Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Δασκαλογιάννης


Δα­σκα­λο­γιά­ννης, E­πα­νά­στα­ση και αυ­το­θυ­σί­α
           ­ ­ ­ ­ ­ ­ ­ ­ ­  ­ ­ ­ ­ ­ ­ ­ 


Ο ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ, δη­λα­δὴ ὁ Ἰ­ω­άν­νης Δά­σκα­λος, ἦ­ταν μί­α ἀ­πὸ τὶς πλέ­ον ἡ­ρω­ι­κὲς μορ­φὲς τῶν ἀ­γώ­νων τῶν Ἑλ­λή­νων κα­τὰ τῶν Τούρ­κων κα­τα­κτη­τῶν. Καὶ ἴ­σως ὁ κα­θα­ρό­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους. Δὲν εἶ­χε ὑ­πη­ρε­τή­σει πο­τὲ στὶς αὐ­λὲς τῶν πα­σά­δων, ὅ­πως ἄλ­λοι πρω­το­κα­πε­τά­νιοι τοῦ 1821, οὔ­τε στρα­τεύ­θη­κε σὰν ἁρ­μα­το­λός. Ὁ Κω­στὴς Πα­λα­μᾶς τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ «κο­ρυ­φὴ τῆς κρη­τι­κῆς θυ­σί­ας», ἀλ­λὰ τὸ ἦ­θος, ἡ καρ­τε­ρί­α, ἡ αὐ­το­θυ­σί­α τὸν ἀ­νε­βά­ζουν ψη­λὰ στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν ἀ­γώ­νων τοῦ Γέ­νους. Ἦ­ταν ὑ­πε­ρή­φα­νος, ὀ­νει­ρο­πό­λος, γεν­ναῖ­ος, πλού­σιος καὶ τολ­μη­ρός. Ἀλ­λὰ καὶ εὔ­πι­στος! Δὲν ἀ­νῆ­κε στὸ εἶ­δος τῶν ἀν­θρώ­πων τοῦ πο­λέ­μου. Δὲν πε­ρι­ε­φέ­ρε­το σὰν «χα­ΐ­νης», πά­ει νὰ πεῖ ἀν­τάρ­της, στὰ βου­νά, ὅ­πως οἱ σύν­τρο­φοί του στὴν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1770. Ἦ­ταν ναυ­τι­κός, μὲ δι­κά του κα­ρά­βια καὶ τα­ξί­δευ­ε ἀ­πὸ τὴ Μασ­σα­λί­α ὡς τὰ λι­μά­νια τοῦ Εὔ­ξει­νου καὶ ἀ­πὸ τὸ βά­θος τοῦ Ἁ­δρί­α, τὴν Τερ­γέ­στη, ὡς τὰ ἀ­φρι­κα­νι­κὰ λι­μά­νια, τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καὶ τὴν Μπιγ­κά­ζα. Εἶ­χε, μα­ζὶ μὲ τ’ ἀ­δέρ­φια του, ναυ­τι­κὰ «πρα­κτο­ρεῖ­α» στὰ κυ­ρι­ό­τε­ρα λι­μά­νια καὶ σὲ πολ­λὰ ἐ­λεύ­θε­ρα ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιά, ὅ­πως στὰ Κύ­θη­ρα. Ἔμ­πο­ρος, τα­ξι­δευ­τὴς μὲ πεί­ρα τοῦ κό­σμου καὶ γνω­ρι­μί­ες μὲ πρίγ­κι­πες, μη­τρο­πο­λί­τες, πρό­κρι­τους καὶ δι­πλω­μά­τες ξέ­νων χω­ρῶν. Πρέ­πει νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες του, οἱ Σφα­κια­νοί, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς ἄλ­λους Κρη­τι­κοὺς ποὺ ἀ­πε­χθά­νον­ταν τό­τε τὴ θά­λασ­σα, εἶ­χαν δε­κά­δες κα­ρά­βια στὴ Με­σό­γει­ο, μὲ βά­ση τὸν ὅρ­μο Λου­τρὸ στὸ Λι­βυ­κό, δυ­τι­κά της Χώ­ρας Σφα­κί­ων, στὰ ἴ­χνη τοῦ ἀρ­χαί­ου «δι­λί­με­νου» Φοί­νι­κα. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ μό­νος Σφα­κια­νὸς τῆς ἐ­πο­χῆς ποὺ τολ­μοῦ­σε νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει στὴν ἐ­παρ­χί­α μὲ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ ροῦ­χα, χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­πο­κα­λοῦν ψα­λι­δό­κω­λο!
Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἱ­στο­ρι­κοὶ καὶ ἡ πα­ρά­δο­ση θέ­λουν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη ἀ­πὸ τὴ γε­νιὰ τῶν Βλά­χων τοῦ χω­ριοῦ Ἀ­νώ­πο­λη Σφα­κί­ων. Τὸ «Βλά­χος» φυ­σι­κὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὸ ἐ­πί­θε­το σφα­κια­νῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Θὰ ἦ­ταν πι­θα­νό­τα­τα προ­σω­νύ­μιο -καὶ προ­σω­νύ­μια εἶ­χαν τό­τε σχε­δὸν ὅ­λοι οἱ Σφα­κια­νοί. Κά­ποι­οι ἰ­σχυ­ρί­στη­καν ὅ­τι ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης «ἔ­σερ­νε» ἀ­πὸ τὴ ναυ­τι­κὴ γε­νιὰ τῶν Ἀν­δρου­λα­κά­κη­δων, τοῦ Λου­τροῦ. Προ­φα­νῶς ἔ­χουν ἐ­πη­ρε­α­σθεῖ ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη «Ἰ­ω­άν­νη υἱ­ὸν Ἀν­δρέ­ου» κα­τὰ τὴν πρα­κτι­κή της ἐ­πο­χῆς. Μί­α πρα­κτι­κὴ ποὺ πε­ρι­έρ­γως ἔ­χει ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὴ ρί­ζα. Πράγ­μα­τι ὑ­πάρ­χει τουρ­κι­κὸ ἔγ­γρα­φο ποὺ τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ «Ἰ­ω­άν­νη υἱ­ὸν Ἀν­δρέ­ου». Καὶ πράγ­μα­τι ὁ πα­τέ­ρας τοῦ ὀ­νο­μά­ζε­το Ἀν­δρέ­ας, ὅ­πως καὶ ὁ πρῶ­τος του υἱ­ός, κα­τὰ τὸ συ­νή­θει­ο ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ πάν­τα.
Τὸ ἀρ­χον­τι­κό του Δα­σκα­λο­γιά­ννη δι­α­κρί­νε­ται ἀ­κό­μη ἐ­ρει­πω­μέ­νο στὴν Ἀ­νώ­πο­λη, πά­νω ἀ­πὸ τὸ Λου­τρό. Καὶ ὁ θρύ­λος τοῦ ζεῖ στὰ βου­νὰ καὶ στὰ φα­ράγ­για καὶ στὶς ἄ­γρι­ες ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς τοῦ Λι­βυ­κοῦ.

Ἡ κα­τά­στα­ση τὸ 1769

Ἕ­νας Δα­σκα­λο­γιά­ννης βρί­σκε­ται σὲ τουρ­κι­κὸ ἔγ­γρα­φό του 1765 μὲ τὸν τί­τλο τοῦ Κετ­χουν­τᾶ (γραμ­μα­τι­κοῦ) τῶν Σφα­κί­ων. Καὶ ἀρ­γό­τε­ρα σὲ ἔγ­γρα­φό του 1767 ὁ Νι­κο­λὸς Σγου­ρο­μάλ­λης, ἀ­δελ­φός του Δα­σκα­λο­γιά­ννη, ἐ­πί­σης μὲ τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ γραμ­μα­τι­κοῦ. Τώ­ρα ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης τοῦ ἐγ­γρά­φου εἶ­ναι ὁ ἴ­διος μὲ τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη τοῦ ἀ­γώ­να ἢ εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς Ἰ­ω­άν­νη­δες Δα­σκά­λους καὶ Δα­σκα­λια­νοὺς τῶν Σφα­κί­ων; Ὅ­σο γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, οἱ ἱ­στο­ρι­κοὶ τὸν θέ­λουν 40 ἐ­τῶν τὸ 1770.
Ἀλ­λὰ ποι­ὰ ἦ­ταν ἡ κα­τά­στα­ση τὸ 1769, δη­λα­δὴ τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης προ­ε­τοί­μα­ζε τὴν ἐ­πα­νά­στα­σή του:
Οἱ Τοῦρ­κοι κρα­τοῦ­σαν ἕ­ναν αἰ­ώ­να τὴν Κρή­τη καὶ τρεῖς αἰ­ῶ­νες τὸν Μο­ριὰ καὶ τὴ Ρού­με­λη. Τὰ Σφα­κιά, ὅ­μως, ποὺ δὲν ἡ­σύ­χα­σαν πο­τὲ σ’ ὅ­λο τὸ μά­κρος τῆς ἐ­νε­τι­κῆς κα­το­χῆς, εἶ­χαν μί­α πε­ρί­ερ­γη τύ­χη. Τὸ 1648, ἐ­νῶ εἶ­χαν ὑ­πο­τα­χθεῖ ὅ­λες οἱ γύ­ρω ἐ­παρ­χί­ες καὶ τὰ κά­στρα ἦ­ταν γκρε­μι­σμέ­να, δί­χως τὸ Με­γά­λο, οἱ Σφα­κια­νοὶ βο­η­θοῦ­σαν τὸν Ματ­θαῖ­ο Καλ­λέρ­γη καὶ τοὺς Ἐ­νε­τοὺς στὶς ἐ­πι­χει­ρή­σεις τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ. Ὅ­πως μᾶς λέ­ει ὁ Τοῦρ­κος ἱ­στο­ρι­κὸς Να­ϊ­μά, βα­σι­ζό­με­νοι εἰς τὸ ὀ­ρει­νὸν καὶ δύ­σβα­τον τῆς ἐ­παρ­χί­ας των, δὲν δι­ῆ­γον φι­λη­σύ­χως καὶ ἐ­πὶ ἐ­πο­χῆς τῶν ἀ­πί­στων (Ἐ­νε­τῶν). Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ -συ­νε­χί­ζει ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς- ἔ­στει­λαν οἱ Τοῦρ­κοι τὸν Κετ­χουν­τὰ τῆς Ρού­με­λης Κου­τοὺζ Ἀ­λῆ Ἀ­γά, ὅ­στις κα­τέ­λα­βε τὸ φρού­ριον, κα­τα­δι­ώ­ξας καὶ δι­α­σκορ­πί­σας τοὺς ἀ­πει­θεὶς τού­τους (Σφα­κια­νούς). Ὁ ἀρ­χι­στρά­τη­γος προ­σέ­φε­ρε δι­ά­φο­ρα δῶ­ρα καὶ ἐ­πε­δα­ψί­λευ­σε δι­α­φό­ρους φι­λο­φρο­νή­σεις εἰς τὸν ρη­θέν­τα Ἀ­λὴ Ἀ­γὰν. Ἄλ­λος, ὅ­μως, Τοῦρ­κος, ὁ γνω­στός μας ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ή­γη­σή του, ὁ Ἐ­βλιὰ Τζε­λεμ­πή, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι τὰ Σφα­κιὰ τὰ πά­τη­σε ὁ ἴ­διος ὁ θρυ­λι­κὸς γιὰ τὸ πα­ρά­στη­μα καὶ τὴν ἀν­δρεί­α του Δε­λὴ Χου­σε­ΐν Πα­σάς, ὁ Γα­ζὴς. Με­τὰ λί­γα χρό­νια, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να τὸ 1658, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ συ­νο­μι­λί­ες μὲ τὸν Χου­σε­ΐν Πα­σά, τὰ Σφα­κιὰ ποὺ μέ­χρι τό­τε ἦ­ταν φέ­ου­δο τοῦ ἴ­διου τοῦ Χου­σε­ΐν, ὑ­πά­γον­ται στὸ βα­κου­φι­κὸ σύ­στη­μα. Καὶ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­ται στὶς ἱ­ε­ρὲς πό­λεις Μέκ­κα καὶ Με­δί­να. Στὰ Σφα­κιὰ φαί­νε­ται ὅ­τι ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο και­ρὸ Τοῦρ­κος ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χος. Ἀλ­λὰ κα­νέ­νας δὲν ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μό­νι­μα. Τοὺς φό­ρους τους, ποὺ ἦ­ταν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο πο­σὸ γιὰ τὰ ἐμ­πο­ρευ­ό­με­να ἢ πει­ρα­τι­κὰ ἔ­στω, Σφα­κιά, πό­τε τοὺς πλή­ρω­ναν καὶ πό­τε ὄ­χι, οἱ Σφα­κια­νοί. Πό­τε μὲ δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες στὸν ἴ­διο τὸν σουλ­τά­νο καὶ πό­τε μὲ ζο­ρι­λί­κι, κα­τά­φερ­ναν νὰ γλι­τώ­νουν.
Στὰ τουρ­κι­κὰ ἀρ­χεῖ­α τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου, ποὺ με­τέ­φρα­σε ὁ Ν. Σταυ­ρι­νί­δης, βρί­σκου­με ὀρ­γι­σμέ­να φιρ­μά­νια τῶν σουλ­τά­νων, ποὺ ζη­τοῦν νὰ λή­ξει αὐ­τὴ ἡ κα­τά­στα­ση μὲ τοὺς Σφα­κια­νούς. Νὰ ἕ­να γραμ­μέ­νο «τὴ τρι­α­κο­στή τοῦ μη­νὸς Ρε­τζέπ, τοῦ ἔ­τους χί­λια ἑ­κα­τὸν ἑ­βδο­μή­κον­τα δύ­ο (18-3-1759)», δέ­κα χρό­νια πρὶν ἀ­πὸ τὰ γε­γο­νό­τα ποὺ ἐ­ξι­στο­ροῦ­με: «...πα­ρὰ ταῦ­τα, οἱ ρα­γιά­δες τῆς ἐν λό­γω ἐ­παρ­χί­ας (Σφα­κί­ων) συ­νερ­γα­ζό­με­νοι στε­νῶς με­τὰ τῶν ἀ­πί­στων ἐ­χθρῶν κουρ­σά­ρων καὶ ὄν­τες λί­αν πα­νοῦρ­γοι καὶ δό­λιοι, βα­σι­ζό­με­νοι δὲ καὶ εἰς τὸ δύ­σβα­τον τῶν ὁ­δῶν των καὶ τὸ ἀ­πρό­σι­τον τῆς Ἐ­παρ­χί­ας των καὶ συμ­πε­ρι­φε­ρό­με­νοι πάν­το­τε με­τὰ σκαι­ό­τη­τος, ἀρ­νοῦν­ται... τὴν κα­τα­βο­λὴν τῶν φό­ρων των, προ­βάλ­λον­τες ἄρ­νη­σιν καὶ ἐμ­μο­νὴν καὶ ἀν­τί­στα­σιν, συγ­κεν­τρω­θέν­των οὕ­τω εἰς χεί­ρας τῶν ἄ­νω τῶν 40.000 γρο­σί­ων... Ὁ­σά­κις δὲ ἀ­πέ­στει­λε (ὁ ἔ­φο­ρος) ἀν­θρώ­πους εἰς τὴν Ἐ­παρ­χί­αν των διὰ νὰ ζη­τή­σουν... τὴν πλη­ρω­μήν... ὄ­χι μό­νον δὲν ἐ­πλή­ρω­σαν τού­τους, ἀλ­λ’ οὔ­τε ἀ­πάν­τη­σιν τι­νὰ ἔ­δω­σαν...».
Σὲ πα­λι­ό­τε­ρα φιρ­μά­νια βρί­σκου­με τὶς ἴ­δι­ες κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ σουλ­τά­νου γιὰ τοὺς Σφα­κια­νούς, ποὺ «πε­ρι­φέ­ρον­ται ἔ­νο­πλοι» καὶ πε­ρι­φρο­νοῦν τὸν νό­μον. Κά­που-κά­που οἱ δι­α­τα­γὲς τοῦ σουλ­τά­νου γί­νον­ται φι­λι­κὲς πρὸς τοὺς Σφα­κια­νοὺς καὶ ὁ­ρί­ζουν νὰ μὴ τοὺς ἐ­νο­χλεῖ κα­νέ­νας, νὰ μὴ τοὺς ὑ­πο­βάλ­λουν σὲ τα­λαι­πω­ρί­ες, ὅ­ταν κα­τε­βαί­νουν ἀ­π’ τὰ βου­νὰ τους ν’ ἀ­γο­ρά­σουν στά­ρι.

Ἀν­τι­φα­τι­κὰ φιρ­μά­νια

Γιὰ τὰ «δο­σί­μα­τα» αὐ­τὰ ὑ­πάρ­χουν ἀρ­κε­τὰ τούρ­κι­κα χαρ­τιά. Ἄλ­λα εἶ­ναι ὀρ­γι­σμέ­να καὶ ἄλ­λα φι­λι­κά. Ὁ γραμ­μα­τι­κὸς τῶν Σφα­κια­νῶν Σγου­ρο­μάλ­λης Νι­κο­λὸς ἀ­να­γνω­ρί­ζει σύμ­φω­να μὲ ἔγ­γρα­φό του 1767 ὅ­τι ἀ­πὸ τὸ χρέ­ος τῶν Σφα­κια­νῶν «δὲν κα­τε­βλή­θη οὔ­τε ἕν ἄ­σπρον ἢ ὄ­βο­λος τίς... ἀλ­λὰ πα­ρα­μέ­νει ὁ­λό­κλη­ρον τὸ πο­σὸν τοῦ­το εἰς χρέ­ος τῶν ρα­γιά­δων τῆς ἐ­παρ­χί­ας».  Καὶ ὑ­πό­σχε­ται πλη­ρω­μή. Λί­γο πρίν, σὲ βα­σι­λι­κὸ «Χάτ­τι Χου­μα­γιοὺν» τῆς 19ης Ἰ­ου­νί­ου 1765 μὲ τὸ πε­ρί­φη­μο ἰ­δι­ό­γρα­φο «μου­τζε­πί­νι­ζε ἀ­μὲλ ὁ­λου­νὰ» (ἐ­νερ­γή­σθω συ­νω­δὰ) τοῦ σουλ­τά­νου ὁ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι: «ἅ­μα τὴ λή­ψει, ἐ­νερ­γοῦν­τες συμ­φώ­νως πρὸς τὴν ἐ­πὶ τού­τοις ἐκ­δο­θεῖ­σαν δι­α­τα­γήν μου... φρον­τί­σα­τε νὰ σέ­βε­σθε τὴν πα­λαι­ό­θεν εἰς τὰ βα­κού­φια ἐ­λευ­θε­ρί­αν... Νὰ μὴν ἐ­πι­τρέ­ψη­τε εἰς τοὺς δρα­γου­μά­νους ἢ εἰς ἄλ­λον τι­νὰ ἔ­ξω­θεν νὰ προ­βαί­νουν εἰς ἐ­νερ­γεί­ας ἀν­τι­βαι­νού­σας τοὺς ὅ­ρους ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας αὐ­τῶν».
Ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν ἐ­λάμ­βα­ναν εἰ­δι­κὰ μέ­τρα κα­τὰ τῶν Σφα­κί­ων, δὲν τὰ ἐ­ξαι­ροῦ­σαν ἀ­πὸ τὴν εὐ­νο­ϊ­κὴ με­τα­χεί­ρι­ση τῶν βα­κου­φί­ων, πα­ρὰ τὴν ἄρ­νη­ση τῶν Σφα­κια­νῶν νὰ πλη­ρώ­νουν φό­ρους.
Θρύ­λος ἀλ­λὰ καὶ ἱ­στο­ρί­α ἔ­χουν μί­α ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τὴν ἀν­τί­φα­ση: Μί­α γυ­ναί­κα προ­στά­τευ­ε τὰ Σφα­κιὰ μέ­σα στὰ σε­ρά­για τοῦ Σουλ­τά­νου ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό:
«Ἡ ἐκ τῶν ἐ­να­ρέ­των μου­σουλ­μα­νί­δων Φα­τμὰ Χα­τοὺν, Χα­νοὺμ Σουλ­τὰν, εἴ­η δια­ρκὴς ἡ ἁ­γνό­της αὐ­τῆς...», γρά­φουν τὰ τε­φτέ­ρια.
Ὅ­ταν τοὺς ἀ­πει­λοῦ­σαν οἱ Τοῦρ­κοι, οἱ μι­σοὶ Σφα­κια­νοὶ ἔμ­παι­ναν στὰ κα­ρά­βια καὶ ἀ­νοί­γον­ταν στὸ πέ­λα­γος καὶ οἱ ἄλ­λοι μι­σοὶ ἀ­νέ­βαι­ναν στὰ ἀ­πά­τη­τα βου­νὰ καὶ στὰ ἄ­γρια φα­ράγ­για καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ τοὺς πει­ρά­ξει. Δι­α­βά­ζου­με σὲ φιρ­μά­νι τῆς ἐ­πο­χῆς:
«Ἐ­ὰν δέ, πα­ρ’ ἐλ­πί­δα, φθά­ση ἀ­πε­σταλ­μέ­νος τὶς εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν των, οἱ κα­τη­ρα­μέ­νοι κά­τοι­κοί της καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κα­πε­τα­ναῖ­οι τοὺς δι­α­φεύ­γουν...».
Στὸν ὅρ­μο τοῦ Λου­τροῦ, ποὺ ἦ­ταν τὸ «κεν­τρι­κὸ λι­μά­νι» τῶν Σφα­κί­ων, ὑ­πῆρ­χε πλοῦ­τος καὶ με­γα­λεῖ­ο. Στὴν Ἀ­νώ­πο­λη τῆς ὁ­ποί­ας ἐ­πί­νει­ο ἦ­ταν τὸ Λου­τρό, ἡ ἀρ­χον­τιὰ ἦ­ταν ἔκ­δη­λη. Καὶ ὄ­χι μό­νον ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Στὰ χαρ­τιὰ τῶν Ἐ­νε­τῶν ἀ­να­φέ­ρε­ται ἕ­να με­γα­λο­πρε­πὲς γεῦ­μα τοῦ κα­πε­τὰν Κα­τσού­λη Πα­τε­ρο­ζά­πα στὸν γε­νι­κὸ προ­βλε­πτὴ Κρή­της Γε­ρώ­νυ­μο Κα­πέ­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πι­χει­ροῦ­σε ἐ­πί­σκε­ψη φι­λί­ας στὰ Σφα­κιὰ τὸ 1608. Στὸ τρα­πέ­ζι αὐ­τό, σύμ­φω­να μὲ τὰ χαρ­τιὰ τῶν Ἐ­νε­τῶν, ὁ Ἀ­νω­πο­λί­της κα­πε­τά­νιος ἅ­πλω­σε τρι­α­κό­σια ἀρ­γυ­ρὰ σκεύ­η.
Καὶ στὴ χώ­ρα Σφα­κί­ων, στὸν Ὀμ­πρὸς Για­λὸ «μὲ τσ’ ἑ­κα­τὸν τὶς ἐκ­κλη­σι­ές, τὰ πλού­σια τὰ σε­ρά­για» κα­τοι­κοῦ­σαν ἄρ­χον­τες «κα­λόσει­ροι» καὶ ναῦ­τες «παι­νε­μέ­νοι».

Οἱ πε­δι­νοὶ ἀ­δι­α­φο­ροῦν
Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μη ἀρ­κε­τὰ πράγ­μα­τα ποὺ πρέ­πει ν’ ἀ­να­φέ­ρει κα­νεὶς προ­λο­γι­κά:

Οἱ Σφα­κια­νοὶ εἶ­χαν μί­α ἄλ­λο­τε σι­ω­πη­ρὴ καὶ ἄλ­λο­τε αἱ­μα­τη­ρὴ ἀν­τι­δι­κί­α μὲ τοὺς πε­δι­νοὺς Κρη­τι­κούς. Ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς τῶν Σφα­κί­ων Γρ. Πα­πα­δο­πε­τρά­κης, φα­να­τι­κὸς ὑ­πὲρ τῶν συμ­πα­τρι­ω­τῶν του, ὁ­μι­λεῖ πε­ρὶ ἐ­χθρό­τη­τος ποὺ ὀ­φεί­λε­το στὴν ὑ­πε­ρο­χὴ τῶν Σφα­κια­νῶν, φυ­λε­τι­κὴ καὶ ψυ­χο­λο­γι­κή. Οἱ Σφα­κια­νοὶ ἦ­ταν ἄν­δρες ὡ­ραῖ­οι, εὐ­στα­λεῖς, γεν­ναῖ­οι καὶ σχε­τι­κῶς εὐ­κα­τά­στα­τοι. Ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἐγ­κα­τε­στη­μέ­νοι στὰ «κα­τω­μέ­ρια», μὲ τὴν εὐ­φυ­ΐ­α, τὴν ἐρ­γα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν εὐ­ε­λι­ξί­α τους, ὑ­πε­ρεῖ­χαν τῶν ἄλ­λων. Δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν πε­ρι­ου­σί­ες καὶ σχέ­σεις καὶ ξε­χώ­ρι­ζαν στὶς κοι­νω­νί­ες ποὺ ζοῦ­σαν σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πο­χές. Ἔγ­γρα­φα τοῦ και­ροῦ ἐ­κεί­νου ὁ­μι­λοῦν γιὰ δο­λο­φο­νί­ες Σφα­κια­νῶν ἀ­πὸ ἄλ­λους Κρη­τι­κοὺς στὴν πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­ου.
Ἐ­πί­σης ἀ­να­φέ­ρε­ται πε­ρι­στα­τι­κὸ φο­ρο­λο­γι­κῆς μορ­φῆς: Οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­φαί­ρε­σαν φο­ρο­λο­γι­κὰ «δελ­τί­α» ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιὰ καὶ τὰ προ­σέ­θε­σαν σὲ ἄλ­λες ἐ­παρ­χί­ες. Προ­φα­νῶς δι­ό­τι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὰ εἰ­σπρά­ξουν οἱ φο­ρα­τζῆ­δες.
Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης πρέ­πει νὰ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι οἱ πε­δι­νοὶ Κρη­τι­κοὶ δὲν θὰ ση­κώ­νον­ταν μα­ζί του. Ἦ­ταν ἄλ­λω­στε ἕ­ναν αἰ­ώ­να ἄ­ο­πλοι καὶ ἄ­μα­θοι τῶν ὅ­πλων, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς δι­κούς του ποὺ ὁ­πλο­φο­ροῦ­σαν ἀ­πὸ νή­πια. Ἀ­κό­μη: Στὰ Σφα­κιὰ ὑ­πῆρ­χε μί­α ἢ καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες ὁ­μά­δες κα­τα­δρο­μέ­ων.
Ἡ Ἱ­στο­ρί­α δι­α­σώ­ζει μί­α μὲ ἀρ­χη­γὸ τὸν Μάρ­κο, γιὸ τοῦ κα­πε­τὰν Γι­ωρ­γά­κη. Ἡ ὁ­μά­δα τοῦ Γι­ωρ­γα­κο­μάρ­κου ρή­μα­ζε τὰ ὑ­πο­στα­τι­κὰ τῶν ἀ­γά­δων, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιά, στὰ ἀ­πο­κο­ρω­νι­ώ­τι­κα καὶ τὰ ρε­θε­μνι­ώ­τι­κα χω­ριά. Ἔ­πε­φταν τὴ νύ­χτα, ἐ­ξόν­τω­ναν τοὺς ἀ­γά­δες καὶ τοὺς ἀν­θρώ­πους τους καὶ γύ­ρι­ζαν στὰ Σφα­κιὰ φορ­τω­μέ­νοι μὲ «κοῦρ­σος». Ἦ­ταν δει­νοὶ νυ­χτο­πο­λε­μι­στὲς καὶ ὁ­δοι­πό­ροι. Οἱ Τοῦρ­κοι τοὺς ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «Σε­ϊ­τὰν τα­κι­μὶ» καὶ τὸν ἀρ­χη­γὸ τοὺς Δαι­μο­νάρ­χη. Οἱ Σφα­κια­νοὶ εἶ­χαν καὶ μό­νι­μη ἀν­τι­δι­κί­α μὲ τὸν με­γά­λο γαι­ο­κτή­μο­να καὶ κτη­νο­τρό­φο Ἰμ­πρα­ὴμ Ἀ­λη­δά­κι, ἕ­ναν ἀ­πό­γο­νο Ἐ­νε­τῶν ἐ­ξω­μο­τῶν ποὺ κρα­τοῦ­σε ὅ­λες τὶς βο­ρι­νὲς πλευ­ρὲς τῶν Σφα­κια­νῶν βου­νῶν. Εἶ­χε στή­σει μι­τά­τα, πά­ει νὰ πεῖ στά­νες, δε­κα­τέσ­σε­ρις ἀ­πὸ τὰ σύ­νο­ρα τοῦ Ρε­θύ­μνου μέ­χρι τὴ Μα­λά­ξα, τὸ βου­νὸ ποὺ στέ­κει πά­νω ἀ­πὸ τὴ Σού­δα.
Ὁ πύρ­γος του, πα­λιὸ ἑ­νε­τι­κὸ φρού­ριο, κτι­σμέ­νο πά­νω στὴ μο­να­δι­κὴ ἔ­ξο­δο τῶν Σφα­κι­ῶν, στέ­γα­ζε δε­κά­δες ἐ­νό­πλους, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων καὶ χρι­στια­νούς. Καὶ οἱ ποι­μέ­νες του εἶ­χαν συ­νε­χεῖς ἀν­τι­δι­κί­ες μὲ τοὺς Σφα­κια­νούς.
Ὁ Ἀ­λη­δά­κις ἦ­ταν ὁ βα­σι­κὸς ἐ­πι­τη­ρη­τὴς τῶν Σφα­κια­νῶν καὶ ὁ πλη­ρο­φο­ρι­ο­δό­της τῶν Τούρ­κων, γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν τὸν χώ­νευ­αν οἱ ἄλ­λοι ἀ­γά­δες τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ δὲν ἀν­τέ­δρα­σαν ὅ­ταν, λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν ἐ­ξόν­τω­σαν οἱ Σφα­κια­νοί.

«Ὀ­λυμ­πια­κοὶ»
στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο

Πα­ρὰ τὴ μυ­στι­κό­τη­τα, φῆ­μες πὼς τὰ Σφα­κιὰ ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ ση­κω­θοῦν δι­έ­τρε­χαν τὶς ἄ­γρι­ες ἀ­κρο­γι­α­λι­ές, κα­τέ­βαι­ναν στὰ βά­θη τῶν ἑ­πτὰ με­γά­λων φα­ραγ­γι­ῶν καὶ ἔ­φτα­ναν ὡς τὶς δε­κά­δες κο­ρυ­φές, ποὺ ὑ­ψώ­νουν τὸ με­γα­λεῖ­ο τῶν Μα­δά­ρων ὡς δυ­ό­μι­σι χι­λι­ό­με­τρα ψη­λά. Οἱ Τοῦρ­κοι ἦ­ταν φο­βι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὶς φῆ­μες γιὰ τὸν ρω­σι­κὸ στό­λο ποὺ εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὸ Αἰ­γαῖ­ο. Καὶ πε­ρί­με­ναν ἀ­νή­συ­χοι τὴν ἔ­κρη­ξη.
Κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 1769 ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νο στὰ Σφα­κιά. Κου­βα­λοῦ­σαν τὰ κα­ρά­βια ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Κου­βα­λοῦ­σαν οἱ «δαι­μό­νιοι» ἀ­πὸ τοὺς κάμ­πους τὰ ἔ­χη τῶν ἀ­γά­δων καὶ τὸ πα­νη­γύ­ρι τοῦ Ἅ­ι Νι­κή­τα στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο ἦ­ταν ἀ­πὸ τὰ πιὸ με­γά­λα ποὺ εἶ­δε ὁ τό­πος.
...Στὰ πα­ρά­λια του Λι­βυ­κοῦ, στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ ἄ­κρη τῶν Σφα­κι­ῶν, εἶ­ναι ἕ­νας κάμ­πος μι­κρός. Κον­τὰ στὸ κύ­μα ἔ­χουν ση­κώ­σει ἕ­να μι­κρὸ κά­στρο οἱ Ἐ­νε­τοί, ποὺ τὸ εἶ­παν οἱ ντό­πιοι Φραγ­κο­κά­στελ­λο. Αὐ­τὸ τὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο τὸ δό­ξα­σε, στὰ 1828, ὁ Χα­τζὴ Μι­χά­λης Ντα­λιά­ννης μὲ τὴ θυ­σί­α του. Κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ τὸ κά­στρο ἦ­ταν ἔ­ρη­μο, μὰ κον­τὰ του τὸ ρη­μοκ­κλή­σι τοῦ Ἅ­ι Νι­κή­τα εἶ­χε σπου­δαῖ­ες δό­ξες. Τὸ πα­νη­γύ­ρι γι­νό­ταν στὶς 15 τοῦ Σε­πτέμ­βρη, μὲ με­γά­λη ἐ­πι­ση­μό­τη­τα. Ἔ­φτα­ναν ἀ­π’ ὅ­λα τὰ χω­ριὰ τῶν Σφα­κι­ῶν καὶ τῆς Ρί­ζας πα­νη­γυ­ρι­ῶ­τες, μὲ σφά­για καὶ τυ­ριὰ καὶ μέ­λια. Ἔ­φτα­νε ὁ ἐ­πί­σκο­πος, ἡ­γού­με­νοι καὶ πα­πά­δες. Κα­πε­τά­νιοι, πα­λι­κά­ρια καὶ κο­πε­λοῦ­δες. Πα­λιὸ λα­ϊ­κὸ τρα­γού­δι ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ πα­νη­γύ­ρι αὐ­τό:

«Σὰ θὲς νὰ δὴς καὶ νὰ χα­ρῆς ὄ­μορ­φα παλ­λη­κά­ρια
ἄ­με στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο νὰ ’­ναι τ’ Ἁ­γιοῦ Νι­κή­τα.
Νὰ κα­τε­βοῦν τὰ δύ­ο χω­ριὰ ἡ Νίμ­προς καὶ τ’ Ἀ­σκύ­φου
καὶ τ’ ἄλ­λα τὰ γυ­ρό­χω­ρα...
Νὰ δὴς σγου­ροὺς νὰ δὴς ξαν­θοὺς κι ὄ­μορ­φους κο­πελ­λιά­ρους.
Νὰ δὴς ψη­λοὺς γιὰ τὸ σπα­θί, κον­τοὺς γιὰ τὸ ντου­φέ­κι...
μὲ τὰ μα­κρὰν τω­νε σκου­λιὰ μὲ τσοὶ πι­σω­καυ­κά­λες
τ’ ἀμ­πέ­θια τῶν τὰ μαλ­λια­ρὰ καὶ τσ’ ἀ­νοι­χτὲς κου­τά­λες...
Με­τὰ τὴ με­γά­λη λει­τουρ­γί­α κά­θι­ζε γύ­ρω στὰ κα­ζά­νια ὁ λα­ός, ἔ­τρω­ε, ἔ­πι­νε καὶ τρα­γου­δοῦ­σε. Ἦ­ταν βρα­σμέ­να τὰ τα­σι­μά­ρι­κα σφα­χτά, ἁ­πλω­μέ­να τὰ τυ­ριά, οἱ μυ­ζῆ­θρες. Οἱ Σφα­κια­νοὶ ἀ­γα­ποῦν τὸ βρα­στὸ κρέ­ας μὲ τὸ μέ­λι. Ἀ­γα­ποῦν καὶ τὸ κρα­σί. Τὸ κέ­φι ἄ­να­βε εὐ­θὺς καὶ χα­λοῦ­σε ὁ κό­σμος ἀ­πὸ τὸ ντου­φε­κί­δι. Τὸ ἀ­πο­με­σή­με­ρο ἄρ­χι­ζαν τ’ ἀ­γω­νί­σμα­τα. Μὲ τά­ξη τὰ πα­λι­κά­ρια, κά­τω ἀ­π’ τ’ αὐ­στη­ρὰ μά­τια τῶν γε­ρόν­των ἔ­τρε­χαν, πη­δοῦ­σαν ἔ­ρι­χναν στὸ ση­μά­δι, πε­τοῦ­σαν τὸ βό­λι κα­τὰ τὸν τρό­πο τὸν κρη­τι­κὸ καὶ τὸ λι­θά­ρι. Οἱ γέ­ροι ἔ­βγα­ζαν κρί­ση καὶ βρά­βευ­αν τοὺς νι­κη­τές. Δου­λειὰ δύ­σκο­λη κι ἐ­πι­κίν­δυ­νη για­τί ξε­σποῦ­σαν κα­βγά­δες ἀ­νά­με­σα στοὺς ὁ­πλι­σμέ­νους νέ­ους. Ἦ­ταν οἱ Ὀ­λυμ­πια­κοὶ ἀ­γῶ­νες τῶν Σφα­κια­νῶν.
Ἀλ­λὰ χει­μώ­νι­α­ζε πιὰ καὶ τὰ σφα­κια­νὰ κο­πά­δια ἔ­πρε­πε νὰ ἑ­τοι­μά­ζον­ται νὰ κα­τε­βοῦν στὰ χει­μα­διά. Ὅ­σοι βο­σκοὶ εἶ­χαν τὰ χει­μα­διὰ τους κον­τὰ στὰ Σφα­κιὰ δὲν εἶ­χαν ἀ­νη­συ­χί­α κα­μιά. Οἱ ἄλ­λοι, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σουν τὰ πρό­βα­τα στὰ κα­τω­μέ­ρια, δεί­λια­ζαν. Τοὺς κα­θη­σύ­χα­σε ὅ­μως ὁ δά­σκα­λος ποὺ πί­στευ­ε ὅ­τι δὲν θὰ τοὺς χτυ­πή­σουν πρῶ­τοι οἱ Τοῦρ­κοι εἰ­δι­κά τους Σφα­κια­νούς. Στὸν Μο­ριὰ καὶ στὶς ἄλ­λες ἑλ­λη­νι­κὲς πε­ρι­ο­χὲς οἱ σφα­γὲς εἶ­χαν ἤ­δη ἐκ­δη­λω­θεῖ.

Ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση ἀρ­χί­ζει.

Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης ἀ­φοῦ ξε­πέ­ρα­σε τοὺς ἐν­δοια­σμοὺς τῶν κα­πε­τα­ναί­ων, καὶ ἀ­φοῦ τοὺς βε­βαί­ω­σε ὅ­τι ὁ Μό­σκο­βος μά­χε­ται κι­ό­λας στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νε­ρά, ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Ἀ­δρι­α­τι­κὴ καὶ γύ­ρι­σε τὰ Χρι­στού­γεν­να τοῦ ἴ­διου χρό­νου φορ­τω­μέ­νος ὄ­πλα καὶ ἐλ­πί­δες. «Με­σοῦν­τος τοῦ μη­νὸς Σι­ε­βάλ», δη­λα­δὴ τὸ τέ­λος Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1770, οἱ Τοῦρ­κοι τῶν Χα­νί­ων ἀ­να­φέ­ρουν στὸν σουλ­τά­νο ὅ­τι, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λύ­πτουν «ἐξ ἀλ­λε­παλ­λή­λων πη­γῶν γρα­πταὶ πλη­ρο­φο­ρί­αι», δε­κά­δες ρού­σι­κα πλοῖ­α εἰ­σέ­βα­λαν στὴ Με­σό­γει­ο ἀ­πὸ τὸ Γι­βραλ­τάρ. Φῆ­μες ἀλ­λὰ καὶ ἀ­λη­θι­νὲς εἰ­δή­σεις πή­γαι­ναν καὶ ἤρ­χον­το ἀ­νά­με­σα στὰ Χα­νιὰ καὶ τὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Οἱ πα­σά­δες τῆς Κρή­της πα­νι­κό­βλη­τοι ἀ­πα­γό­ρευ­σαν στοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ φο­ροῦν ροῦ­χα ὅ­μοι­α μὲ τῶν Τούρ­κων. Στὶς πόρ­τες τους χά­ρα­ξαν δι­α­κρι­τι­κὰ ση­μά­δια...
Με­τὰ τὶς κα­θι­ε­ρω­μέ­νες συ­νε­λεύ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ὅ­λοι οἱ «ἄν­δρες τῶν ἁρ­μά­των» ψή­φι­ζαν, στὶς αὐ­λὲς τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Θυ­μια­νῆς, πό­λε­μο ἢ εἰ­ρή­νη, οἱ κα­πε­τά­νιοι κί­νη­σαν, φα­νε­ρὰ πλέ­ον, τὶς προ­πα­ρα­σκευ­ές. Μὲ πρό­σχη­μα τὸ Πά­σχα, ἔ­φευ­γαν ἀ­πὸ τὰ Κά­στρα καὶ τὰ πε­δι­νὰ χω­ριὰ οἱ Σφα­κια­νοὶ «ἄ­ποι­κοι» καὶ μα­ζεύ­ον­ταν στὰ Σφα­κιὰ γιὰ νὰ ἁρ­μα­τω­θοῦν καὶ νὰ κα­τα­τα­χθοῦν στὰ ἐ­πα­να­στα­τι­κὰ σώ­μα­τα. Τουρ­κι­κὸ ἔγ­γρα­φο ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι οἱ ἄ­πι­στοι αὐ­τοὶ «ἀ­νε­χώ­ρη­σαν κρυ­φί­ως ἐκ τῶν χω­ρί­ων ὅ­που δι­έ­με­νον καὶ συ­νε­κεν­τρώ­θη­σαν ἅ­παν­τες εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν Σφα­κί­ων». Ἀλ­λὰ κα­νέ­νας ἄλ­λος «κα­τω­με­ρί­της» δὲν κι­νή­θη­κε.
Σύμ­φω­να μὲ τὸν λα­ϊ­κὸ ποι­η­τὴ «Μπάρ­μπα Μπα­τζε­λιό», τὸν ὅ­μη­ρο τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, «μί­α μέ­ρα τ’ Ἀ­πρι­λιοῦ, ὡς τὸ κο­λα­τσι­δά­κι» οἱ Σφα­κια­νοὶ ὀρ­γά­νω­σαν τὸ στρα­τό­πε­δό τους στὸ μι­κρὸ ὀ­ρο­πέ­διο Κρά­πη, στὴν ἔ­ξο­δο τοῦ φα­ραγ­γιοῦ τοῦ Κα­τρέ, στὰ σύ­νο­ρα μὲ τὸν Ἀ­πο­κό­ρω­να. Ἀλ­λὰ οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες τοῦ Μπα­τζε­λιοῦ δὲν εἶ­ναι πάν­τα ἀ­κρι­βεῖς. Οἱ ἐ­πα­να­στα­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες εἶ­χαν ἀρ­χί­σει ἀ­πὸ πρίν. Ἀ­σύ­δο­τοι καὶ ἀ­συγ­κρά­τη­τοι νε­α­ροὶ ἐ­πα­να­στά­τες εἶ­χαν ὀρ­γα­νώ­σει συ­στη­μα­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις κα­τὰ τῶν ἀ­γά­δων. Τὴν 25 Μαρ­τί­ου 1770, μί­α μέ­ρα ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα θὰ γί­νει ἐ­θνι­κὸ σύμ­βο­λο, δε­κά­δες πα­πά­δες πά­νο­πλοι καὶ δύ­ο χι­λιά­δες ἐ­πα­να­στά­τες μὲ τοὺς κα­πε­τά­νιους τους, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μί­α πα­νη­γυ­ρι­κὴ λει­τουρ­γί­α με­τὰ τῶν ἀ­πα­ραι­τή­των πυ­ρο­βο­λι­σμῶν, κή­ρυ­ξαν τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση. Ἀρ­χη­γοὶ τῶν ἐ­πα­να­στα­τῶν, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη ἀ­να­φέ­ρον­ται ὁ Μα­νού­σα­κας, ὁ Γι­ωρ­γά­κης, ὁ Βουρ­δουμ­πᾶς, ὁ Χοῦρ­δος, ὁ Μπου­νά­τος, ὁ πά­πα Σή­φης, ὁ Βο­λού­δης, ὁ Μω­ρά­κης, ὁ Σκορ­δί­λης καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἄλ­λοι -οἱ Σφα­κια­νοὶ εἶ­χαν ἀ­πὸ τό­τε τὸ πά­θος γιὰ τὸ κα­πε­τα­νι­λί­κι...

«Μο­λὼν Λα­βὲ»

Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης μὲ τοὺς δι­κούς του κα­τέ­βη­κε στὸν Ἀ­πο­κό­ρω­να, ὁ­πλι­σμέ­νος αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Καὶ στὸ κε­φά­λι του τύ­λι­ξε μαῦ­ρο κε­φα­λο­μάν­τι­λο στὴ θέ­ση τοῦ ναυ­τι­κοῦ καλ­πα­κιοῦ. Ἄλ­λοι κα­πε­τά­νιοι πέ­ρα­σαν στὰ Ρε­θε­μνι­ώ­τι­κα. Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης ἔ­φτα­σε στὴ Μα­λά­ξα καὶ μὲ τὸ ναυ­τι­κὸ κα­νο­κιά­λι ἐ­ρευ­νοῦ­σε τὸ κρη­τι­κὸ πέ­λα­γος γιὰ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τὰ ρού­σι­κα κα­ρά­βια ποὺ πε­ρί­με­νε. Λί­γες μέ­ρες πρὶν εἶ­χε ἀ­παν­τή­σει μὲ ἕ­να «Μο­λῶν Λα­βὲ» στοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους τῶν Τούρ­κων, ἱ­ε­ρω­μέ­νους, ποὺ ἔ­φερ­ναν πρό­τα­ση συν­δι­αλ­λα­γῆς: «Κα­τ’ οὐ­δέ­να τρό­πον ἠ­συ­χά­ζο­μεν!»
Τὸ τουρ­κι­κὸ κρά­τος, βα­ρυ­κί­νη­το ὡς συ­νή­θως, ἄρ­γη­σε κά­πως νὰ ἀν­τι­δρά­σει. Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ Μπα­τζε­λιοῦ ὅ­τι «Στσ’ εἴ­κο­σι­ε­ξε τ’ Ἀ­πρι­λιοῦ, πρι­χοὺ ση­κώ­σει ἡ μέ­ρα - μπαί­νουν οἱ Τοῦρ­κοι στὰ Σφα­κιὰ μὲ τὸ σπα­θὶ στὴ χέ­ρα» εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­να­κρι­βής. Ὁ σουλ­τά­νος εἶ­χε πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ἀ­πὸ τὶς 10 Ἀ­πρι­λί­ου τὶς κι­νη­το­ποι­ή­σεις τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ κι­νη­θεῖ χω­ρὶς νὰ ἐ­ξα­κρι­βώ­σει τὶς πλη­ρο­φο­ρί­ες. Στὶς 7 Μα­ΐ­ου τοῦ 1770 ἔ­φτα­σε στὸ Με­γά­λο Κά­στρο αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ φιρ­μά­νι ποὺ ὅ­ρι­ζε: «Ἂν ἑ­ξα­κρι­βώ­ση­τε ὅ­τι πράγ­μα­τι οὗ­τοι (οἱ Σφα­κια­νοὶ) τυγ­χά­νου­σι ἐ­πα­να­στά­τες καὶ στα­σια­στές, ἐ­νι­σχύ­ουν δὲ τοὺς ἐ­χθρούς τῆς πί­στε­ως καὶ προ­βαί­νουν εἰς πρά­ξεις ἀ­να­τρε­πτι­κὰς... τό­τε πάν­τες ὑ­μεῖς ἐν ὁ­μο­φω­νί­α ἐκ­στρα­τεύ­σα­τε ἐ­ναν­τί­ον τους καὶ προ­βῆ­τε εἰς τὴν σφα­γὴν καὶ τὸν ἀ­φα­νι­σμὸν αὐ­τῶν...».
Στὸ με­τα­ξὺ οἱ ἐ­πα­να­στά­τες ἐ­ξόν­τω­ναν τοὺς Κρη­τό­τουρ­κους τοῦ κάμ­που καὶ τὶς φρου­ρὲς τῶν μι­κρῶν πύρ­γων.
Κα­τὰ τὰ τουρ­κι­κὰ ἀρ­χεῖ­α, στὶς 28 Μα­ΐ­ου ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ στρα­τοῦ ποὺ εἶ­χε ἐν­το­λὴ νὰ χτυ­πή­σει τοὺς ἐ­πα­να­στά­τες ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι οἱ προ­σπά­θει­ές του νὰ ἡ­συ­χά­σει τοὺς Σφα­κια­νοὺς ἀ­πέ­τυ­χαν. Ὁ ἡ­γού­με­νος τοῦ Πρέ­βε­λη καὶ ὁ ἐ­πί­σκο­πος Ἀρ­κα­δί­ας (Με­σα­ρᾶς) ποὺ ἔ­στει­λε γιὰ συμ­φω­νί­ες ἐκ­δι­ώ­χθη­καν ἀ­πὸ τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Οἱ μά­χες μὲ τὸν στρα­τὸ ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­κε στὶς Βρύ­σες ἄρ­χι­σαν τὶς ὕ­στε­ρες μέ­ρες τοῦ Μα­ΐ­ου. Οἱ τουρ­κι­κὲς δυ­νά­μεις χτυ­ποῦ­σαν τὰ Σφα­κιὰ ἀ­πὸ δύ­ο μέ­ρη. Ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­το­λι­κὴ δι­ά­βα­ση, πε­ρι­ο­χὴ Τσι­λί­βδι­κα - Καλ­λι­κρά­της. Καί, κα­τὰ μέ­τω­πον, ἀ­πὸ τὴν Κρά­πη πρὸς Ξυ­λό­δε­μα. Οἱ συγ­κρού­σεις συ­νε­χί­ζον­ταν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ τὸ αἷ­μα πλημ­μύ­ρι­ζε τὰ αἰχ­μη­ρὰ βου­νὰ καὶ τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ λαγ­κά­δι τοῦ Κα­τρέ. Οἱ πρῶ­τοι νε­κροὶ ὅ­μως δὲν ἦ­ταν οὔ­τε Τοῦρ­κοι, οὔ­τε ἐ­πα­να­στά­τες. Ἦ­ταν Χρι­στια­νοὶ ἄ­μα­χοι ποὺ οἱ Τοῦρ­κοι χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν γιὰ με­τα­φο­ρεῖς, -σα­κου­λι­έ­ρη­δες- καὶ τοὺς ἔ­στη­ναν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ δι­κά τους τμή­μα­τα γιὰ νὰ δε­χθοῦν πρῶ­τοι τὰ πυ­ρὰ τῶν ἐ­πα­να­στα­τῶν.

Οἱ Τοῦρ­κοι εἰ­σβάλ­λουν

Ἡ ὑ­πε­ρο­χὴ τῶν Τούρ­κων σὲ ἀ­ριθ­μὸ καὶ ἡ ἀ­που­σί­α βο­ή­θειας ἀ­νάγ­κα­σαν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη νὰ ἀ­να­δι­πλω­θεῖ στὰ βου­νὰ καὶ τὰ πε­ρά­σμα­τα. Ὁ ἀρ­χη­γός, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πα­τη­λὴ στά­ση τῶν Ρώ­σων, συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λα τὰ τμή­μα­τα στὶς πύ­λες τῶν Σφα­κι­ῶν. Ὁ Τοῦρ­κος σε­ρα­σκέ­ρης ἀ­να­φέ­ρει γρα­πτῶς στὸν πα­σὰ τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου τὴν 20ή τοῦ μη­νὸς Σα­φέρ, 1184, δη­λα­δὴ τὴν 6η Ἰ­ου­νί­ου 1770 ὅ­τι «ὁ στρα­τὸς ἔ­φθα­σε εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν Σφα­κί­ων» καὶ ἐ­πε­τέ­θη «κα­τὰ τῶν λη­στῶν» μὲ τη­λε­βό­λα, του­φέ­κια καὶ λοι­πὰ πο­λε­μι­κὰ ὄρ­γα­να (;) κα­τα­σφά­ζων καὶ ἐ­ξο­λο­θρεύ­ων αὐ­τούς».
Ὁ ἀ­γώ­νας ἦ­ταν σκλη­ρὸς καὶ ἄ­νι­σος. Ἀλ­λὰ ὁ τό­πος εὐ­νο­οῦ­σε τοὺς ἐ­πα­να­στά­τες. Οἱ Τοῦρ­κοι ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σουν ἀ­πὸ φα­ράγ­για καὶ ἄ­νυ­δρα βου­νά. Οἱ Σφα­κια­νοὶ τοὺς πε­ρί­με­ναν παν­τοῦ, τοὺς αἰφ­νι­δί­α­ζαν, κυ­λοῦ­σαν ἀ­κό­μη καὶ βρά­χους ἀ­πὸ τὶς πλα­γι­ὲς καὶ τοὺς ἀ­πο­δε­κά­τι­ζαν. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες ποὺ προ­χω­ροῦ­σαν συν­τε­ταγ­μέ­νοι μα­ζὶ μὲ τὰ ὑ­πο­ζύ­για δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­μυν­θοῦν σ’ αὐ­τὴ τὴν πρω­το­φα­νὴ μορ­φὴ πο­λέ­μου. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν. Δί­ψα καὶ ζέ­στη βα­σά­νι­ζε τοὺς εἰ­σβο­λεῖς. Οἱ Σφα­κια­νοὶ ἔ­δι­δαν καὶ μά­χες «ἐκ πα­ρα­τά­ξε­ως» στὴν εἴ­σο­δο κά­θε χω­ριοῦ. Οἱ Τοῦρ­κοι περ­νοῦ­σαν ἀ­φή­νον­τας ἑ­κα­τον­τά­δες νε­κροὺς στὰ λαγ­κο­πε­ρά­μα­τα καὶ στὰ πο­ρο­φά­ραγ­γα.
Ἱ­στο­ρι­κοὶ μι­λοῦν γιὰ χι­λιά­δες νε­κρούς. Οἱ Σφα­κια­νοὶ φόρ­τω­σαν τὰ μι­σὰ γυ­ναι­κό­παι­δα στὰ κα­ρά­βια καὶ τὰ ἄλ­λα τὰ κα­τέ­βα­σαν στὰ φα­ράγ­για. Καὶ ἀ­φοῦ ὑ­πε­ρά­σπι­σαν μὲ ἡ­ρω­ι­σμὸ καὶ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο οἰ­κι­σμό, ἄρ­χι­σαν τὸν φο­νι­κὸ κλε­φτο­πό­λε­μο. Ὅ­μως σὲ μί­α ἐ­πι­δρο­μὴ στὸ Λου­τρὸ οἱ Τοῦρ­κοι αἰχ­μα­λώ­τι­σαν τὴν πρώ­τη κό­ρη τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, τὴ Μα­ρί­α, ἀ­πὸ κα­κὴ συ­νεν­νό­η­ση μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους τοῦ πα­τέ­ρα της. Καὶ ὁ Δά­σκα­λος πι­κρά­θη­κε. Οἱ Τοῦρ­κοι μα­ζεύ­τη­καν χα­μη­λὰ καὶ στρα­το­πέ­δευ­σαν στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο ὅ­που ὑ­πάρ­χει νε­ρὸ για­τί οἱ Σφα­κια­νοὶ δη­λη­τη­ρί­α­σαν ὅ­λα τὰ πη­γά­δια τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Καὶ ἀ­πὸ κεῖ μὲ ἐ­πι­δρο­μὲς καὶ ἐ­νέ­δρες προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ συλ­λά­βουν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Ἡ ἐν­το­λὴ τοῦ πα­σᾶ ἦ­ταν ρη­τή: Νὰ συλ­λη­φθεῖ ζων­τα­νὸς ὁ ἀρ­χη­γός. Ἀλ­λι­ῶς ὁ στρα­τός, πα­ρὰ τὶς ἀ­πώ­λει­ες καὶ τὶς δα­πά­νες, δὲν θὰ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιά.
Ἀλ­λὰ καὶ οἱ Σφα­κια­νοὶ βρί­σκον­ταν σὲ τρα­γι­κὴ θέ­ση. Ὅ­λα τὰ χω­ριὰ κα­μέ­να. Τὰ κο­πά­δια, τὰ σπί­τια, οἱ σο­δει­ὲς λε­η­λα­τη­μέ­νες. Καὶ ἔ­φτα­ναν οἱ ψυ­χρὲς μέ­ρες τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου. Σὲ λί­γο θὰ κα­τέ­βαι­ναν χι­ό­νια στὰ βου­νά. Οἱ θά­λασ­σες θὰ ἀ­γρί­ευ­αν. Τὰ γυ­ναι­κό­παι­δα θὰ ἀ­φα­νί­ζον­ταν. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ τρο­με­ρὸ κλί­μα, ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δε­χθεῖ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­τά­σεις τῶν πα­σά­δων. Οἱ κή­ρυ­κες κραύ­γα­ζαν κά­θε μέ­ρα:
- Ἂν πα­ρα­δο­θεῖ ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης, ἐ­μεῖς θὰ φύ­γου­με ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιὰ καὶ θὰ χο­ρη­γή­σου­με γε­νι­κὴ ἀ­μνη­στί­α. Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης θὰ κρα­τη­θεῖ γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα σὰν ἐγ­γύ­η­ση ὅ­τι δὲν θὰ συ­νε­χι­σθεῖ ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση!

Ὁ Δά­σκα­λος πα­ρα­δί­δε­ται

Οἱ προ­τά­σεις τῶν Τούρ­κων ἴ­σως ἐ­πη­ρέ­α­σαν καὶ κά­ποι­ους ἀ­μά­χους ποὺ βα­σα­νί­ζον­ταν στὰ σπή­λαι­α μὲ μύ­ρι­ες στε­ρή­σεις. Τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης μά­θαι­νε τὴ συν­τρι­βὴ τοῦ ση­κω­μοῦ στὸν Μο­ριά. Ἐλ­πί­δα δὲν ὑ­πῆρ­χε. Γνώ­ρι­ζε βέ­βαι­α ὅ­τι οἱ Τοῦρ­κοι θὰ τὸν σκό­τω­ναν. Ἀλ­λὰ σὰν ὑ­πεύ­θυ­νος ἡ­γέ­της σκε­πτό­ταν κα­τὰ τὸν ποι­η­τή:
«Ὁ πο­θα­μός μου στὰ Σφα­κιὰ πο­λὺ κα­λὸ θὰ φέ­ρει,
για­τί ὁ χει­μώ­νας ἔρ­χε­ται, πά­ει τὸ κα­λο­καί­ρι».
Τε­λι­κά, πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν πρω­το­κα­πε­τά­νι­ων του, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πα­ρα­δο­θεῖ. Τὸν συ­νό­δευ­σαν μά­λι­στα τι­μη­τι­κὰ καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἀ­πὸ τοὺς συν­τρό­φους του ὡς τὰ σύ­νο­ρα τῶν Σφα­κι­ῶν. Ἀλ­λὰ οἱ Τοῦρ­κοι τοὺς πα­γί­δευ­σαν ὅ­λους καὶ τοὺς ὁ­δή­γη­σαν στὸ Με­γά­λο Κά­στρο.
Οἱ Τοῦρ­κοι ὅ­σον και­ρὸ κρα­τοῦ­σαν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη προ­σπά­θη­σαν χω­ρὶς ἐ­πι­τυ­χί­α νὰ πα­γι­δεύ­σουν καὶ τὸν τρί­το ἀ­δελ­φό του καὶ νὰ βά­λουν στὸ χέ­ρι τοὺς... θη­σαυ­ροὺς τοῦ ἀρ­χη­γοῦ. Οἱ σύν­τρο­φοι τοῦ Δα­σκά­λου ποὺ τὸν συ­νό­δευ­σαν στὴν ἀ­πα­τη­λὴ συμ­φω­νί­α βα­σα­νί­ζον­ταν στὸν λι­μα­νό­πυρ­γο τοῦ Κά­στρου, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ὅ­σοι ἐ­πέ­ζη­σαν δρα­πέ­τευ­σαν.
Ἕ­να ἔγ­γρα­φο τοῦ πα­σᾶ, γραμ­μέ­νο στὶς 18 Μαρ­τί­ου τοῦ 1771 (3 Ζηλ­κα­δὲ 1184), μι­λεῖ γιὰ πέν­τε Σφα­κια­νοὺς ποὺ ἦρ­θαν σὰν ἀν­τι­πρό­σω­ποι «τῶν με­τὰ τὴν ἥτ­ταν δι­α­σω­θέν­των μι­κρῶν καὶ με­γά­λων τῆς ἐ­παρ­χί­ας Σφα­κί­ων» καὶ προ­στά­ζει τοὺς Τούρ­κους ἀ­ξι­ω­μα­τού­χους νὰ τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­σουν τοὺς πα­ρα­κά­τω ὅ­ρους, στὸ Ἱ­ε­ρο­δι­κα­στι­κὸ Συμ­βού­λιο: Νὰ πλη­ρώ­σουν τοὺς φό­ρους. Νὰ πα­ρα­δώ­σουν τὰ ὅ­πλα τους. Νὰ πα­ρα­δο­θοῦν οἱ πρω­τερ­γά­τες τοῦ ση­κω­μοῦ. Νὰ μὴ συ­νερ­γά­ζον­ται μὲ τοὺς πει­ρα­τὲς καὶ τοὺς χα­ΐ­νη­δες (ἀν­τάρ­τες) καὶ νὰ συλ­λά­βουν ὅ­σους μπο­ροῦν ἀ­π’ αὐ­τούς, ἢ νὰ τοὺς δι­ώ­ξουν ἀ­πὸ τὰ βου­νά τους γιὰ νὰ μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἐ­ξον­τώ­σουν οἱ Τοῦρ­κοι. Νὰ μὴν ἐ­πι­δι­ορ­θώ­νουν τὶς ἐκ­κλη­σί­ες τους χω­ρὶς ἄ­δεια καὶ νὰ μὴ χτί­ζουν και­νούρ­γι­ες. Νὰ μὴ φο­ροῦν τούρ­κι­κα ροῦ­χα, νὰ μὴ χτί­ζουν ψη­λὰ σπί­τια, νὰ ἀ­πέ­χουν ἀ­πὸ πο­λε­μι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ θρη­σκευ­τι­κὲς ἐ­πι­δεί­ξεις. Καὶ «πάν­τες οἱ προ­λα­βόν­τως αἰχ­μά­λω­τοι καὶ ἐ­ξαν­δρα­πο­δι­σθέν­τες, Μου­σουλ­μά­νοι καὶ μή, οἱ κα­τα­φυ­γόν­τες ἐν­τεῦ­θεν εἰς τὰ μέ­ρη ἐ­κεῖ­να, νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν ἄ­νευ τα­λαι­πω­ρι­ῶν εἰς τοὺς κα­τό­χους των».
Αὐ­τὸς ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ὅ­ρος εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νος καὶ κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες τοῦ λα­οῦ γιὰ τὶς κοι­νω­νι­κὲς πε­ποι­θή­σεις τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη: Γιὰ ἐ­λευ­θέ­ρω­ση τῶν σκλά­βων ὅ­λων, γιὰ δι­και­ο­σύ­νη καὶ ἰ­σό­τη­τα. Εἶ­ναι τό­σο ἰ­σχνὲς οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τές, ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ ἀ­να­στη­θοῦν, μὲ ὅ­ση κα­λὴ δι­ά­θε­ση. Ὁ Δά­σκα­λος, ὡ­στό­σο, τα­ξί­δευ­ε στὴν Εὐ­ρώ­πη συ­χνὰ καὶ τὰ χρό­νια ἐ­κεῖ­να ὅ­λα τὰ ἀ­στι­κὰ κέν­τρα της φλέ­γον­ταν ἀ­πὸ τὶς «και­νούρ­γι­ες ἰ­δέ­ες». Δὲν εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νο, λοι­πόν...
Ἡ δι­α­τα­γὴ τοῦ πα­σᾶ, μὲ τοὺς νέ­ους ὅ­ρους, δί­δει ὁ­δη­γί­ες στὸν μου­φτὴ νὰ ἀ­να­κοι­νώ­σει «πάν­τα ταῦ­τα εἰς τοὺς ὡς εἴ­ρη­ται ἰ­σχυ­ρο­γνώ­μο­νας καὶ νὰ ἀ­πο­δε­χθῶ­σιν ὑ­πὸ τοὺς ὅ­ρους τού­τους τὴν ὑ­πο­τέ­λειαν... νὰ ὑ­πο­δεί­ξω­σι τοὺς ἐγ­γυ­η­τὰς των κλπ.». Τοὺς ἀ­πο­δέ­χθη­καν, δὲν τοὺς ἀ­πο­δέ­χθη­καν, δὲν ξέ­ρου­με. Μὰ καὶ δὲν ἔ­χει κα­μιὰ ση­μα­σί­α ἡ ὑ­πο­γρα­φὴ τῶν πέν­τε αὐ­τῶν, ἀ­φοῦ τέσ­σε­ρα χρό­νια ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­δο­ση τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, τὰ Σφα­κιᾶ εἶ­ναι «ἐ­πὶ πο­δὸς πο­λέ­μου» ἀ­κό­μη καὶ δὲν ξέ­ρου­με ἂν στα­μά­τη­σε πο­τὲ ἀ­πὸ τό­τε ἡ ἀν­ταρ­σί­α.

Τὸν ἔ­γδα­ραν ζων­τα­νὸ

Στὶς 17 Ἰ­ου­νί­ου 1771 τὸ πρω­ί, ὁ πα­σὰς φώ­να­ξε ἕ­να βάρ­βα­ρο γε­νί­τσα­ρο, εἰ­δι­κὸ στοὺς βα­σα­νι­σμούς, καὶ τοῦ πα­ρά­δω­σε τὸν Δά­σκα­λο.
- Θέ­λω τὸ θά­να­το σκλη­ρὸ καὶ στὴ με­γά­λη πλα­τεί­α.
Ὁ «εἰ­δι­κὸς» κά­λε­σε σὲ σύ­σκε­ψη τὴν πα­ρέ­α του καὶ βρῆ­καν τὸν τρό­πο ποὺ θὰ σκό­τω­ναν τὸν Δά­σκα­λο. Τὸν ἔ­συ­ραν στοὺς δρό­μους. Μα­ζεύ­τη­καν τὰ μπου­λού­κια ἀ­π’ ὅ­λες τὶς γει­το­νι­ές. Ἄ­κου­σαν οἱ Χρι­στια­νοὶ τὴ βο­ὴ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις ἄ­κρες τῆς πο­λι­τεί­ας καὶ μαν­τά­λω­σαν τὰ σπί­τια τους. Οἱ φο­νιά­δες ξε­κί­νη­σαν γιὰ τὴν πλα­τεί­α τῆς ἀ­να­το­λι­κῆς πύ­λης τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου. Ἂκ Με­ϊ­τᾶν τὴν ἔ­λε­γαν οἱ Τοῦρ­κοι. Μπρο­στὰ ἔ­σερ­ναν τὸν μελ­λο­θά­να­το καὶ πί­σω ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ἄ­γριοι καὶ πο­λε­μι­κοί, οἱ ἡ­ρω­ι­κοὶ γ­ενί­τσα­ροι, ἕ­τοι­μοι νὰ δεί­ξουν τὴν ἀν­δρεί­α τους πά­νω στὸν δε­μέ­νο Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Ἦρ­θαν μα­ραγ­κοί, ἔμ­πη­ξαν τέσ­σε­ρις πασ­σά­λους στὸ χῶ­μα, κάρ­φω­σαν σα­νί­δες κι ἔ­κα­ναν ἕ­να κά­θι­σμα ψη­λό.
- Γιά­ε ποὺ θὰ σὲ κά­τσω, Δά­σκα­λε. Στὸ θρό­νο, σὰν τὸ μη­τρο­πο­λί­τη, ἔ­λε­γε ὁ δή­μιος.
Ὁ Δά­σκα­λος ἄ­κου­ε καὶ δὲ μι­λοῦ­σε. Εἶ­χε τὸ κε­φά­λι ἴ­σιο ὅ­σο γι­νό­ταν. Κεί­νη τὴν ὥ­ρα, στὴν πλα­τεί­α τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου, ἔνι­ω­θε πὼς κρι­νό­ταν ἡ Κρή­τη στὸ πρό­σω­πό του κι ἔ­κα­νε κου­ρά­γιο κι ἕ­σφιγ­γε τὰ δόν­τια του νὰ μὴν τὴν προ­σβά­λει. Μὲ τὸν φρι­χτὸ θά­να­το ποὺ τοῦ ἑ­τοί­μα­ζαν οἱ Τοῦρ­κοι, λο­γά­ρι­α­ζαν πὼς θὰ γε­λοι­ο­ποι­οῦ­σαν τὸν πρῶ­το ἐ­πα­να­στά­τη τῆς Κρή­της. Αὐ­τὸ τὸ κα­τα­λά­βαι­νε ὁ Δά­σκα­λος. Καὶ μά­ζευ­ε τὴ δύ­να­μή του νὰ δώ­σει τὴν ὕ­στε­ρη μά­χη.
Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ὁ «θρό­νος» τὸν σή­κω­σαν καὶ τὸν κά­θι­σαν ἐ­πά­νω. Τοῦ ’­δε­σαν χέ­ρια καὶ πό­δια. Τοῦ ’­δε­σαν καὶ τὸ κορ­μὶ γε­ρὰ νὰ μὴ μπο­ρεῖ νὰ κι­νη­θεῖ! Καὶ σάλ­πι­σαν.
Τό­τε ἦρ­θε ἕ­νας γ­ε­νί­τσα­ρος μὲ ξυ­ρά­φι στὸ χέ­ρι. Ἀ­νέ­βη­κε στὸν «θρό­νο», ἅρ­πα­ξε τὸν μάρ­τυ­ρα ἀ­π’ τὰ μαλ­λιὰ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν γδέρ­νει σι­γὰ-σι­γά, μα­στο­ρι­κά, σὰν νὰ τὸν ξύ­ρι­ζε. Ἔ­κο­βε λου­ρί­δες ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μέ­χρι τὸ στῆ­θος κι ὕ­στε­ρα ἄλ­λες πρὸς τὴν ὠ­μο­πλά­τη. Φρι­κί­α­σε ὁ ὄ­χλος νὰ δεῖ τέ­τοι­ο θέ­α­μα. Πή­δη­ξαν τὰ αἵ­μα­τα καὶ γέ­μι­σαν τὰ χέ­ρια τῶν δη­μί­ων. Ὁ «εἰ­δι­κὸς» ἔ­παιρ­νε τὶς λου­ρί­δες καὶ τὶς πε­τοῦ­σε πά­νω στὸ πλῆ­θος:
- Τζάμ­πα πε­τσὶ γιὰ τὰ στι­βά­νια σας!
Ἐ­κεῖ­νο, ὅ­μως, ποὺ πε­ρί­με­ναν οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χοι, δὲν ἔ­γι­νε. Μά­ται­α λο­γα­ρί­α­ζαν πὼς ὁ Δά­σκα­λος θὰ οὔρ­λι­α­ζε, θὰ ’­κλαι­γε, θὰ γύ­ρευ­ε ἔ­λε­ος. Ἐ­κεῖ­νος πά­λευ­ε σὰν ἄν­τρας πε­ρή­φα­νος μὲ τοὺς φο­βε­ροὺς πό­νους. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸ ξυ­ρά­φι ἔ­κο­βε τὸ κορ­μί του, ἀ­κου­γό­ταν ἕ­να πνι­χτὸ μουγ­κρη­τό. Τί­πο­τε ἄλ­λο.

Ἡ ἐκ­δί­κη­ση

Ὁ ὄ­χλος ἐ­κνευ­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὴν ἀν­το­χή του. Ἔνι­ω­θαν πὼς τοῦ­τος ὁ γκι­α­ού­ρης πε­ρι­φρο­νοῦ­σε τὸν θά­να­το καὶ τοὺς δη­μί­ους του, κέρ­δι­ζε μί­α κρα­τε­ρὴ μά­χη μέ­σα στὴν καρ­διὰ τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου καὶ ἀ­πο­θη­ρι­ώ­θη­καν. Ὕ­βρι­σαν τὸν Χρι­στὸ καὶ τοὺς Κρη­τι­κοὺς καὶ ἀ­πεί­λη­σαν γε­νι­κὴ σφα­γὴ γιὰ μί­α στιγ­μή.
Ἕ­νας Τοῦρ­κος, ὁ Χα­σᾶν Μα­ρά­ζης, δι­η­γή­θη­κε σὲ βα­θιὰ γε­ρά­μα­τα, τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ τοῦ ’­κα­νε ὁ ἡ­ρω­ι­κὸς θά­να­τος τοῦ Δα­σκά­λου. Ἦ­ταν τό­τε νέ­ος καὶ φα­να­τι­κός. Ἔ­βλε­πε τὸν κα­πε­τά­νιο νὰ πα­λεύ­ει συγ­κρα­τη­μέ­νος μὲ τὰ βα­σα­νι­στή­ρια καὶ τρό­μα­ξε: «Αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ἄν­θρω­πος, μὰ τὴν πί­στη μου».
Τὸ βρά­δυ, λέ­ει, ὅ­ταν γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι του, νό­μι­ζε πὼς τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ ἡ σκιὰ τοῦ ἥ­ρω­α, ἐκ­δι­κη­τι­κή. Καὶ ὄ­χι μό­νο αὐ­τός. Ὅ­λοι οἱ Τοῦρ­κοι, ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸ κα­κούρ­γη­μα καὶ γύ­ρι­ζαν στὰ σπί­τια τους, ἔ­νι­ω­θαν σὰν ἡτ­τη­μέ­νοι. Μό­λις προ­χώ­ρη­σε τὸ ξυ­ρά­φι στὸ κορ­μὶ τοῦ Δα­σκά­λου, ἡ βα­σα­νι­σμέ­νη ψυ­χὴ του βγῆ­κε καὶ πο­ρεύ­τη­κε πρὸς τὸν Θε­ὸ της ἤ­ρε­μη καὶ πε­ρή­φα­νη. Οἱ δή­μιοι, ὅ­μως, συ­νέ­χι­σαν καὶ με­τὰ τὸν θά­να­τό του νὰ κό­βουν τὸ δέρ­μα τοῦ νε­κροῦ καὶ νὰ τὸ πε­τοῦν στὸν ὄ­χλο.
Γιὰ νὰ πι­στέ­ψουν πὼς πέ­θα­νε τὸν ἄ­φη­σαν πά­νω στὰ ξύ­λα, δύ­ο μέ­ρες, νὰ τὸν σα­πί­σει ὁ κα­λο­και­ρι­νὸς ἥ­λιος. Ὕ­στε­ρα ἔ­βα­λαν δύ­ο ρα­γιά­δες καὶ τὸν ἔ­θα­ψαν σ’ ἕ­να λάκ­κο, μί­α δε­κα­ριὰ βή­μα­τα νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὰ ἀ­πὸ τὴ γω­νί­α τῆς Ἂκ-Τάμ­πιας. Ἐ­κεῖ σκέ­πα­σε τὸ λεί­ψα­νό του τὸ χῶ­μα τοῦ Κά­στρου κι ἡ λη­σμο­νιά.
Ἡ εἴ­δη­ση τοῦ μαρ­τυ­ρι­κοῦ θα­νά­του τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη συγ­κλό­νι­σε τὰ Σφα­κιὰ. Οἱ κα­πε­τά­νιοι, ποὺ ἔ­μει­ναν μὲ τὸ του­φέ­κι στὰ χέ­ρια πά­νω στὰ ἐ­ρεί­πια, ὁρ­κί­στη­καν ἐκ­δί­κη­ση.
Συ­νέ­χι­σαν τὶς ἐ­πι­δρο­μὲς κα­τὰ τῶν ἀ­γά­δων καὶ τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­ξόν­τω­σαν καὶ τὸν πα­νί­σχυ­ρο Ἀ­λη­δά­κι καὶ τὶς ἑ­κα­τον­τά­δες τῶν ἀν­θρώ­πων του πυρ­πο­λών­τας τὸν πύρ­γο του καὶ κα­τα­στρέ­φον­τας τὰ ὑ­πο­στα­τι­κά του. Ἀ­πὸ τό­τε τὸ ἡ­ρω­ι­κὸ πνεῦ­μα δὲν ἔ­πε­σε στὰ Σφα­κιά. Με­ρι­κοὶ σύν­τρο­φοί του ἔ­φτα­σαν γέ­ρον­τες ἀλ­λὰ σο­φοὶ καὶ γεν­ναῖ­οι ὡς τὸ δε­κά­χρο­νο κρη­τι­κὸ ’21 καὶ πρό­σφε­ραν συμ­βου­λὲς καὶ αἷ­μα. Ἡ θυ­σί­α τοῦ Δά­σκα­λου δὲν πῆ­γε χα­μέ­νη...
ἀ­πὸ http://www.kairatos.com.gr/daskalogianis.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες