Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Ὁ Πρό­κλος



Ὁ Πρό­κλος, κο­ρυ­φαῖ­ος ἐκ­πρό­σω­πος τῆς Νε­ο­πλα­τω­νι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας καὶ τα­γὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ εἰς τὴν ἀν­τί­ξο­ον ἐ­πο­χὴν τοῦ +5ου αἰ­ώ­νος, ἐ­γεν­νή­θη εἰς τὸ Βυ­ζάν­τι­ον τὴν 8ην Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ ἔ­τους 412. Κα­τή­γε­το ἐκ πλου­σί­ας οἰ­κο­γε­νεί­ας τῆς Λυ­κί­ας, ὅ­που ὁ Πρό­κλος ἐ­δι­δά­χθη τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα. Κα­τό­πιν με­τέ­βη εἰς τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρει­αν, ὅ­που ἐ­σπού­δα­σε ρη­το­ρι­κήν, λα­τι­νι­κά, ρω­μα­ϊ­κὸν δί­και­ον, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴν φι­λο­σο­φί­αν καὶ μα­θη­μα­τι­κά. Ἡ κλί­σις του ὅ­μως πρὸς τὴν φι­λο­σο­φί­αν ἦ­το τό­σον ἰ­σχυ­ρὰ ὥ­στε ἀ­πε­φά­σι­σε νὰ με­τα­βῇ εἰς τὰς Ἀ­θή­νας, καὶ δὴ εἰς τὴν πλα­τω­νι­κὴν Ἀ­κα­δη­μί­αν. Ἄν καὶ μό­νον 19 ἐ­τῶν προ­σήλ­κυ­σε τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρον ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ τὴν ἀ­γά­πην τοῦ γέ­ρον­τος δι­α­δό­χου της, Πλου­τάρ­χου. Με­τὰ δύ­ο ἔ­τη ἀ­πε­βί­ω­σε ὁ Πλού­ταρ­χος καὶ τὸν  δι­ε­δέ­χθη ὁ Συ­ρι­α­νός, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­φι­λο­ξέ­νει τὸν Πρό­κλον εἰς τὴν οἰ­κί­αν του, πλη­σί­ον τοῦ Ἀ­σκλη­πι­εί­ου τῆς Ἀ­κρο­πό­λε­ως. Ἡ δι­άρ­θρω­σις τοῦ ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος τῆς Ἀ­κα­δη­μεί­ας ἦ­το ἡ ἐ­ξῆς: με­λέ­τη τοῦ   Ἀ­ρι­στο­τέ­λους τὰ δύ­ο πρῶ­τα ἔ­τη, κα­τό­πιν σπου­δὴ τοῦ Πλά­τω­νος (τῆς Πλά­τω­νος μυ­στα­γω­γί­ας) καὶ τέ­λος με­λέ­τη τῶν «θε­ο­λο­γι­κῶν»  κει­μέ­νων (Ὀρ­φι­κῶν καὶ Χαλ­δα­ϊ­κῶν Λο­γί­ων). Ὁ Συ­ρι­α­νὸς ἐ­πρό­τει­νε συγ­κε­κρι­μέ­νως εἰς τὸν Πρό­κλον καὶ εἰς ἕ­τε­ρον δι­α­κε­κρι­μέ­νον μα­θη­τήν του, τὸν Δο­μνῖ­νον, νὰ ἐ­πι­λέ­ξουν με­τα­ξὺ τῶν Ὀρ­φι­κῶν καὶ τῶν Χαλ­δα­ϊ­κῶν Λο­γί­ων. Οἱ δύ­ο μα­θη­ταὶ δὲν ἐ­συμ­φώ­νη­σαν (ὁ Πρό­κλος προ­ε­τί­μη­σε τὰ Χαλ­δα­ϊ­κά), ἐ­νῷ ὁ δι­δά­σκα­λος ἀ­πε­βί­ω­σε συν­τό­μως μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ μὴν ἀρ­χί­σει κἄν ἡ . τε­λευ­ταί­α αὐ­τὴ φά­σις τῆς φι­λο­σο­φι­κῆς με­λέ­της. Εἴ­με­θα εἰς τὸ ἔ­τος 437. Με­τὰ δύ­ο ἔ­τη, τὸ 439, εἰς ἡ­λι­κί­αν 27 ἐ­τῶν, ὁ Πρό­κλος συ­νέ­θε­σε τὰ Σχό­λι­α εἰς τὸν Τί­μαι­ον καὶ με­τὰ ἀ­πὸ κά­ποι­ο δι­ά­στη­μα ἀ­νέ­λα­βε τὴν δι­εύ­θυν­σιν τῆς Σχο­λῆς.
Ὁ Πρό­κλος ἦ­το πράγ­μα­τι χαλ­κέν­τε­ρος: κα­θη­με­ρι­νῶς ἔ­γρα­φε κεί­με­νον ἑ­πτα­κο­σί­ων γραμ­μῶν, ἔ­κα­με πλει­ά­δα μα­θη­μά­των καὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε καὶ στα­θε­ρῶς τὰ θρη­σκευ­τι­κὰ θέ­σμι­α, ἐ­πὶ πα­ρα­δείγ­μα­τι προ­σηύ­χε­το εἰς τὸν Ἥ­λι­ον τρὶς ἡ­με­ρη­σί­ως, κα­τὰ τὴν αὐ­γήν, τὴν με­σημ­βρί­αν καὶ τὴν ἑ­σπέ­ραν. Ἄς ση­μει­ω­θῇ δὲ ὅ­τι στα­θε­ρὰ ἐ­τή­σι­ος ἑ­ορ­τὴ ἦ­το αὐ­τὴ τῶν γε­νε­θλί­ων τοῦ Πλά­τω­νος τὴν 7ην Θαρ­γη­λι­ῶ­νος (πε­ρὶ τὴν 21ην Μα­ΐ­ου).
Δὲν ὑ­πῆρ­ξε μό­νον φι­λό­σο­φος, ἀλ­λὰ ταυ­το­χρό­νος ἀ­νέ­πτυ­ξε καὶ πο­λι­τι­κὴν δρα­στη­ρι­ό­τη­τα καὶ συ­νε­κρού­σθη μά­λι­στα μὲ τοὺς χρι­στι­α­νοὺς. Ἠ­ναγ­κά­σθη δὲ νὰ αὐ­το­ε­ξο­ρι­σθῇ εἰς τὴν Λυ­δί­αν ἐ­πὶ ἕν ἔ­τος. Ἀ­φοῦ ἐ­πέ­στρε­ψε ὑ­πῆρ­ξε μάρ­τυς τῆς βε­βή­λου ἀ­πο­μα­κρύν­σε­ως ὑ­πὸ τῶν χρι­στι­α­νῶν τοῦ ἀ­γάλ­μα­τος τῆς Ἀ­θη­νᾶς ἀ­πὸ τὸν Παρ­θε­νῶ­να· εἶ­δε το­τε κά­τ’­ὄ­ναρ τὴν Θε­άν, ἡ ὁ­ποί­α καὶ τοῦ ἐ­ζή­τη­σε νὰ κρα­τή­σῃ τὸ ἄ­γαλ­μα εἰς τὴν οἰ­κί­αν του, ὅ­περ καὶ ἐ­γέ­νε­το.
Ἀ­πε­βί­ω­σε τὴν 17ην Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 485, εἰς ἡ­λι­κί­αν 73 ἐ­τῶν, καὶ ἐ­τά­φη εἰς τὸν Λυ­κα­βητ­τόν, πλη­σί­ον τοῦ δι­δα­σκά­λου του Συ­ρι­α­νοῦ.
Ἡ προ­σφο­ρά του εἰς τὴν ἑλ­λη­νι­κὴν φι­λο­σο­φι­κὴν σκέ­ψιν εἶ­ναι με­γί­στη: ἀ­κο­λου­θῶν τὸν Ἰ­άμ­βλι­χον ἀ­πε­κρυ­στάλ­λω­σε εἰς ἕν συ­νε­κτι­κὸν σύ­στη­μα τὴν ὀρ­φι­κήν, πυ­θα­γό­ρει­ον καὶ πλα­τω­νι­κὴν πα­ρά­δο­σιν, συγ­γρά­ψας πολ­λὰ καὶ ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα.
Τὰ ἔρ­γα του χω­ρί­ζον­ται εἰς τὰς ἐ­ξῆς κα­τη­γο­ρί­ας:
α) Σχό­λι­α (σώ­ζον­ται τὰ εἰς τὸν Τί­μαι­ον, τὴν Πο­λι­τεί­αν, τὸν Παρ­με­νί­δη, τὸν Κρα­τύ­λον καὶ τὸν Ἀλ­κι­βι­ά­δη τοῦ Πλά­τω­νος).
Ἀ­ξί­ζει ἐ­δῶ νὰ ση­μει­ώ­σω­με τὴν σει­ρὰν με­λέ­της τῶν πλα­τω­νι­κῶν ἔρ­γων τὴν ὁ­ποί­αν κα­θι­έ­ρω­σαν οἱ Νε­ο­πλα­τω­νι­κοί:  Ἀλ­κι­βι­ά­δης, Γορ­γί­ας, Φαί­δων, Κρα­τύ­λος, Θε­αί­τη­τος, Σο­φι­στής, Πο­λι­τι­κός, Φαῖ­δρος, Συμ­πό­σι­ον, Φί­λη­βος καὶ τέ­λος (ὡς συ­νο­ψί­ζον­ται τὴν ὅ­λην πλα­τω­νι­κῶν φι­λο­σο­φί­αν), ὁ Τί­μαι­ος καὶ ὁ Παρ­με­νί­δης.
Δυ­στυ­χῶς ἐ­χά­θη­σαν τὰ Σχό­λι­ά του εἰς τὰ Χαλ­δα­ϊ­κὰ Λό­γι­α, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­πη­ξερ­γά­ζε­το ἐ­πὶ πέν­τε ἔ­τη. Εἰς τὰ Ὀρ­φι­κὰ δὲν συ­νέ­θε­σε Σχό­λι­α, λό­γῳ τοῦ ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶς μυ­στη­ρι­α­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρος των.
β) μι­κραί πραγ­μα­τεῖ­αι (Σώ­ζον­ται τὰ ἐ­ξῆς: De p­r­o­v­i­d­e­n­t­ia – Πε­ρὶ Προ­νοί­ας, De d­e­c­e­nt d­u­b­i­t­a­t­i­o­n­i­b­us c­o­n­t­ra p­r­o­v­i­d­e­n­t­i­am – Δέ­κα ἀ­πο­ρί­αι πε­ρί τῆς Προ­νοί­ας, De m­a­l­o­r­um s­u­b­s­i­s­t­e­n­t­ia – Πε­ρί τῆς τῶν κα­κῶν ὑ­πο­στά­σε­ως· ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης 18 ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα κα­τὰ τῶν χρι­στι­α­νῶν ὑ­πέρ τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τος τοῦ κό­σμου, Πε­ρί φω­τός κ.ἄ).
γ) βα­σι­κὰ ἐγ­χει­ρί­δι­α δι­’­ἀρ­χα­ρί­ους (λ.χ. Προ­λε­γό­με­να εἰς τὴν πλα­τω­νι­κὴν φι­λο­σο­φί­αν).
δ) συ­στη­μα­τι­κά ἔρ­γα: Στοι­χεί­ω­σις θε­ο­λο­γι­κὴ (σώ­ζε­ται), Στοι­χεί­ω­σις φυ­σι­κὴ κ.ἄ.
ε) με­λέ­ται μα­θη­μα­τι­κῶν καὶ ἀ­στρο­νο­μί­ας:Ὑ­πό­μνη­μα (Σχό­λι­α) εἰς τὸ πρῶ­τον βι­βλί­ον τῶν Στοι­χεῖ­ων τοῦ Εὐ­κλεί­δου (σώ­ζε­ται) κ.ἄ.
ς) ἔρ­γα πε­ρὶ τῆς θε­ουρ­γί­ας:Πε­ρί τῆς κα­θ’­Ἕλ­λη­νας Ἱ­ε­ρα­τι­κῆς τέ­χνης (σώ­ζε­ται), Πε­ρί ἀ­γω­γῆς, κ.ἄ.
Ἀ­ξί­ζει ἐ­δῶ νὰ πα­ρα­θέ­σω­μεν ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα ἐν­δει­κτι­κὸν τῶν ἀ­πό­ψε­ων τοῦ Πρό­κλου πε­ρί θε­ουρ­γί­ας:
  «Σῲ­ζε­ται δὲ πάν­τα δι­ὰ τού­των [ἐνν. δι­ὰ τῆς πί­στε­ως τῆς ἀ­λη­θεί­ας καὶ τοῦ ἔ­ρω­τος] καὶ συ­νά­πτε­ται ταῖς πρω­τουρ­γαῖς αἰ­τί­αις, τὰ μὲν δι­ὰ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς μα­νί­ας, τὰ δὲ δι­ὰ τῆς θεί­ας φι­λο­σο­φί­ας, τὰ δὲ δι­ὰ τῆς θε­ουρ­γι­κῆς δυ­νά­με­ως, ἥ κρείτ­των ἐ­στὶν ἁ­πά­σης ἀν­θρω­πί­νης σω­φρο­σύ­νης καὶ ἐ­πι­στή­μη, συλ­λα­βοῦ­σα τὰ τε τῆς μαν­τι­κῆς ἀ­γα­θὰ καὶ τὰς τῆς τε­λε­σι­ουρ­γι­κῆς κα­θαρ­τι­κὰς δυ­νά­μεις καὶ πάν­τα ἁ­πλῶς τὰ τῆς ἐν­θέ­ου κα­το­χῆς ἐ­νερ­γή­μα­τα».
Δηλ. «Δι­’­αὐ­τῶν [ἐνν. δι­ὰ τῆς πί­στε­ως τῆς ἀ­λη­θεί­ας καὶ τοῦ ἔ­ρω­τος] ὅ­λος ὁ κό­σμος συν­τη­ρεῖ­ται καὶ συ­νά­πτε­ται πρὸς τὰς πρω­ταρ­χι­κὰς αἰ­τί­ας, εἴ­τε δι­ὰ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς μα­νί­ας, εἴ­τε δι­ὰ τῆς θεί­ας φι­λο­σο­φί­ας, εἴ­τε δι­ὰ τῆς θε­ουρ­γι­κῆς δυ­νά­με­ως, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀ­νω­τέ­ρα κά­θε ἀν­θρω­πί­νης σο­φί­ας καὶ ἐ­πι­στή­μης, κα­θὼς συγ­κεν­τρώ­νει καὶ τὰ ἀ­γα­θὰ τῆς μαν­τι­κῆς καὶ τὰς κα­θαρ­τι­κὰς δυ­νά­μεις τῆς «τε­λε­σι­ουρ­γι­κῆς»καὶ πάν­τα ἐν γέ­νει τὰ εὐ­ερ­γε­τή­μα­τα τῆς «ἐν­θέ­ου» κα­το­χῆς».
ζ) ὕ­μνοι: σώ­ζον­ται ἑ­πτά.
Πα­να­γι­ώ­της Μα­ρί­νης (ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο του «ἡ  ἑλ­λη­νι­κὴ θρη­σκεί­α»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες