Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Ἀ­θα­νά­σιος Διά­κος



(ἀ­πό­σπα­σμα)


Ὅ­σοι εἶ­στε ἀ­κό­μα ζων­τα­νοί, ἐ­λᾶ­τε ὁ­λό­γυ­ρά μου
φω­νά­ζει ὁ Διά­κος, κ’ ἔρ­χον­ται…  δὲ μέ­νουν πα­ρὰ δέ­κα…
ὁ ἥ­λιος στέ­κει γιὰ νὰ ἱ­δῆ.  Κά­θε στιγ­μὴ ποὺ φεύ­γει
τοὺς ἔ­σφιγ­γε στε­νὰ στε­νὰ στὴν ἀγ­κα­λιά του ὁ Χά­ρος.
Μέ­σα σὲ τέ­τοι­ο πέ­λα­γο, βα­θύ, με­λα­νι­α­σμέ­νο,
ἕ­ν’ ἀ­κρο­γιά­λι μα­κρυ­νό, τὸ μά­τι τοῦ Θα­νά­ση
ξα­νοί­γει ποὺ τοὺς ἔ­κρα­ζε: - «Παι­διὰ στὸ Μο­να­στῆ­ρι…»
Καὶ δρα­σκε­λί­ζουν πε­τα­χτὰ τὴ σι­δε­ρέ­νια φρά­χτη
πω­λό­γυ­ρά τους ἔ­πη­ξε….  σει­σμὸς τὸ πέ­ρα­σμά τους.
Τὰ ὄρ­νια ἀ­να­φτε­ρού­για­σαν…  τοὺς κυ­νη­γοῦν…  προ­φτά­νουν
καὶ πλημ­μυ­ρί­ζουν τὴν αὐ­λή…  Ἡ ἐκ­κλη­σιὰ στὴ μέ­ση
πα­ραι­τη­μέ­νη ὁ­λό­κλει­στη…  Ἱ­δρώ­νει ὁ τοῖ­χος αἷ­μα…
Τρί­ζου­νε τὰ κο­νί­σμα­τα…  Τὰ  βό­λια ποὺ ἀ­νε­μί­ζουν,
ἐ­δέρ­να­νε τὰ σή­μαν­τρα καὶ τὰ βου­βὰ γλωσ­σί­δια
ξυ­πνοῦν, λα­λοῦ­νε νε­κρι­κά…  λὲς κ’ εἶ­χε νὰ πε­ρά­σῃ
κα­νέ­να λεί­ψα­νο ἀ­πε­κεῖ…

          - Θα­νά­ση πα­ρα­δώ­σου…
ἐ­πέ­σα­νε οἱ συν­τρό­φοι σου… δὲ σώ­μει­νε κα­νέ­νας.
          -Θὰ πα­ρα­δώ­σω τὴν ψυ­χή, τ’ ἄρ­μα­τα δὲν τὰ δί­νω.
Ἄν δὲν τὸ ξέ­ρῃς μά­θε το… ποι­ὸς εἶ­σαι ….  τὴ φω­νή σου…
            -Θα­νά­ση εἶ­μαι ὁ δι­α­λα­λη­τής…
          -Προ­δό­τη ἀ­φο­ρε­σμέ­νε!­!­.­..
Μὴ μοῦ πα­τεῖς τὰ μνή­μα­τα… ἀ­κό­μη ζεῖς ἐμ­πρός μου; …

Καὶ τὴ στερ­νή του πι­στο­λιὰ τὴ ρί­χνει ἀ­στρο­πε­λέ­κι
καὶ τοῦ βου­βαί­νει τὴν καρ­διά…  Πέ­φτου­νε τὰ κο­ρά­κια
νὰ τό­νε φᾶ­νε ζων­τα­νὸν…  Στη­λώ­νει στ’ ἅ­γιο Βῆ­μα
τὴν πλά­τη ὁ Διά­κος …  καρ­τε­ρεῖ… Δὲν τώ­μει­νε στὸ χέ­ρι
πα­ρὰ μιὰ σπι­θα­μὴ σπα­θί…. Τὸν ἔ­χουν στὸ ση­μά­δι..
Τὸ πρό­σω­πό του ἀ­νά­στα­ση… ἐμ­πρός του ἀγ­κα­λι­α­σμέ­να
δυ­ὸ λεί­ψα­να ξα­πλω­τα­ριά… ὁ  Μῆ­τρος κι’ ὁ  Δι­α­μάν­της…
Δὲν τὸν ἀ­φή­νουν οὔ­τε κεῖ… κα­νέ­νας δὲ σι­μώ­νει…
Τ’ ἀν­δρει­ω­μέ­να κόκ­κα­λα συν­τρί­βουν τὰ μο­λύ­βια,
καὶ ὁ πύρ­γος μέ­νει πάν­τα ὀρ­θός… τὸ μά­τι του ἄλ­λος κό­σμος.
Τὸν του­φε­κί­ζου­νε μὲ μιᾶς…  τ’­ἀ­δει­ά­ζου­νε τὴ  φλέ­βα
καὶ χί­λιοι τὸν ἀρ­πά­ζου­νε…  δε­μέ­νο τὸ λι­ον­τά­ρι
τώ­χουν στὴ γῆ καὶ τὸ πα­τοῦν…  τοῦ  στρί­φου­νε τὰ χέ­ρια
πι­στάγ­κω­να μὲ τὴν τρι­χιὰ…  προ­βαί­νου­νε στὸν ὦ­μο
οἱ  σχί­ζαις ἀ­π’ τὴν κλεί­δω­ση…  αἶ­μα ρο­νιά..  με­δού­λι…
Κ’ ἐ­νώ τὸν ἐ­μαρ­τύ­ρευ­αν κρυ­φά,  κρυ­φά στὸ  στό­μα,
ἀ­πλώ­νει ὁ  Διά­κος καὶ φι­λεῖ τὸ  Μῆ­τρο,  τὸ  Δι­α­μάν­τη.

Χι­λιά­δες τό­νε σέρ­νου­νε,  ἐμ­πρός του λα­βω­μέ­νη
ἐ­μούγ­κρι­ζε ἡ φο­ρά­δα του… τὴν ἀ­να­κρά­ζει ὁ  Διά­κος
κι’ αὐ­τὴ μ’ ἕ­να χλι­μίν­τρι­σμα τὸν χαι­ρε­τά­ει καὶ πέ­φτει.
………………



Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες