Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ



Ἀντώνης Κυριαζῆς –Ρήγας Φεραῖος·
τὸ πρῶτο χάθηκε κι ἔζησε τ’ ἄλλο.
Μὲ τοῦτο τ’ ὄνομα γαμπρὸς μοιραῖος
τῆς Λευτεριᾶς ξεκίνησες τὸ μπάλο.
Τοῦ Βελεστίνου ἀφήνεις τὰ σοκάκια
καὶ φτάνεις Βουκουρέστι μ’ ἕνα ζάλο.
Ἀλάργα ἀπὸ τὰ τούρκικα γεράκια,
μὲ τὸ ἀλατόμητον ἀπόθεμά σου
ἐπαναστατικὰ γράφεις στιχάκια
μ’ ἔνταση ζώντας τὴν ἀποκοτιά σου.
Ἡ γλώσσα σου τὸ πράγμα χεροπιάνει
σὰν ζωντανὸς ὀργανισμός. Βαθιά σου
σπιθίζει ἡ πίστη καὶ σκορπᾶ τὴν πλάνη
ὅσων ξοδεύονται στὶς ρητορίες
πὼς ἡ τσαρίνα τάχα καταφτάνει
νὰ ξεσκλαβώσει τάχα τοὺς Ρωμιούς. Γελοῖες
εἰδήσεις σὰν κι αὐτή, σ’ἐξαγριώνουν:
«Ἀδέρφια, περισσέψαν πιὰ οἱ χρεῖες·
τὴ δύναμή τους ὅσοι ξεσπαθώνουν,
προσεχτικά ἄς μετροῦν. Ποτὲς οἱ ξένοι
τὰ ὅπλα ἤ τὴ φωνή τους δὲν ὀρθώνουν
γιὰ νὰ χαροῦμ’ἔμεῖς λευτερωμένοι
δίχως τὸ δάχτυλό μας νὰ σαλέψει.
Μ’αἷμα  καὶ δάκρυ ἀκριβοπληρωμένη
ἡ Λευτεριά μας θἄρθει. Ὅποιος χορέψει
στοῦ ἀγώνα τὸ χορὸ μακαρισμένος!
Ἀλλιῶς στὴ φρονιμάδα του να ρέψει
καὶ νὰ τὸν πεῖ κιοτὴ ὅλο τὸ Γένος».
Τοῦ Μουσταφὰ τὸ σβέρκο εἶχε τσακίσει
τοῦ φοβεροῦ ὑβριστή σου, ἐξοργισμένος,
ταΐζοντας φωτιὲς ἀπ’ ἄγρια μίση
κι ἔτσι κλαρίτης βρέθηκες στοῦ Ζήρα
τὸν νταϊφὰ μ’ ὡριμασμένη κρίση.
Ὅμως γιὰ πιὸ ψηλὰ σ’ εἶχεν ἡ μοίρα.
Στὸ νοῦ δὲ θυσιάζεις τὴν καρδιά σου
(οὔτε ἀποκρύβει ἡ σάλπιγγα τὴ λύρα –
ἡ κάθε μια τους ξέχωρη χαρά σου),
κι οὔτε ὑποτάζεις στὴν καρδιὰ τὸ νοῦ σου.
Σφραγίδες, νοῦς-καρδιά, τῆς δωρεᾶς σου,
τὸ δρόμο ποὺ σφραγίζουν τοῦ λαοῦ σου.
Ἡ λυγερή σου φλόγα κι ἡ σβελτάδα
στὸ θόλο ζωγραφίζουν τοῦ ναοῦ σου
τοῦ ἀχειροποίητου, μιὰ νέα Ἑλλάδα.
Κι ὅλο κουνᾶς τὶς πέτρες ποὺ μαλλιάσαν
μὲς στὴ θανατερή τους σιγουράδα.
«Ξεβολευτεῖτε οἱ Ἕλληνες καὶ φτάσαν
τοῦ μυστικοῦ μας ἀρραβώνα οἱ ὧρες
μὲς στὴ σκλαβιά μας ποὺ κρυφωριμάσαν
καὶ στὶς δαρτὲς ποὺ μᾶς ρημάξαν μπόρες.
Ἀρχὲς οὐρανιοῦχες τὸ προστάζουν
καθὼς τὸ πρόσταξαν καὶ σ’ἄλλες χῶρες
ποὺ τώρα ἐλεύθερες λαμπρογιορτάζουν!»
Τὸ χαλινάρι τῆς σκλαβιᾶς δαγκώνεις
κι αἵματα τὰ δυὸ χείλη σου λεκιάζουν.
Καὶ τὶς νυχτιὲς μονάχος καταστρώνεις
(γραμματικὸς στὴ Βλαχομπογδανία
τοῦ πρίγκηπα Ὑψηλάντη) κι ὅλο ἁπλώνεις
τὸ σχέδιό σου, ζώντας μ’ ἀγωνία
τὸν πυρετό σου κι ἔνταση μεγάλη
γιὰ μιὰν Βαλκανικὴν Ὁμοσπονδία
ποὺ ὁ γενικὸς ξεσηκωμὸς θὰ βγάλει.
Τὸ ἀντερί σου τὸ μενεξεδένιο
στοῦ Δούναβη ἀνεμίζει τὸ κανάλι
μαζί μὲ τ’ ὄνειρό σου τ’ ἀσημένιο.
Τοῦ ἐνθουσιασμοῦ κερνᾶς τὸν οἶνο
μοιράζοντας τὸν ἄρτο τὸν σταρένιο
στοὺς Μυστικούς σου Δείπνους δίχως θρῆνο.
Τὴν Κραϊόβα τὴν γαληνεμένη
ἀλλάζεις πιὰ μὲ τὸν γαλάζιο κρίνο,
τὴν ὀνειροπλεχτή σου τὴ Βιέννη.
Ἐκεῖ  Σέρβοι, Κροάτες καὶ Βουλγάροι,
Βλάχοι, Ἀρβανίτες καὶ Ρωμιοὶ δεμένοι
μὲ τὸν κοινὸ καημὸ ποιὸς νὰ τοὺς πάρει
τὸ βάρος ποὺ συντρίβει τὴν ψυχή τους.
«Στοὺς ἑαυτούς σας να ‘χετε τὰ θάρρη!»
Κι ἀπόκριση σοῦ δίνει Ἡ ἰαχή τους
στὴ Γκρίχεν Μπάιζελ τῆς Γκρίχενγκράσε,
καθὼς σοῦ δείχνουν τὸ κρυφὸ σπαθί τους.
Μικρὴ ἡ ταβέρνα, Ρήγα, δὲ χωρά σε.
Μιλοῦν οἱ φιμωμένοι καὶ σιωπώντας!
«Γιέ μου τὴ Λευτεριὰ ξάμωσε φτάσε»,
σοῦ εἶχε πεῖ ὁ Πατροκοσμᾶς κοιτώντας
στὸ ἀστραφτερό σου βλέμμα τὸ γραφτό σου.
Κάθε ραγιὰ σιμώνεις τραγουδώντας
δίνοντας τὸν ἀτόφιον ἑαυτό σου.
Βουνίσιο ἡ ὁμιλία σου ποτάμι
καὶ τὶς ψυχὲς τὸ πνεῦμα τὸ ζεστό σου
τὶς ξεμαργώνει ἀγγέλους νὰ τὶς κάμει
καὶ Ταξιάρχες τοῦ μεγάλου Ἀγώνα,
ποὺ μὲς στὸ ἴδιο του μαῦρο θολάμι
τὸ τέρας θὰ ἐξοντώσουνε τοῦ αἰώνα.
«Πύριον κόνιν» τῆς ζητοῦν  «καὶ σφαίρας»·
μὰ ποὺ νὰ τοὺς ἀκούσει στὴ Χερσώνα
ἐρωτικὸς ποὺ τὴ μεθάει ἀγέρας,
ἡ συμφεροντολόγα Αἰκατερίνα.
Ὀνείρατα τῆς νύχτας καὶ τῆς μέρας
φλόγες τῶν πόθων καῖνε τήν τσαρίνα.
«ἡ Ἀθηνᾶ τῆς Ἄρκτου» πιὰ κωφεύει
ντυμένη ὀνειρεμένα κρινολίνα,
κι ὁ δόλος «τῆς ἀννάσης» θριαμβεύει
ἀφήνοντας παντέρμο τὸν Κατσώνη.
«Ἰμπερατόρων ὄχι κι ἄλλη χλεύη
ἤ μεσιτεία», κράζεις, «μᾶς ὑπνώνει.
Ρεπούμπλικα – Φραντσέζα –Ξανθὸν Γένος
δὲ συμπονοῦν τὸ σκλάβο. Καταμόνοι
καὶ μὲ προγονικὸ θὰ μποῦμε σθένος
στῆς ἐπανάστασής μας τὸ καμίνι.
Στοὺς Ἕλληνες θ’ ἀνήκει ὁ δίκαιος αἶνος
σωθοῦν ἤ ἁρπαχτοῦνε ἀπὸ τὴ δίνη
ἔχοντας στὴν καρδιά τους τὴν Πατρίδα!»
Καὶ Ἰσότη, Ἐλευθερία, Ἀδελφοσύνη,
ντυμένες τὴν αἱμάτινη χλαμύδα
πάντα νὰ λάμπουν στῆς θυσίας τὸ ἁλώνι
σωσμένες ἀπ’ τοῦ Τούρκου τὴν ἀκρίδα
ποὺ βρωμερὸν ὁλοῦθε πόδι ἁπλώνει.
Τοπίο ξερακιανὸ ποὺ δὲ δαμάζεις
τοὺς συναγωνιστές σου φανερώνει.
Καί, Δόξα, ἐσὺ τὰ ὀνόματα διαβάζεις
στὴ Ράχη τῶν Ψαρῶν καὶ στὰ Οὐράνια:
Ἀργέντης, Κορωνιός (μὴν κατεβάζεις
τὸν τόνο), Ἐμμανουὴλ (πλέξε στεφάνια
γιὰ δυό:τὸν Παναγιώτη καὶ Ἰωάννη),
Τουρούντζιας (κατακκόκινα γεράνια)
καὶ Καρατζὰς καὶ Νικολίδης! Φτάνει
ἡ φοβερὴ κραυγὴ τόσων Μαρτύρων,
ποὺ ἡ εὐλογία τους νὰ μᾶς μυράνει
στοὺς οὐρανοὺς τῆς γῆς καὶ τῶν ἀπείρων.
Εἰκοσιτρεῖς τοῦ  Ἰούνη,  Βελιγράδι
πίσω ἀπὸ μαῦρα κρέπια παραθύρων
ὀχτὼ στραγγαλισμένοι μὲς στὸ βράδυ.
Στοῦ Θούριου τὸ ρυθμὸ χτυπᾶ ἡ καρδιά μας
κι ἀγγίζοντας τὴ Χάρτα σου ἕνα χάδι
περνάει τὴν ὕπαρξή μας καὶ ἡ θωριά μας
ἀπὸ κρυφὸ ζωογονεῖται ἀγέρα.
Τὸ δέντρο μας ἠχεῖ καὶ τὰ κλαδιά μας
κι  ἀπ’ τὴν Εὐρώπη ἀκούγεται πιὸ πέρα.
Στὸ χρυσωμένο βάθος μιᾶς εἰκόνας
σὲ βλέπω ν’ ἀνεβαίνεις στὸν αἰθέρα,
Ρήγα, φωτιὰ οὐράνιας ἀνεμώνας
καὶ λάδανο εὐωδιάζουν τὰ φτερά σου
τ’ ἀγγελικὰ ποὺ ἀγλάισε ὁ κυκλώνας
ἁγιάζοντας τὴ λυρικὴ ὀμορφιά σου.
Τῆς ἀστραπῆς σου ἡ λάμψη θολωμένη
καὶ μέσα μας κατάκατσε ἡ φωτιά σου.
Ἄπορη κάποια φράση ἐπιμένει
τὸ ἀπερινόητο νὰ περιγράψει
στὴν ἐποχή μας τὴ σακατεμένη.
Τὴ δάδα σου ποιὸς θὰ τὴν ξανανάψει;
Θερίσαμε τὸ σπόρο ποὺ εἶχες τάξει
νὰ σπείρεις, στὸν ὀχτρὸ κάνοντας θράψη.
Σὲ στοχασμὸν ἀνάμεσα καὶ πράξη
δίχως φτερὰ βαδίζουμε στοὺς ὤμους.
Ρήγα, τοὺς Ἕλληνες ποιὸς θα διδάξει
ποὺ χάθηκαν,  στῆς Χάρτας σου τοὺς δρόμους;

Θανάσης Παπαθανασόπουλος, Τερτσίνες γιὰ τὸν νέο ἑλληνισμό.


ζάλος:     πήδημα
χρεῖες:    ἀνάγκες
Μουσταφᾶ: Τοῦρκος τοῦ Βελεστίνου ποὺ κατάτρεχε τὸν νεαρὸ Ρήγα
νταϊφάς: ὁμάδα κλεφτῶν τοῦ  Θεσσαλοῦ ὁπλαρχηγοῦ Ζήρα
ἀντερί: εἶδος ράσου γιὰ πολίτες
Κραϊόβα: ἡ γνωστὴ πόλη
Γκρίχεν Μπάϊζελ τῆς Γκρίχενγκάσε: ταβέρνα τῶν Ἑλλήνων στὴν ὀδὸ τῶν Ἑλλήνων στὴ Βιέννη
Θολάμι: ὑπόγεια σπηλιὰ
πύριος κόνις: μπαρούτι
Αἰκατερίνα: ἡ Μεγάλη Αἰκατερίνη τῆς Ρωσίας
Ἀργέντης κλπ.: οἱ συμμάρτυρες τοῦ Ρήγα
Κάνοντας θράψη: καταστρέφοντας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες