Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Ἡ κατάρα τοῦ πεύκου




«Γιάννη, γιατὶ ἔκοψες τὸν πεῦκο;
Γιατί; Γιατί;»
Ἀγέρας θά ’ναι, λέει ὁ Γιάννης
καὶ περπατεῖ.

Ἀνάβει ἡ πέτρα, τὸ λιβάδι
βγάνει φωτιά.
Νά ’βρισκε ὁ Γιάννης μιὰ βρυσούλα,
μιὰ ρεματιά!

Μὲς τὸ λιοπύρι, μὲς στὸν κάμπο
νά ἕνα δεντρί...
Ξαπλώθη ὁ Γιάννης ἀποκάτου,
δροσιὰ νὰ βρεῖ.

Τὸ δέντρο παίρνει τὰ κλαριά του
καὶ περπατεῖ!
Δὲν θ΄ ἀνασάνω, λέει ὁ Γιάννης,
γιατί, γιατί;

«Γιάννη, ποῦ κίνησες νὰ φτάσεις;»
«Στὰ δυὸ χωριά.»
«Κι ἀκόμα βρίσκεσαι δῶ κάτου;
Πολὺ μακριά!»

«Ἐγώ πηγαίνω, ὅλο πηγαίνω.
Τί ἔφταιξα ἐγώ;
Σκιάζεται ὁ λόγκος καὶ μὲ φεύγει,
γι' αὐτὸ εἶμαι δῶ.

Πότε ξεκίνησα; Εἶναι μέρες...
Γιὰ δυό, γιὰ τρεῖς...
Ὁ νοῦς μου σήμερα δὲ ξέρω,
τ' εἶναι βαρύς».

«Νά μιὰ βρυσούλα, πιὲ νεράκι
Νὰ δροσιστεῖς».
Σκύβει νὰ πιεῖ νερὸ στὴ βρύση,
στερεύει εὐθύς.

Οἱ μέρες πέρασαν, κι οἱ μῆνες,
φεύγει ὁ καιρός,
Στὸν ἴδιο τόπο εἶν' ὁ Γιάννης,
κι ἄς τρέχει ἐμπρός...

Νά τὸ χινόπωρο, νά οἱ μπόρες,
μὰ ποῦ κλαρί;
Χτυπιέται ὀρθὸς μὲ τὸ χαλάζι,
μὲ τὴ βροχή.

«Γιάννη, γιατὶ ἔσφαξες τὸ δέντρο,
τὸ σπλαχνικό,
πού 'ριχνεν ἴσκιο στὸ κοπάδι
καὶ στὸ βοσκό;»

Ὁ πεῦκος μίλαε στὸν ἀέρα
- τ' ἀκοῦς, τ' ἀκοῦς;-
καὶ τραγουδοῦσε σὰ φλογέρα
στοὺς μπιστικούς.

«Φρύγανο καὶ κλαρί του πῆρες
καὶ τὶς δροσιὲς
Καὶ τὸ ρετσίνι του ποτάμι
ἀπ΄ τὶς πληγές.

Σακάτης ἤτανε κι ὁλόρθος,
ὡς τὴ χρονιά,
Ποὺ τὸν ἐγκρέμισες γιὰ ξύλα,
Γιάννη φονιά!»

«Τὴ χάρη σου ἐρημοκλησάκι,
τὴν προσκυνῶ,
Βόηθα νὰ φτάσω κάποιαν ὥρα
καὶ νὰ σταθῶ...

Ἡ μάνα μου θὰ περιμένει
κι ἔχω βοσκή...
Κι εἶχα καὶ τρῦγο... Τί ὥρα νάναι
Καὶ τί ἐποχή;

Ξεκίνησα τὸ καλοκαῖρι
-νὰ στοχαστεῖς-
Κι ἦρθε καὶ μ' ἦβρε ὁ χειμῶνας
μεσοστρατίς.

Πάλι Ἁλωνάρης καὶ λιοπύρι!
Πότε ἦρθε; Πῶς;
Ἅγιε, σταμάτησε τὸ λόγκο,
ποὺ τρέχει ἐμπρός.

Ἅγιε, τὸ δρόμο δὲν τὸν βγάνω
-μὲ τί καρδιά;-
Θέλω νὰ πέσω νὰ πεθάνω,
ἐδῶ κοντά.»

Πέφτει σὰ δέντρο ἀπ΄ τὸ πελέκι...
βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε τὸ δάσος,
πολὺ μακριά.

Ἐκεῖ τριγύρω οὔτε χορτάρι,
φωνὴ καμμιά.
Στ΄ ἀγκάθια πέθανε, στὸν κάμπο,
στὴν ἐρημιά.

Τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)

1 σχόλιο:

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες