Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Ὁ Φασουλῆς φιλόσοφος



3
Τὶς δύναμις ἐνήργησε καὶ διεπλάσθ’ἡ  σφαῖρα;
ὁ ἕνας εἶπε τὴ φωτιὰ κι ὁ ἄλλος τὸν ἀέρα
κι’ ὁ τρίτος μόνο τὸ νερό,
ἀλλ’ ὁ σοφὸς Ἐμπεδοκλῆς ἐδέχθη καὶ τὰ τρία
καὶ τέλος πάντων ἔγινε μεγάλη φασαρία
σ’ἐκεῖνον τὸν παλιὸ καιρό.

Καθένας ἦτο βέβαιος πὼς ηὗρε τὸ σωστὸ
καὶ κάθε τόσο ἄλλαζαν τοῦ κόσμου τὸν Χριστὸ
μὲ χίλια δυὸ μπερδέματα…
ἀλλὰ ἐδιάβασα κι ἐγὼ αὐτὰ τὰ κολοκύθια
κι’εἰς ἕνα κι ἄλλο σύστημα εὐρῆκα μιὰν ἀλήθεια·
πὼς εἶναι ὅλα ψέμματα.

4
Βρὲ Φασουλὴ καϋμένε, δὲν κάθεσαι στ’αὐγά σου,
τοὺς ψωροφιλοσόφους στὸν διάβολο δὲν στέλλεις;
Δὲν σὲ ἀρκεῖ νὰ χάσκῃς στὴ ράχη τοῦ Πηγάσου,
μὰ καὶ φιλοσοφίες ἀρχίζεις νὰ μοῦ θέλῃς;

Ὅπως κι ἄν διεπλάσθη τὸ Σύμπαν τὶ σὲ μέλει;
κι’ἄν ἐξ αὐτῆς παρήχθη τῆς μάζης ἤ ἐκείνης,
κι’ ἄν ἦτο πρῶτα χάος ἤ μιὰ φωτονεφέλη,
ἐσὺ μπορεῖς μὲ τοῦτο καλλίτερος νὰ γίνῃς;

Καὶ ἄν στῶν συστημάτων ἐγκύψῃς τὴν σωρείαν,
καὶ ἄν τοῦ Δημοκρίτου δεχθῇς τὴν θεωρίαν,
καθ’ἥν ἐκ τῶν ἀτόμων συνίσταται ἡ φύσις,
κι ἐπὶ τῆς θεωρίας αὐτῆς φιλοσοφήσεις.

Θαρρεῖς τὸ ἄτομόν σου δὲν θἆναι ὅπως εἶναι,
πὼς ἀσθενὲς σαρκίον ὡς τώρα δὲν θὰ μένῃ,
πὼς δὲν θὰ τὸ μαραίνουν οἱ πόθοι κι  αἱ ὀδύναι,
κι οὐδὲ θὰ παίζῃ λόρδα καὶ ἡ παραδαρμένη;

Κι ἄν τοῦ Θαλῆ τὸ ὕδωρ ἀρχὴν ἀναγνωρίσῃς
κι ὑδραυλικῆς σπουδήσεις μεθόδους περισσάς,
πιστεύεις πὼς καμμία δὲν θὰ στερεύσῃ βρύσις
καὶ σὺ ἀπὸ τὴν δίψα ποτὲ δὲν θὰ λυσσᾷς;

Καὶ ἄν τοῦ Ἡρακλείτου τὸ σύστημα σ’ ἐξαίρῃ,
κ’ εἰπῇς ἀρχὴ τῶν ὅλων τὸ πῦρ τὸ ἀδηφάγον,
νομίζεις ὅτι πάντα θὰ εἶναι καλοκαῖρι
καὶ δὲν θὰ τουρτουρίζῃς τὴν ἐποχὴ τῶν πάγων;

Κι ἄν ὡς ὁ Πυθαγόρας κι ἐσὺ ἀνακηρύξῃς
πὼς εἶναι ἁρμονία τὰ πάντα καὶ ρυθμός,
κι ἄν ἀριθμοὺς ἀγνώστους ἑνώσῃς κι ἀναμίξεις
κι εἰπεῖς πὼς ἄρχει πάντων τὸ ἕν κι ὁ ἀριθμὸς.

Νομίζεις πὼς τ’αὐτιά σου ποτὲ δὲ θὰ ταράξῃ
βαρύτονος, τενόρος  ἤ ἄλλος φουκαρᾶς,
ποὺ μὲ βρυγμοὺς ὀδόντων ἐλπίζει νὰ μαλάξῃ
τὴν ἄμουσον καρδίαν σκορδόπιστης κυρᾶς;

Ἤ μήπως τῶν πλουσίων τὰ πλούτη θὰ σαρώσῃς;
ἤ μήπως τὸ πουγγί σου θὰ βρίσκεται γεμάτο;
ἤ τάχα θὰ μπορέσῃς τὸ σπίτι νὰ πληρώσῃς
ποὺ ἔκτισες μὲ χρέος στὸν Φαληρέα κάτω;

Κι ἄν δεχθῇς ἀκόμη σὰν τὸν Ἀναξιμένη
πὼς ὁ ἀήρ, τὸ Σύμπαν καὶ ἄπειρον σημαίνει,
θαρρεῖς πὼς θὰ περάσῃ καὶ μόνο μιὰ ἡμέρα,
ποὺ δὲν θὰ καβουρδίσῃς κοπανιστὸν ἀέρα;

καὶ ἄν τὰς  πολιτείας τὰς οὐρανογενεῖς
τοῦ Πλάτωνος ποθήσεις  εὐγενεστάτου θρέμματος,
μὴ τάχα ζωοκλέπτης δὲν θὰ μπορῇ κανεὶς
νὰ γίνῃ Ταξιάρχης καὶ σύμβουλος τοῦ Στέμματος;

Καὶ ἄν τὸν ἔρωτά σου δεχθῇς τὸν ἰδεώδη,
μήπως δὲν θὰ σηκώνουν τὸν κόσμο εἰς τὸ πόδι
προικοθηρῶν πεινώντων τοσαῦται συμμορίαι,
ὁπόταν ξεμυτίζουν πολύφερναι κυρίαι;

Νομίζεις οἱ ἐρῶντες πὼς θὰ πετοῦν στὰ νέφη
καὶ πὼς ποτὲ δὲν θἄχουν γιὰ τίποτ’ ἄλλο κέφι;
ἤ μὴ κι ὁ ἔρως θἄναι καπνός, ἀτμὸς καὶ σκόνη,
καὶ γυναικὸς κοιλία ποτὲ δὲν θὰ φουσκώνῃ;

Καὶ ἄν τοῦ Σοφρωνίσκου ἀκούσῃς τὸν υἱὸν
ποὺ ἕν’ ἀνακηρύττει τοῦ Σύμπαντος θεὸν
ἀσύλληπτον καθ’ ὅλα καὶ ἄυλον κι  αἰώνιον
κι’  εἰς τοῦτο ἀποβλέπων ἐρρόφησε τὸ κώνειον.

Κι’ ἄν στὴν Χαναναίαν πετάξῃς νοερῶς
εἰς τὸν θεὸν ἐκεῖνον πιστεύεις τοῦ Σινᾶ,
θαρρεῖς πὼς δὲν θὰ φθάσῃ οὐδέποτε καιρὸς
ὁποῦ θὰ προσκυνήσῃς κι  ἐσὺ τὸν Μαμμωνᾶ;

Θαρρεῖς τὸν ἑαυτὸν σου διττῶς ἄν διαιρέσῃς
εἰς νοῦν καὶ εἰς αἰσθήσεις, πὼς δὲν θὰ μείνῃς βλάξ;
θαρρεῖς πὼς ἀσφαλίζεις τὰς μεταξύ των σχέσεις
κι’ αὐτὸ δὲν θἄναι δοῦλον τοῦ ἄλλου ἐναλλάξ;

Καὶ ἄν τοῦ Ἐπικούρου τὴν Ἡδονὴν δεχθῇς
καὶ τύχει καμμιὰν ὥρα καὶ σὺ νὰ ὀρεχθῇς
νὰ φᾶς μονάχος ἕνα μουλκέικο πεπόνι
θαρρεῖς πὼς τ’ ἄντερά  σου  δὲν θὰ θερίσουν πόνοι;

ΚΙ ἄν τὴν ἀχρείαν σάρκαν ἐξ ἡδονῶν κορέσῃς
νομίζεις πὼς μὲ ἄλγος ποτέ σου δὲν θὰ κλαύσῃς;
κι  ἄν τὸν βαρὺν χιτῶνα τῆς ἀρετῆς φορέσῃς
θαρρεῖς πὼς δὲν θὰ θέλεις ἐκείνας ν’ ἀπολαύσῃς;

Νομίζεις πὼς δὲν εἶναι κι αὐτὸ κι ἐκεῖνο χίμαιρα;
Πιστεύεις καὶ εἰς ὄρκους καὶ λόγους τῆς τιμῆς;
νομίζεις ὅτι τοῦτο, ποὺ θὰ ποθήσῃς σήμερα,
καὶ αὔριον ἐπίσης θὰ τὸ ἐπιθυμῇς;

Κι ἄν εἶσαι ἀνθρωπίσκος ἐκ τῆς κοινῆς ἀγέλης
θὰ μακαρίζῃς κλαίων σκηπτούχους βασιλεῖς,
κι  ἄν  βασιλεὺς καλεῖσαι, θἀλθῇ στιγμὴ νὰ θέλῃς
ν’ ἀδειάζῃς ἀνωνύμους θαλάμους τῆς Αὐλῆς.

Βρὲ Φασουλῆ, καϋμένε, ὡς ἐδῶ πέρα μεῖνε,
πολλὴ φιλοσοφία καὶ σκέψις ἄς σοῦ λείπει…
δι’ ὅ,τι πρᾶγμα χαίρεις αὐτὸ χαρὰ δὲν εἶναι,
δι’ ὅ,τι  πρᾶγμα πάσχεις αὐτὸ δὲν εἶναι λύπη.

Δὲν εἶσαι οὔτ’ εὐδαίμων ἀλλ’ οὔτε δυστυχής,
εὐκόλως μὴν πιστεύῃς στὸν ἕνα καὶ στὸν ἄλλον,
οὐδ’ εἰς ἀθανασίαν, οὐδ’ εἰς  θνητὸν ψυχῆς,
και δι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνο νὰ στέκῃς ἀμφιβάλλων.

Ὁ κόσμος ἄς κινεῖται  καὶ τοῦτο τὸ Βασίλειον
ἄς στρέφετ’ αἰωνίως ἡ γῆ περὶ τὸν ἥλιον,
κι ἐκεῖνος περὶ ταύτην ἄς κινηθῇ ἄν θέλῃ..
δι’ ὅλας τὰς κινήσεις πεντάρα μὴ σὲ μέλει.

Ἀτάραχος θεώρει τοῦ κεραυνοῦ τὸ βέλος,
τοῦ κόσμου τὰ βιβλία εἰς τὰ σκουπίδια ὅλα,
κι’ἐνόσω τὴν ἀρχή του δὲν βλέπεις καὶ τὸ τέλος
ὑπόμενε, ἀνέχου, ἀνθρώπους γεννοβόλα.

Γεώργιος Σουρῆς










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες