Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΛΥΟΜΕΝΟΣ



(Τὰ σωζόμενα ἀποσπάσματα ποὺ βρέθηκαν ἀναφερόμενα σὲ παραπομπές ἄλλων συγγραφέων)
33.(322)
χορὸς      ἤκομεν…
             τοὺς σοὺς ἄθλους τούσδε, Προμηθεῦ
             δεσμοῦ τε πάθος τόδ’ ἐποψόμενοι…
             πῇ μέν δίδυμον χθονὸς Εὐρώπης
             μέγαν ἠδ’ Ἀσίας  τέρμονα Φᾶσιν…       
                                                 (Arrian Περίπλ. Εὐξ. Πόντου 19)

34.(323)
             φοινικόπεδον  τ’ Ἐρυθρᾶς  ἱερὸν
             χεῦμα θαλάσσης
             χαλκοκέραυνόν  τε παρ’ Ὠκεανῷ
             λίμναν παντοτρόφον  Αἰθιόπων,
             ἵν’ ὁ  παντόπτας Ἥλιος  αἰεὶ
             χρῶτ’ ἀθάνατον  κάματόν  θ’ ἵππων
             θερμαῖς  ὕδατος
             μαλακοῦ  προχοαῖς  ἀναπαύει.
                                              (Strabo  Γεωγρ. Ι,2,27)
35.(324)

Prom.       Titanum soboles, socia nostri sanguinis,
                  generata Caelo, adspicite religatum asperis
                  vinctumque saxis  navem  ut  horrisono freto
                  noctem paventes timidi adnectunt navitae.
                  Saturnis  me sic infixit Juppiter,
                  Iovisque numen Malciberi adscivit manus.
                  hos ille cuneos fabrica crudely inserens
                  perrupit artus: qua miser sollertia
                  transverberatus castrum hoc Furianum incolo.
                  iam tertio me quoque funesto die
                  tristi advolatu aduncis laserans unguibus
                  Iovis  satelles pastu dilaniat fero.
                  tum iecure opimo farta et satiate affatim
                  clangorem fundit vastum, et sublime avolans
                  pinnata cauda nostrum adulat sanguinem.
                  cum vero adesum inflatu  renovatum est iecur,
                  tum rursum taetros avida se ad pastus refert.
                  sic hanc custodem maesti crusiatus alo,
                  quae me perreni vivom foedat miseria.
                  namque, ut videtis, vinclis constrictus lovis
                  arcere nequeo diram volucrem a pestore.
                  sic me ipse viduus pestes excipio anxias,
                  amore mortis terminum anquirens mali:
                  sed longe a leto numine aspellor lovis.
                  atque haec vetusta saeclis glomerata horridis
                  luctifica clades nostro infixa est corpori,
                  e quo liquatae solis ardore excidunt
                  guttae, quae saxa assidue instillant Cauasi
                                                       (Cic.Tusc. II 23-25)

36.(336)

              ἵππων ὄνων τὀχεῖα καὶ ταύρων γονὰς
          δοὺς ἀντίδουλα καὶ πόνων ἐκδέκτορα
                                 (Plut. Π. τύχης 3. Πότερα τῶν ζώῳν
                                  φρονιμώτερα τὰ χερσαῖα τὰ ἔνυδρα)

37.(327)

Προμ.       εὐθεῖαν ἕρπε τήνδε· καὶ πρώτιστα μὲν
                  βορεάδας ἥξεις πρὸς πνοάς, ἵνεὐλαβοῦ
                  βρόμον καταιγίζοντα, μή σ’ ἀναρπάσῃ
                  δυσχειμέρῳ πέμφιγι συστρέψας ἄφνω.
                                (Galen. In Hippocr. Epidem. VI
                                 comment  I 29 p. 48, 2 Wenk)

38. (329)

Προμ.    ἔπειτα  δἥξεις δῆμον ἐνδικώτατον
               βροτῶν   ἀπάντων καὶ φιλοξενώτατον,
               Γαβίους, ἵν’ οὔτ’ ἄροτρον οὔτε γατόμος
               τέμνει δίκελλ’ ἄρουραν, ἀλλ’ αὐτόσποροι
               γύαι   φέρουσι  βίοτον  ἄφθονον βροτοῖς.
                          (Steph. Byz. Ἄβιοι; cf. Schol. Hom. N 6)

39.(328)

Προμ.  ἄλλἱππάκης  βρωτῆρες  εὔνομοι Σκύθαι
                        (Strabo Γεωγραφ. Vii  3,7; cf. Hom. N 4-6)

40.(326)

Προμ.  ἥξεις δὲ Λιγύων εἰς ἀτάρβητον στρατόν·
             ἔνθ’ οὐ μάχης,  σαφ’οἶδα,  καὶ θοῦρός περ ὤν,
             μέμψῃ. πέπρωται γάρ σε καὶ βέλη λιπεῖν
             ἐνταῦθ’·  ἑλέσθαι δ’οὔτιν’ ἐκ  γαίας  λίθον
             ἕξεις, ἐπεὶ πᾶς χῶρός ἐστι  μαλθακός.
             ἰδών  δ’ ἀμηχανοῦντά σ’ ὁ Ζεύς  οἰκτιρεῖ,
             νεφέλην δ’ ὑπερσχών νιφάδι  γογγίλων πέτρων
             ὑπόσκιον θήσει χθόν’, οἷς ἔπειτα σὺ
             βαλών  διώσῃ  ῥᾳδίως Λίγυν στρατόν.
                         (Strabo Γεωγραφ. IV 1,7)

41.(337)


            ἐρίδων δυσκελάδων
                      [ἐρί]δων  Wilamowitz (Anon. Metr.P.
                      Ox. 220 col. 5, 1-8; 11,1-6)
42.(339)
           πολλοῖς γὰρ ἐστι κέρδος ἡ σιγὴ βροτῶν.
                     (Schol. Aristeid. Ὑπέρ τῶν τεττάρων p. 501, 16 Dind.)
43.(332)
        
Ἡρακλ.  ἀγρεύς δ’ Ἀπόλλων  ὀρθὸν ἰθύνοι βέλος.
                    (Plut. Ἐρωτ. 14)

44.(333)

Προμ. ἐχθροῦ πατρός μοι τοῦτο φίλτατον τέκνον
                  (Plut. Pomp. 1. 1.)

45.(331)

                 ἀρειθύσανοι
                     (Eustath. Ad  Hom. E 743)

46.(335)

               εἰσαφάσματα
                     (Hesych.)



(Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Δημ. Λαζογιώργου -Ἑλληνικοῦ
Ἐκδόσεις Νέα Θέσις  1990).





Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Γιὰ τὴν Κύπρο



danaos είπε:
Τι μας κάνεις ρε Φαήλε πάλι; Θυμάμαι αυτό το αριστούργημα του Φώτη Βαρέλη -για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη ο οποίος από τους Άγγλους δήμιους οδηγήθηκε στην αγχόνη στις 13 Μαρτίου του 1957 -που υπήρχε στο παλιό – προ του 2006 – βιβλίο Γλώσσας της Στ΄ Δημοτικού, στο γ΄ τεύχος. Δεν άρεσε στους πολυπολιτισμικούς. Τους φάνηκε προφανώς «εθνικιστικό». Για ηρωισμούς θα μιλάμε τώρα στους μαθητές; Ο ηρωισμός είναι μια «παρωχημένη στάση ζωής». Ας το αφιερώσουμε σ’ όλα τα παλληκάρια που έπεσαν ηρωικά!
«Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα
μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.
Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης τους δεμένος,
οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,
η νια που τον ορμήνευε δεν είχε νυχτοπούλι.
Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.
Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,
ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,
και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.
Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.
Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η Τρίτη που διαβάζει,
μπαίνει κι η Πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα. -
Παρόντες όλοι; -
Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει. -
Παρόντες, λέει ο δάσκαλος∙ και με φωνή που τρέμει: -
Σήκω Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία.
Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,
αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει
να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη. -
Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος,
στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,
συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,
και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.
Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ σα κλαμένα νιάτα,
που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,
έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο».



Τὰ παραπάνω εἶναι σχόλιο τοῦ Δαναοῦ (danaos) σὲ σχόλιο τοῦ Φαήλου Κρανιδιώτη ποὺ δημοσιεύτηκε στὶς 24/07/2011. 



Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Πορφύρα καὶ αἷμα

video


Βρῆκα τὶς φωτογραφίες στὸ τεῦχος «Βυζαντινὸς στρατὸς» ἐκδόσεις «περισκόπιο»
Οἱ τρεῖς ἀσπρόμαυρες φωτογραφίες  (ἰστοσελίδα  retromaniax) εἶναι ἀπὸ τὴν τηλεοπτικὴ σειρὰ «πορφύρα καὶ αἷμα»
(Ρωμανὸς Δ΄ Διογένης,  Νῖκος Βασταρδῆς, Βούλα Ζουμπουλάκη, Δημήτρης Μυράτ) τῆς ΥΕΝΕΔ.


Ἰωάννης Βατάτζης

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Ἱερὸς Λόχος


ΕΙΣ  ΤΟΝ  ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ
α’
Ἂς μὴ βρέ­ξῃ πο­τὲ
τὸ σύν­νε­φον, καὶ ὁ ἄ­νε­μος
σκλη­ρὸς ἂς μὴ σκορ­πί­σῃ
τὸ χῶ­μα τὸ μα­κά­ρι­ον
‘ποῦ σᾶς σκε­πά­ζει.

β’
Ἂς τὸ δρο­σί­σῃ  πάν­το­τε
με’ τ' ἀρ­γυ­ρᾶ της δά­κρυ­α
ἡ ρο­δόπε­πλος κό­ρη·
καὶ αὐ­τοῦ ἂς ξε­φυ­τρώ­νουν
αἰ­ώ­νι­α τ' ἄν­θη.

γ’
Ὦ  γνή­σι­α τῆς Ἑλ­λά­δος
τέ­κνα·  ψυ­χαί  ‘ποῦ  ἐ­πέ­σα­τε
εἰς τὸν ἀ­γῶ­να ἀν­δρεί­ως,
τάγ­μα ἐ­κλε­κτῶν Ἡ­ρώ­ων,
καύ­χη­μα νέ­ον·

δ’
Σᾶς ἅρ­πα­ξεν ἡ τύ­χη
τὴν νι­κη­τή­ρι­ον δάφ­νην,
καὶ ἀ­πὸ μυρ­τιὰ σᾶς ἔ­πλε­ξε
καὶ πέν­θι­μον κυ­πά­ρισ­σον
στέ­φα­νον ἄλ­λον.

ε’
Ἀλλ' ἂν τις ἀ­πε­θά­νῃ
διὰ  τὴν πα­τρί­δα, ἡ μύρ­τος
εἶ­ναι φύλ­λον ἀ­τί­μη­τον
καὶ κα­λὰ τὰ κλα­διὰ
τῆς κυ­πα­ρίσ­σου.

ς’
Ἀφ' οὗ εἰς τοῦ πρώ­του ἀν­θρώ­που
τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἡ πρό­νο­ος
φύ­σις τὸν φό­βον ἔ­χυ­σε,
καὶ τὰς χρυ­σᾶς ἐλ­πί­δας,
καὶ τὴν ἡ­μέ­ραν·

ζ’
Ἐ­πὶ τὸ μέ­γα πρό­σω­πον
τῆς γῆς πο­λυ­βο­τά­νου,
εὐ­θὺς τὸ οὐ­ρά­νι­ον  βλέμ­μα
βα­θυ­σκα­φῆ  ἐ­φα­νέ­ρω­σε
μνή­μα­τα μύ­ρι­α.

η’
Πολ­λὰ μὲν σκο­τει­νὰ·
φέγ­γει ἐπ' ὀ­λί­γα τ' ἄ­στρον
τὸ τῆς ἀ­θα­να­σί­ας·
τὴν ἐ­κλο­γὴν ἐ­λεύ­θε­ρον
δί­δει τὸ θεῖ­ον.

θ’
Ἕλ­λη­νες,  τῆς πα­τρί­δος
καὶ τῶν προ­γό­νων ἄ­ξι­οι·
Ἕλ­λη­νες σεῖς, πῶς ἤ­θε­λεν
ἀ­πὸ σᾶς προ­κρι­θεῖν
ἄ­δο­ξος τά­φος;

ι’
Ὁ  Γέρων φθονερός,
καὶ τῶν ἔρ­γων ἐ­χθρὸς
καὶ πά­σης μνή­μης ἔρ­χε­ται·
πε­ρι­τρέ­χει τὴν θά­λασ­σαν
καὶ τὴν γῆν ὅ­λην·

ια’
Ἀ­πὸ τὴν στά­μναν χύ­νει
τὰ ρεύ­μα­τα τῆς λή­θης ,
καὶ τὰ πάν­τα ἀ­φα­νί­ζει.
Χά­νον­ται οἱ πό­λεις, χά­νον­ται
βα­σί­λει­α,  κ' ἔ­θνη·

ιβ’
Ἀλλ' ὅ­τε πλη­σι­ά­σῃ
τὴν γῆν ὁ­ποῦ σᾶς ἔ­χει,
θέ­λει ἀλ­λά­ξειν τὸν δρό­μον του
ὁ Χρό­νος, τὸ θαυ­μά­σι­ον
χῶ­μα σε­βά­ζων.

ιγ’
Αὐ­τοῦ, ἀ­φ’οὗ  τὴν ἀρ­χαί­αν
πορ­φυ­ρί­δα καὶ σκῆ­πτρον,
δώ­σω­μεν τῆς Ἑλ­λά­δος,
θέ­λει φέ­ρειν τὰ τέ­κνα της
πᾶσα μη­τέ­ρα.

ιδ’
Καὶ δα­κρυ­χέ­ου­σα θέ­λει
τὴν ἱ­ε­ρὰν φι­λή­σειν
κό­νιν καὶ εἰ­πεῖν·  τὸν ἔν­δο­ξον
λό­χον, τέ­κνα, μι­μή­σα­τε,
λό­χον  Ἡ­ρώ­ων.

Ἀνδρέας Κάλβος

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Πάλης ξεκίνημα

 Ἕγιναν λάθη ἀπὸ τότε ἀλλὰ ἡ ποιότητα καὶ ἡ στιγμὴ δὲν ἀλλοιώνονται
παρὰ τὴ στυγνὴ προπαγανδιστικὴ ἐκμετάλλευση τοῦ λαμπροῦ τραγουδιοῦ.
Πάντα ἐπίκαιρο...

τὸ βρῆκα στὸ youtube, μεταφορτώθηκε απὸ τὸν χρήστη gioka9

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Στὸ σπίτι τῆς ψυχῆς



Plus au fond, tout au fond, dans la maison de I’ Ame,
Ou vont et viennent et s’ asseoient autour d’ un feu,
Les Passions avec leurs visages de femme.
RODENBACH

Μέσα στὸ Σπίτι τῆς Ψυχῆς γυρίζουνε τὰ Πάθη-
ὡραῖες γυναῖκες στὰ μεταξωτὰ
ντυμένες, καὶ μὲ σάπφειρους εἰς τὸ κεφάλι.
Ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ ἕως μέσα εἰς τὰ βάθη
ὁρίζουνε τὲς αἴθουσες ὅλες. Στὴν πιὸ μεγάλη-
τὲς νύχτες ποὺ τὸ αἷμα των ζεστάθη-
χορεύουνε καὶ πίνουνε μὲ τὰ μαλλιὰ λυτά.

Ἔξω ἀπ’τὲς  αἴθουσες χλωμὲς καὶ κακοεντυμένες
μὲ φορεσιὲς ἑνὸς παληοῦ καιροῦ,
ἡ Ἀρετὲς γυρίζουν καὶ μὲ πίκρα ἀκοῦνε
τὴν ἑορτὴ ποὺ κάμνουνε ἡ ἑταῖρες μεθυσμένες.
Στῶν παραθύρων τὰ ὑαλιὰ τὰ πρόσωπα κολνοῦνε
καὶ βλέπουν σιωπηλές, συλλογισμένες,
τὰ φῶτα, τὰ διαμαντικά, καὶ τ’ἄνθη τοῦ χοροῦ.

Κωνσταντῖνος Καβάφης

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Ἐν πορείᾳ πρὸς τὴν Σινώπην



Ὁ Μιθριδάτης, ἔνδοξος καὶ κραταιός,
μεγάλων πόλεων ὁ κύριος,
κάτοχος ἰσχυρῶν στρατῶν καὶ στόλων,
πηγαίνοντας πρὸς τὴν Σινώπην πέρασε ἀπὸ δρόμον
ἐξοχικόν, πολὺ ἀπόκεντρον,
ὅπου ἕνας μάντης εἶχε κατοικίαν.

Ἔστειλεν ἀξιωματικό του ὁ Μιθριδάτης
τὸν μάντη νὰ ρωτήσῃ πόσα θ’ ἀποκτήσῃ ἀκόμη
στὸ μέλλον ἀγαθά, πόσες δυνάμεις ἄλλες.

Ἔστειλε ἀξιωματικό του –καὶ μετὰ
πρὸς τὴν Σινώπην τὴν πορεία του ξακολούθησε…

Ὁ μάντης ἀποσύρθηκε σ’ ἕνα δωμάτιο μυστικό.
Μετὰ περίπου μισὴν ὥρα βγῆκε
περίφροντις, κ’ εἶπε  στὸν ἀξιωματικό:
«..Ἱκανοποιητικῶς δὲν μπόρεσα νὰ διευκρινήσω –
κατάλληλη δὲν εἶν’ ἡ μέρα σήμερα…
Κάτι σκιώδη πράγματα εἶδα –δὲν κατάλαβα καλά…
Μὰ ν’ ἀρκεσθῇ, φρονῶ,  μὲ τόσα ποὺ ἔχει ὁ βασιλεύς –
τὰ περισσότερα εἰς κινδύνους θὰ τὸν φέρουν..
Θυμήσου νὰ τὸν πῇς αὐτὸ ἀξιωματικέ:
μὲ τόσα ποὺ ἔχει πρὸς θεοῦ ν’ ἀρκῆται!
  τύχη ξαφνικὲς ἔχει μεταβολές…
Νὰ πῇς στὸν βασιλέα Μιθριδάτη:
Λίαν σπανίως βρίσκεται ὁ ἑταῖρος τοῦ προγόνου του
ὁ εὐγενής, ποὺ ἐγκαίρως μὲ τὴν λόγχην γράφει
στὸ χῶμα ἐπάνω τὸ σωτήριον Φεῦγε Μιθριδάτα!..

Κωνσταντῖνος Καβάφης


Ὁ Μιθριδάτης ὁ Ε΄ ὁ εὐεργέτης δολοφονήθηκε τελικά ἀπὸ φίλους του. Ὁ πρόγονός του Μιθριδάτης ὁ Β΄ κινδύνευσε νὰ πάθῃ τὸ ἴδιο, ἀλλὰ σώθηκε διαβάζοντας ὅπως ἔγραψε ὁ Πλούταρχος  τὴ φράση «φεῦγε Μιθριδάτα». Σ’αὐτὸ ἀναφέρεται μεταξὺ ἄλλων ὁ ποιητής.
[Μιθριδάτης ὁ Ἀριοβαρζάνου παῖς ἑταῖρος ἦν αὐτοῦ καὶ καθ’ἡλικίαν συνήθης, ἐθεράπευε δ’ Ἀντίγονον, οὔτ’ ὢν οὔτε δοκῶν πονηρός· ἐκ δ’ ἐνυπνίουτινὸς ὑποψίαν Ἀντιγόνῳ παρέσχεν. Ἐδόκει γὰρ μέγα καὶ καλὸν πεδίον ἐπιὼν ὁ Ἀντίγονος ψῆγμά τι χρυσίου κατασπείρειν· ἐξ αὐτοῦ δὲ πρῶτον μὲν ὑποφύεσθαι θέρος χρυσοῦν, ὀλίγῳ δ’ ὕστερον ἐπελθὼν ἰδεῖν οὐδὲν ἀλλ’ ἢ τετμημένην καλάμην·  λυπούμενος δὲ καὶ περιπαθῶν ἀκοῦσαί τινων λεγόντων ὡς ἄρα Μιθριδάτης εἰς Πόντον Εὔξεινον οἴχεται τὸ χρυσοῦν θέρος ἐξαμησάμενος. Ἐκ τούτου διαταραχθεὶς καὶ τὸν υἱὸν ὁρκώσας σιωπήσειν ἔφρασεν τὴν ὀψιν αὐτῷ, καὶ ὅτι πάντως τὸν ἄνθρωπον ἐκποδὼν ποιεῖσθαι καὶ διαφθείρειν ἔγνωκεν.  Ἀκούσας δ’    Δημήτριος ἠχθέσθη σφόδρα, καὶ τοῦ νεανίσκου καθάπερ εἰώθει γενομένου παρ’ αὐτῷ καὶ συνόντος ἐπὶ σχολῆς, φθέγξασθαι μὲν οὐκ ἐτόλμησεν οὐδὲ τῇ φωνῇ κατειπεῖν διὰ τὸν ὅρκον, ὑπαγαγὼν δὲ κατὰ μικρὸν ἀπὸ τῶν φίλων, ὡς ἐγεγόνεσαν μόνοι καθ’ αὑτούς,  τῷ στύρακι τῆς λόγχης κατέγραψεν εἰς τὴν γῆν ὁρῶντος αὐτοῦ·  «φεῦγε Μιθριδάτα». Συνείς δ’ ἐκεῖνος ἀπέδρα νυκτὸς εἰς Καππαδοκίαν, καὶ ταχὺ τὴν Ἀντιγόνῳ γενομένην ὄψιν ὕπαρ αὐτῷ συνετέλει τὸ χρεών· πολλῆς γὰρ καὶ ἀγαθῆς ἐκράτησε χώρας, καὶ τὸ τῶν Ποντικῶν βασιλέων γένος ὀγδόῃ που διαδοχῇ παυσάμενον ὑπὸ Ρωμαίων ἐκεῖνος παρέσχε].
 Πλούταρχος (Δημήτριος ὁ Δ΄).

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Μισὸς - μισὸς




Μιὰ  μέ­ρα ποὺ ἄ­γρι­α ἡ πλή­ξη τὸν μα­στί­γω­νε,
κι' ἡ μο­να­ξιὰ τοῦ σά­λευ­ε τὰ φρέ­να του
στὸ μα­κρυ­νὸ Σιν­τά­μο,
ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Κρι­θα­ρᾶς, ἐκ Φι­λια­τρῶν,
τὴν Ἀ­βησ­συ­νε­ζού­λα Τιν­κι­νὲς
τὴ γύ­ρε­ψε ἀπ' τὸν κύ­ρη της σὲ γά­μο.

Καὶ στὴ στιγ­μή, μὲ δύ­ο γε­λά­δες ἀ­χα­μνές,
ἔ­κα­νε χτῆ­μα τὴ μι­κρού­λα Τιν­κι­νές.

Κι' ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Κρι­θα­ρᾶς κτη­νώ­δι­κα
στὴ μαύ­ρη βε­λου­δέ­νια σάρ­κα της
ὁ­λο­νυ­χτὶς τὴ λύ­τρω­ση ζη­τοῦ­σε.
Κι' ἡ Τιν­κι­νές, μὲ δέ­ος στὰ μα­τά­κια της,
τὸν κά­θε πό­θο τοῦ ἄ­σπρου της θε­οῦ
πι­στὰ τὸν ἐ­κτε­λοῦ­σε.

Κι' ἀ­πὸ τὰ σπλά­χνα της, τὸ ἐν­νι­ά­μη­νο ἀ­κρι­βῶς,
βγῆ­κε ὁ Ἰ­ά­σων Κρι­θα­ρᾶς… "μ ι σ ὸ ς - μ ι σ ὸ ς ".

" Μ ι σ ὸ ς - μ ι σ ὸ ς " θὰ πῇ μὲ λό­γι­α ἁ­πλά,
μι­σὸς Ρω­μη­ός, μι­σὸς Ἀ­βησ­συ­νός,
κά­τι νὰ ποῦ­με μέσ' στὴ μέ­ση.
Μὰ τὸ φρι­χτὸ τὸ νό­η­μα, τὸ βα­θύ,
στὴ λέ­ξη ἐ­τού­τη τὴ δι­πλὴ
ποιὸς νὰ τὸ δώ­σῃ θὰ μπο­ρέ­σῃ;

" Μ ι σ ὸ ς - μ ι σ ὸ ς " θὰ πῇ ντρο­πή, πό­νος, λα­χτά­ρα,
κι' ἑ­φτὰ γεν­νι­ὲς ἐ­δῶ κι' ἐμ­πρὸς μαύ­ρη κα­τά­ρα.

Τὸ νό­η­μα αὐ­τὸ τὸ κο­λα­σμέ­νο τὸ πρω­τό­νοι­ω­σε
σὰν πρω­το­πῆ­γε ὁ Ἰ­ά­σων Κρι­θα­ρᾶς
στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ σχο­λεῖ­ο.
T' ἄ­σπρα Ἑλ­λη­νό­που­λα, τὰ "ὁ λ ό κ λ η ρ α",
σὰ νἄχε λέ­πρα φεύ­γαν ἀ­πὸ δί­πλα του
κι' ἔ­με­νε μό­νος… με­λα­νὸ ση­μεῖ­ο.

Κι' ἔν­νοι­ω­σε μί­σος στὴν καρ­διά, χω­ρὶς νὰ θέ­λῃ,
κι' ἐν­τός του ἀ­νέ­μι­ζε ἡ ψυ­χού­λα του κου­ρέ­λι.

Καὶ στὴν ντρο­πή, στὸν ἐμ­παιγ­μό, στὴν κα­τα­φρό­νε­ση,
τὰ χρό­νι­α πέ­ρα­σαν, ἀλ­λοί­μο­νο, χω­ρὶς
καμ­μι­ὰ χα­ρὰ στὸν κό­σμο νἄ­βρη.
Κι' ὅ­ταν τὸν ἔδι­ω­ξε ἡ κο­πέλ­λα ποὺ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε,
ἡ γα­λα­νὴ κο­πέλ­λα μὲ τὰ ὁ­λό­χρυ­σα μαλ­λιά,
ἄ­γρι­α μί­ση­σε τὴ μάν­να του τὴ μαύ­ρη.

Καὶ χτὲς ἐ­φό­ρε­σε τὴν ἄ σ π ρ η φο­ρε­σιά του
καὶ πέ­τα­ξε στὸν ἀ­έ­ρα τὰ μυα­λά του.

Ὀρέστης Λάσκος

(τὸ βρῆκα στὸ «σπουδαστήριο νέου ἑλληνισμοῦ»).