Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Μισὸς - μισὸς




Μιὰ  μέ­ρα ποὺ ἄ­γρι­α ἡ πλή­ξη τὸν μα­στί­γω­νε,
κι' ἡ μο­να­ξιὰ τοῦ σά­λευ­ε τὰ φρέ­να του
στὸ μα­κρυ­νὸ Σιν­τά­μο,
ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Κρι­θα­ρᾶς, ἐκ Φι­λια­τρῶν,
τὴν Ἀ­βησ­συ­νε­ζού­λα Τιν­κι­νὲς
τὴ γύ­ρε­ψε ἀπ' τὸν κύ­ρη της σὲ γά­μο.

Καὶ στὴ στιγ­μή, μὲ δύ­ο γε­λά­δες ἀ­χα­μνές,
ἔ­κα­νε χτῆ­μα τὴ μι­κρού­λα Τιν­κι­νές.

Κι' ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Κρι­θα­ρᾶς κτη­νώ­δι­κα
στὴ μαύ­ρη βε­λου­δέ­νια σάρ­κα της
ὁ­λο­νυ­χτὶς τὴ λύ­τρω­ση ζη­τοῦ­σε.
Κι' ἡ Τιν­κι­νές, μὲ δέ­ος στὰ μα­τά­κια της,
τὸν κά­θε πό­θο τοῦ ἄ­σπρου της θε­οῦ
πι­στὰ τὸν ἐ­κτε­λοῦ­σε.

Κι' ἀ­πὸ τὰ σπλά­χνα της, τὸ ἐν­νι­ά­μη­νο ἀ­κρι­βῶς,
βγῆ­κε ὁ Ἰ­ά­σων Κρι­θα­ρᾶς… "μ ι σ ὸ ς - μ ι σ ὸ ς ".

" Μ ι σ ὸ ς - μ ι σ ὸ ς " θὰ πῇ μὲ λό­γι­α ἁ­πλά,
μι­σὸς Ρω­μη­ός, μι­σὸς Ἀ­βησ­συ­νός,
κά­τι νὰ ποῦ­με μέσ' στὴ μέ­ση.
Μὰ τὸ φρι­χτὸ τὸ νό­η­μα, τὸ βα­θύ,
στὴ λέ­ξη ἐ­τού­τη τὴ δι­πλὴ
ποιὸς νὰ τὸ δώ­σῃ θὰ μπο­ρέ­σῃ;

" Μ ι σ ὸ ς - μ ι σ ὸ ς " θὰ πῇ ντρο­πή, πό­νος, λα­χτά­ρα,
κι' ἑ­φτὰ γεν­νι­ὲς ἐ­δῶ κι' ἐμ­πρὸς μαύ­ρη κα­τά­ρα.

Τὸ νό­η­μα αὐ­τὸ τὸ κο­λα­σμέ­νο τὸ πρω­τό­νοι­ω­σε
σὰν πρω­το­πῆ­γε ὁ Ἰ­ά­σων Κρι­θα­ρᾶς
στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ σχο­λεῖ­ο.
T' ἄ­σπρα Ἑλ­λη­νό­που­λα, τὰ "ὁ λ ό κ λ η ρ α",
σὰ νἄχε λέ­πρα φεύ­γαν ἀ­πὸ δί­πλα του
κι' ἔ­με­νε μό­νος… με­λα­νὸ ση­μεῖ­ο.

Κι' ἔν­νοι­ω­σε μί­σος στὴν καρ­διά, χω­ρὶς νὰ θέ­λῃ,
κι' ἐν­τός του ἀ­νέ­μι­ζε ἡ ψυ­χού­λα του κου­ρέ­λι.

Καὶ στὴν ντρο­πή, στὸν ἐμ­παιγ­μό, στὴν κα­τα­φρό­νε­ση,
τὰ χρό­νι­α πέ­ρα­σαν, ἀλ­λοί­μο­νο, χω­ρὶς
καμ­μι­ὰ χα­ρὰ στὸν κό­σμο νἄ­βρη.
Κι' ὅ­ταν τὸν ἔδι­ω­ξε ἡ κο­πέλ­λα ποὺ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε,
ἡ γα­λα­νὴ κο­πέλ­λα μὲ τὰ ὁ­λό­χρυ­σα μαλ­λιά,
ἄ­γρι­α μί­ση­σε τὴ μάν­να του τὴ μαύ­ρη.

Καὶ χτὲς ἐ­φό­ρε­σε τὴν ἄ σ π ρ η φο­ρε­σιά του
καὶ πέ­τα­ξε στὸν ἀ­έ­ρα τὰ μυα­λά του.

Ὀρέστης Λάσκος

(τὸ βρῆκα στὸ «σπουδαστήριο νέου ἑλληνισμοῦ»).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες