Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Η Ω­ΡΑΙ­Ο­ΤΕ­ΡΗ Α­ΝΑΡ­ΤΗ­ΣΗ ΤΗΣ ΑΙ­Ω­ΝΙΑΣ ΕΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΗΣ ΠΙ­ΣΤΗΣ




Η γυ­ναί­κα μου, μου πρό­τει­νε να βγω με μια άλ­λη γυ­ναί­κα.
 -­--Γνω­ρί­ζω πο­λύ κα­λά πό­σο την α­γα­πάς, μου εί­πε μια μέ­ρα ξαφ­νι­ά­ζον­τάς με.
Η ζω­ή εί­ναι πο­λύ σύν­το­μη, α­φι­έ­ρω­σέ της λί­γο χρό­νο.­.­..

-­--Μα ε­γώ Ε­ΣΕ­ΝΑ α­γα­πώ της εί­πα έν­το­να.
-­--Το ξέ­ρω μου α­πάν­τη­σε. Ε­ξί­σου ό­μως α­γα­πάς κι ε­κεί­νη.

Και ε­πει­δή δεν κα­τα­λά­βαι­να τι ή­θε­λε να πει, μου α­πο­κά­λυ­ψε ό­τι η γυ­ναί­κα την ο­ποί­α εν­νο­ού­σε, ή­ταν η μη­τέ­ρα μου.­.­.. Χή­ρα ε­δώ και χρό­νια. Ό­μως, οι α­παι­τή­σεις της δου­λειάς και των παι­δι­ών, με α­νάγ­κα­ζαν να την ε­πι­σκέ­πτο­μαι α­ραι­ά και που.

Ε­κεί­νο το βρά­δυ της τη­λε­φώ­νη­σα και την προ­σκά­λε­σα σε δεί­πνο κά­που έ­ξω και με­τά για κι­νη­μα­το­γρά­φο.
-­--Τι συμ­βαί­νει; Εί­σαι κα­λά; με ρώ­τη­σε.

Η μη­τέ­ρα μου εί­ναι α­πό τους αν­θρώ­πους που ε­κλαμ­βά­νει έ­να νυ­χτε­ρι­νό τη­λε­φώ­νη­μα ή μια α­να­πάν­τε­χη πρό­σκλη­ση ως αρ­χή κα­κών μαν­τά­των.

-­--Νό­μι­ζα πως θα ή­ταν κα­λή ι­δέ­α να περ­νού­σα­με λί­γο χρό­νο μα­ζί, της α­πάν­τη­σα. ‘Οι δυ­ο μας, μό­νοι… Τι λες;’
 Α­φού σκέ­φθη­κε λι­γά­κι μου εί­πε: ‘Θα το ή­θε­λα πά­ρα πο­λύ.’

Ε­κεί­νη την Πα­ρα­σκευ­ή, με­τα το γρα­φεί­ο μου, κα­θώς ο­δη­γού­σα το αυ­το­κί­νη­τό μου για να πά­ω να την πά­ρω, αι­σθα­νό­μουν πε­ρί­ερ­γα. Ή­ταν ο ε­κνευ­ρι­σμός που προ­η­γεί­ται ε­νός ραν­τε­βού… Και έκ­πλη­κτος πρό­σε­ξα ό­ταν έ­φθα­σα στο σπί­τι της, πως και η ί­δια ή­ταν φο­βε­ρά συγ­κι­νη­μέ­νη!

Με πε­ρί­με­νε στην πόρ­τα φο­ρών­τας το πα­λιό κα­λό παλ­τό της. Εί­χε πε­ρι­ποι­η­θεί τα μαλ­λιά της και ή­ταν ντυ­μέ­νη με το φό­ρε­μα, με το ο­ποί­ο εί­χε ε­ορ­τά­σει την τε­λευ­ταί­α ε­πέ­τει­ο του γά­μου της. Το χα­μο­γε­λα­στό πρό­σω­πό της α­κτι­νο­βο­λού­σε, ό­πως το πρό­σω­πο ε­νός αγ­γέ­λου.­.­..

-­--Εί­πα στις φί­λες μου ό­τι θα βγω με το γιο μου και ό­λες τους συγ­κι­νή­θη­καν, μου εί­πε, κα­θώς έμ­παι­νε στο αυ­το­κί­νη­τό μου. Και θα πε­ρι­μέ­νουν με α­γω­νί­α μέ­χρι αύ­ριο για να μά­θουν τα πάν­τα για τη βρα­δι­νή έ­ξο­δό μας, συμ­πλή­ρω­σε.

Πή­γα­με σε έ­να ε­στι­α­τό­ριο ό­χι α­πό τα κα­λά, αλ­λά με ζε­στή α­τμό­σφαι­ρα. Η μη­τέ­ρα μου με έ­πια­σε α­πό το μπρά­τσο και περ­πα­τού­σε κα­μα­ρω­τά δί­πλα μου σαν να ή­ταν ΄Η Πρώ­τη Κυ­ρί­α της χώ­ρας.΄

Μό­λις κα­θί­σα­με, έ­πρε­πε ε­γώ να της δι­α­βά­σω τον κα­τά­λο­γο με τα φα­γη­τά, μια και τα μά­τια της κου­ρα­σμέ­να α­πό το πέ­ρα­σμα του χρό­νου, δεν μπο­ρού­σαν να δι­α­βά­σουν τα ψι­λά γράμ­μα­τα του τι­μο­κα­τα­λό­γου.

Ό­ταν έ­φθα­σα στη μέ­ση, σή­κω­σα το πρό­σω­πό μου και την κοί­τα­ξα. Η μα­μά μου κα­θό­ταν στην άλ­λη ά­κρη του τρα­πε­ζιού και με χά­ζευ­ε. Έ­να νο­σταλ­γι­κό χα­μό­γε­λο ή­ταν ζω­γρα­φι­σμέ­νο στα χεί­λη της.
 -­--Θυ­μά­μαι, πως ε­γώ ή­μουν ε­κεί­νη που σου δι­ά­βα­ζε κά­πο­τε τον κα­τά­λο­γο ό­ταν ή­σουν μι­κρός, μου εί­πε.
-­--Ήρ­θε η ώ­ρα λοι­πόν να  ξε­κου­ρα­στείς και να μου ε­πι­τρέ­ψεις να σου αν­τα­πο­δώ­σω τη χά­ρη, α­πάν­τη­σα.

Κα­τά τη διά­ρκεια του γεύ­μα­τος εί­χα­με μια ευ­χά­ρι­στη συ­ζή­τη­ση. Τί­πο­τα το ε­ξαι­ρε­τι­κό, α­πλά το πώς περ­νά­ει ο κα­θέ­νας μας κά­θε μέ­ρα.

Μι­λού­σα­με για ώ­ρες, που τε­λι­κά χά­σα­με την ται­νί­α στον κι­νη­μα­το­γρά­φο.
-­--Την Ε­πό­με­νη φο­ρά που θα βγού­με, αν μου ε­πι­τρέ­ψεις ,  θα σου κά­νω ε­γώ το τρα­πέ­ζι.­.. μου εί­πε η μη­τέ­ρα μου κα­θώς αρ­γά γυ­ρί­σα­με στο σπί­τι. Την φί­λη­σα, την αγ­κά­λια­σα και την κα­λη­νύ­χτι­σα.

-­--Πώς πή­γε το ραν­τε­βού; θέ­λη­σε να μά­θει η γυ­ναί­κα μου μό­λις μπή­κα στο σπί­τι ε­κεί­νο το βρά­δυ.
-­--Πο­λύ ό­μορ­φα, σ΄ευ­χα­ρι­στώ. Πε­ρά­σα­με πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­λά απ΄ό,τι πε­ρί­με­να, της α­πάν­τη­σα.

Με­ρι­κές μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα η μη­τέ­ρα μου ΄έ­φυ­γε΄ α­πό α­να­κο­πή της καρ­διάς. Ό­λα συ­νέ­βη­σαν τό­σο γρή­γο­ρα.­.. Δεν μπό­ρε­σα να κά­νω σχε­δόν τί­πο­τα.

Λί­γο και­ρό με­τά, έ­λα­βα έ­ναν φά­κε­λο α­πό το ε­στι­α­τό­ριο ό­που εί­χα­με δει­πνή­σει με τη μη­τέ­ρα μου. Μέ­σα εί­χε έ­να ση­μεί­ω­μα που έ­γρα­φε:

‘Το δεί­πνο εί­ναι προ­πλη­ρω­μέ­νο. Ή­μουν σχε­δόν βέ­βαι­η πως δεν θα μπο­ρού­σα να πα­ρευ­ρε­θώ, κι έ­τσι πλή­ρω­σα για δύ­ο ά­το­μα, για σέ­να και τη σύ­ζυ­γό σου. Δεν θα μπο­ρέ­σεις πο­τέ σου να αι­σθαν­θείς, τι σή­μαι­νε ε­κεί­νη η βρα­διά για μέ­να.­ ­   Σ' α­γα­πώ!’

Ε­κεί­νη τη στιγ­μή συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πό­σο πο­λύ εί­χα κα­θυ­στε­ρή­σει , να της πω εγ­καί­ρω­ς ‘Σ' Α­ΓΑ­ΠΩ’. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ε­πί­ση­ς  πό­σο σπου­δαί­ο εί­ναι να δί­νου­με στους α­γα­πη­μέ­νους μας το χρό­νο που τους α­ξί­ζει. Τί­πο­τα στη ζω­ή δεν εί­ναι και δεν θα εί­ναι πιο ση­μαν­τι­κό, α­πό την οι­κο­γέ­νεια μας.­..

Γι' αυ­τό α­φι­έ­ρω­σε λί­γο χρό­νο σ΄αυ­τούς που α­γα­πάς, για­τί αυ­τοί δεν μπο­ρούν να πε­ρι­μέ­νουν.

Ε­άν η μη­τέ­ρα σου ζει.­.­.
Α­πό­λαυ­σε τη κά­θε στιγ­μή μα­ζί της.

Ε­άν δεν ζει.­..
Να τη θυ­μά­σαι πάν­τα με τρυ­φε­ρό­τη­τα.

Προ­ώ­θη­σε κι ε­σύ αυ­τό το μή­νυ­μα.
Ί­σως κά­νεις κά­ποι­ους να αι­σθαν­θούν κά­τι, για εκείνην που ξέχασαν.... Γι' αυτό το υπέροχο ον που λέγεται… ΜΗΤΕΡΑ!

Και να θυμάσαι πάντα:
Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί!
Ούτε μπορεί να γυρίσει πίσω.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες