ τὶς δι­κές μας – πῶς θὰ τὸ κα­τη­γο­ρή­σο­με ὅ­τι τὶς πε­ρι­φρο­νεῖ,  ὅ­ταν ἐ­μεῖς οἱ  «ὥ­ρι­μοι», οἱ «στε­ρε­οί», οἱ «σο­βα­ροί» δὲν τὶς σε­βό­μα­στε;
Ὁ νέ­ος ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ εἴ­δω­λα, καὶ εἴ­δω­λά του εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, οἱ γο­νεῖς, οἱ δά­σκα­λοι, οἱ κυ­βερ­νῆ­τες, οἱ λό­γιοι ποὺ τοὺς ἀ­κού­ει καὶ τοὺς δι­α­βά­ζει.  Ὅ­ταν τὰ εἴ­δω­λά του γκρε­μι­στοῦν καὶ δι­α­λυ­θοῦν μέ­σα στὴν ἀ­νυ­πο­λη­ψί­α, κά­τι βα­θὺ καὶ με­γά­λο μέ­σα του κα­ταρ­ρέ­ει.  Καὶ ἐ­πει­δὴ πο­λὺ λί­γο γνω­ρί­ζει ἀ­κό­μη τὸν ἄν­θρω­πο καὶ λι­γό­τε­ρο ἀ­κό­μη μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξη­γή­σει τὶς ἀ­δυ­να­μί­ες καὶ τὰ λά­θη του, ὁ κλο­νι­σμὸς ποὺ τοῦ δί­νει ἡ ὀ­δυ­νη­ρὴ δι­ά­ψευ­ση, ἡ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καὶ ἡ ἀ­η­δί­α, τὸν συν­τρί­βει.  Ὑ­πάρ­χουν βέ­βαι­α οἱ συ­νε­σταλ­μέ­νοι καὶ οἱ ἄ­τολ­μοι νέ­οι·  αὐ­τοὶ μυ­ρη­κά­ζουν κρυ­φὰ τὴν πί­κρα τους καὶ μέ­νουν στὴν τρο­χιὰ ποὺ τοὺς ἔ­βα­λαν. Πολ­λοὶ ὅ­μως μέ­σα στὴν πα­ρα­ζά­λη χά­νουν τὸν ἔ­λεγ­χο καὶ ἀ­φή­νον­ται στὸν κα­τή­φο­ρο.  Εὐ­τυ­χῶς ποὺ με­ρι­κοὶ κα­τορ­θώ­νουν καὶ ὑ­περ­νι­κοῦν, μὲ θυ­σί­ες ἔ­στω τὴν κρί­ση· εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ (ὅ­πως ὁ τρί­τος ἥ­ρω­ας τοῦ ἔρ­γου) θὰ μπο­ρέ­σουν νὰ ξα­να­το­πο­θε­τή­σουν πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα, ὄ­χι ὅ­πως τοὺς ἔ­μα­θαν νὰ τὰ βά­ζουν ἤ ὅ­πως ἡ προσ­δο­κί­α τους τὰ ἤ­θε­λε, ἀλ­λὰ σύμ­φω­να μὲ τὶς πραγ­μα­τι­κές τους δι­α­στά­σεις. Τό­τε καὶ ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­ξη­γεῖ­ται μὲ τὶς σκι­ές του καὶ ἡ ἀ­ρε­τὴ σώ­ζε­ται μὲ ἀ­νέ­πα­φη τὴν ὀ­μορ­φιά της. – Δύ­σκο­λα φτά­νουν σ’ αὐ­τὴ τὴ λύ­ση οἱ νέ­οι, ἐ­άν δὲν κα­θο­δη­γη­θοῦν μὲ ἀ­γά­πη καὶ γνώ­ση ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους. Μέ­σα στὸ δρά­μα τοῦ Λα­κοὺρ βο­η­θοῦν τὸν τρί­το νέ­ο νὰ βρεῖ τὸ σω­στὸ δρό­μο, ἡ μη­τέ­ρα μὲ τὴν τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ τὴν ἐγ­καρ­τέ­ρη­σή της, καὶ ὁ πα­τέ­ρας μὲ τὴν τα­πει­νο­σύ­νη καί τὴν ἐγ­καρ­δι­ό­τη­τά του. Λαμ­πρὸ μά­θη­μα σὲ ὅ­σους ἀ­να­τρέ­φουν παι­διά·  δὲν ὠ­φε­λεῖ νὰ παί­ζο­με μπρο­στά τους θέ­α­τρο, για­τὶ τί­πο­τα δὲν ἀ­πο­στρέ­φον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­κρι­σί­α –τὴν ἀ­λή­θεια ζη­τοῦν ἀ­πό μᾶς, γιὰ νὰ τὴν  τι­μή­σουν.
Εὐ­άγ­γε­λος Πα­πα­νοῦ­τσος
κεί­με­νο τῆς 4|1|1962

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες