Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Τε­λευ­ταῖ­ος Σταθ­μός



Λί­γες οἱ νύ­χτες μὲ φεγ­γά­ρι ποὺ μ᾿ ἀ­ρέ­σαν.
Τ᾿ ἀλ­φα­βη­τά­ρι τῶν ἄ­στρων ποὺ συλ­λα­βί­ζεις
ὅ­πως τὸ φέ­ρει ὁ κό­πος τῆς τε­λει­ω­μέ­νης μέ­ρας
καὶ βγά­ζεις ἄλ­λα νο­ή­μα­τα κι ἄλ­λες ἐλ­πί­δες,
πιὸ κα­θα­ρὰ μπο­ρεῖς νὰ τὸ δι­α­βά­σεις.
Τώ­ρα ποὺ κά­θο­μαι ἄ­νερ­γος καὶ λο­γα­ριά­ζω
λί­γα φεγ­γά­ρια ἀ­πό­μει­ναν στὴ μνή­μη-
νη­σιά, χρῶ­μα Θλιμ­μέ­νης Πα­να­γί­ας, ἀρ­γὰ στὴ χά­ση
ἢ φεγ­γα­ρό­φω­τα σὲ πο­λι­τεῖ­ες τοῦ βο­ριὰ ρί­χνον­τας κά­πο­τε
σὲ τα­ραγ­μέ­νους δρό­μους πο­τα­μοὺς καὶ μέ­λη ἀν­θρώ­πων
βα­ριὰ μί­α νάρ­κη.
Κι ὅ­μως χτὲς βρά­δυ ἐ­δῶ, σὲ τού­τη τὴ στερ­νή μας σκά­λα
ὅ­που προ­σμέ­νου­με τὴν ὥ­ρα τῆ­ς  ἐ­πι­στρο­φῆς μας νὰ χα-
 ­   ρά­ξει
σὰν ἕ­να χρέ­ος πα­λιό, μο­νέ­δα ποὺ ἔ­μει­νε γιὰ χρό­νια
στὴν κά­σα ἑ­νὸς φι­λάρ­γυ­ρου, καὶ τέ­λος
ἦρ­θε ἡ στιγ­μὴ τῆ­ς  πλε­ρω­μῆς κι ἀ­κού­γον­ται
νο­μί­σμα­τα νὰ πέ­φτουν πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι-
σὲ τοῦ­το τὸ τυρ­ρη­νι­κὸ χω­ριό, πί­σω ἀ­πὸ τὴ Θά­λασ­σα τοῦ
 ­   Σα­λέρ­νο
πί­σω ἀ­πὸ τὰ λι­μά­νια τοῦ γυ­ρι­σμοῦ, στὴ­ν  ἄ­κρη
μιᾶς φθι­νο­πω­ρι­νῆς μπό­ρας, τὸ φεγ­γά­ρι
ξε­πέ­ρα­σε τὰ σύν­νε­φα, καὶ γί­ναν
τὰ σπί­τια στὴν ἀν­τί­πε­ρα πλα­γιὰ ἀ­πὸ σμάλ­το.
Σι­ω­πὲς ἀ­γα­πη­μέ­νες τῆ­ς  σε­λή­νης.
Εἶ­ναι κι αὐ­τὸς ἕ­νας εἱρ­μὸς τῆς σκέ­ψης, ἕ­νας τρό­πος
ν᾿ ἀρ­χί­σεις νὰ μι­λᾶς γιὰ πράγ­μα­τα ποὺ ὁ­μο­λο­γεῖς
δύ­σκο­λα, σὲ ὧ­ρες ὅ­που δὲ βα­στᾶς, σὲ φί­λο
ποὺ ξέ­φυ­γε κρυ­φὰ καὶ φέρ­νει
μαν­τά­τα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι κι ἀ­πὸ τοὺς συν­τρό­φους,
καὶ βι­ά­ζε­σαι ν᾿ ἀ­νοί­ξεις τὴ καρ­διά σου
μὴ σὲ προ­λά­βει ἡ ξε­νι­τιὰ καὶ τὸν ἀλ­λά­ξει.
Ἐρ­χό­μα­στε ἀπ᾿ τὴν Ἀ­ρα­πιά, τὴν Αἴ­γυ­πτο τὴν Πα­λαι­στί­νη
   τὴ Συ­ρί­α
τὸ κρα­τί­διο
τῆς Κομ­μα­γη­νῆς πού ῾σβη­σε σὰν τὸ μι­κρὸ λυ­χνά­ρι
πολ­λὲς φο­ρὲς γυ­ρί­ζει στὸ μυα­λό μας,
καὶ πο­λι­τεῖ­ες με­γά­λες ποὺ ἔ­ζη­σαν χι­λιά­δες χρό­νια
κι ἔ­πει­τα ἀ­πό­μει­ναν τό­πος βο­σκῆς γιὰ τὶς γκα­μοῦ­ζες
χω­ρά­φια γιὰ ζα­χα­ρο­κά­λα­μα καὶ κα­λαμ­πό­κια.
Ἐρ­χό­μα­στε ἀπ᾿ τὴν ἄμ­μο τῆ­ς  ἔ­ρη­μος ἀπ᾿ τὶς Θά­λασ­σες τοῦ
 ­   Πρω­τέ­α,
ψυ­χὲς μα­ραγ­κι­α­σμέ­νες ἀ­πὸ δη­μό­σι­ες ἁ­μαρ­τί­ες,
κα­θέ­νας κι ἕ­να ἀ­ξί­ω­μα σὰν τὸ που­λὶ μὲς στὸ κλου­βί του.
Τὸ βρο­χε­ρὸ φθι­νό­πω­ρο σ᾿ αὐ­τὴ τὴ γού­βα
κα­κο­φορ­μί­ζει τὴν πλη­γὴ τοῦ κα­θε­νός μας
ἢ αὐ­τὸ ποὺ θἄ ῾λε­γες ἀλ­λι­ῶς, νέ­με­ση μοί­ρα
ἢ μο­να­χὰ κα­κὲς συ­νή­θει­ες, δό­λο καὶ ἀ­πά­τη,
ἢ ἀ­κό­μη ἰ­δι­ο­τέ­λεια νὰ καρ­πω­θεῖς τὸ αἷ­μα τῶν ἄλ­λων.
Εὔ­κο­λα τρί­βε­ται ὁ ἄν­θρω­πος μὲς στοὺς πο­λέ­μους-
ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μα­λα­κός, ἕ­να δε­μά­τι χόρ­το-
χεί­λια καὶ δά­χτυ­λα ποὺ λα­χτα­ροῦν ἕ­να ἄ­σπρο στῆ­θος
μά­τια ποὺ μι­σο­κλεί­νουν στὸ λαμ­πύ­ρι­σμα τῆς μέ­ρας
καὶ πό­δια ποὺ θὰ τρέ­χα­νε, κι ἂς εἶ­ναι τό­σο κου­ρα­σμέ­να,
στὸ πα­ρα­μι­κρὸ σφύ­ριγ­μα τοῦ κέρ­δους.
Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μα­λα­κὸς καὶ δι­ψα­σμέ­νος σὰν τὸ χόρ­το,
ἄ­πλη­στος σὰν τὸ χόρ­το, ρί­ζες τὰ νεῦ­ρα του κι ἀ­πλώ­νουν-
σὰν ἔρ­θει ὁ Θέ­ρος
προ­τι­μᾶ νὰ σφυ­ρί­ξουν τὰ δρε­πά­νια στ᾿ ἄλ­λο χω­ρά­φι-
σὰν ἔρ­θει ὁ Θέ­ρος
ἄλ­λοι φω­νά­ζου­νε γιὰ νὰ ξορ­κί­σουν τὸ δαι­μο­νι­κὸ
ἄλ­λοι μπερ­δεύ­ουν­ται μὲς στ᾿ ἀ­γα­θά τους,  ἄλ­λοι  ρη­το-
 ­   ρεύ­ουν.
Ἀλ­λὰ τὰ ξόρ­κια τ᾿ ἀ­γα­θὰ τὶς ρη­το­ρεῖ­ες,
σὰν εἶ­ναι οἱ ζων­τα­νοὶ μα­κριά, τί θὰ τὰ κά­νεις;
Μή­πως ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἄλ­λο πράγ­μα;
Μὴν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ με­τα­δί­νει τὴ ζω­ή;
Και­ρὸς τοῦ σπεί­ρειν, και­ρὸς τοῦ θε­ρί­ζειν.
Πά­λι τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια, θὰ μοῦ πεῖς, φί­λε.
Ὅ­μως τὴ σκέ­ψη τοῦ πρό­σφυ­γα τὴ σκέ­ψη τοῦ αἰχ­μά­λω­του
   τὴ σκέ­ψη
τοῦ ἀν­θρώ­που σὰν κα­τάν­τη­σε κι αὐ­τὸς πρα­μά­τεια
δο­κί­μα­σε νὰ τὴν ἀλ­λά­ξεις, δὲν μπο­ρεῖς.
Ἴ­σως καὶ νἄ ῾θε­λε νὰ μεί­νει βα­σι­λιὰς ἀν­θρω­πο­φά­γων
ξο­δεύ­ον­τας δυ­νά­μεις ποὺ κα­νεὶς δὲν ἀ­γο­ρά­ζει,
νὰ σερ­για­νᾶ μέ­σα σὲ κάμ­πους ἀ­γα­πάν­θων
ν᾿ ἀ­κού­ει τὰ τουμ­πε­λέ­κια κά­τω ἀπ᾿ τὸ δέν­τρο τοῦ μπαμ­ποῦ,
κα­θὼς χο­ρεύ­ουν οἱ αὐ­λι­κοί με τε­ρα­τώ­δεις προ­σω­πί­δες.
Ὅ­μως ὁ τό­πος ποὺ τὸ­ν  πε­λε­κοῦν καὶ ποὺ τοῦ καῖ­νε σὰν
 ­   τὸ πεῦ­κο, καὶ τὸ­ν  βλέ­πεις
εἴ­τε στὸ σκο­τει­νὸ βα­γό­νι, χω­ρὶς νε­ρό, σπα­σμέ­να τζά­μια,
   νύ­χτες καὶ νύ­χτες
εἴ­τε στὸ πυ­ρω­μέ­νο πλοῖ­ο ποὺ θὰ βου­λιά­ξει κα­θὼς τὸ δεί-
 ­   χνουν οἱ στα­τι­στι­κές,
ἐ­τοῦ­τα ρί­ζω­σαν μὲς στὸ μυα­λὸ καὶ δὲν ἀλ­λά­ζουν
ἐ­τοῦ­τα φύ­τε­ψαν εἰ­κό­νες ἴ­δι­ες με τὰ δέν­τρα ἐ­κεῖ­να
ποὺ ρί­χνουν τὰ κλω­νά­ρια τους μὲς στὰ παρ­θέ­να δά­ση
κι αὐ­τὰ καρ­φώ­νουν­ται στὸ χῶ­μα καὶ ξα­να­φυ­τρώ­νουν-
ρί­χνουν κλω­νά­ρια καὶ ξα­να­φυ­τρώ­νουν δρα­σκε­λόν­τας
λεῦ­γες καὶ λεῦ­γες-
ἕ­να παρ­θέ­νο δά­σος σκο­τω­μέ­νων φί­λων τὸ μυα­λό μας.
Κι ἂ σου μι­λῶ μὲ πα­ρα­μύ­θια καὶ πα­ρα­βο­λὲς
εἶ­ναι για­τὶ τ᾿ ἀ­κοῦς γλυ­κό­τε­ρα, κι ἡ φρί­κη
δὲν κου­βεν­τι­ά­ζε­ται για­τὶ εἶ­ναι ζων­τα­νὴ
για­τὶ εἶ­ναι ἀ­μί­λη­τη καὶ προ­χω­ρά­ει-
στά­ζει τὴ μέ­ρα, στά­ζει στὸν ὕ­πνο
μνη­σι­πή­μων πό­νος.
Νὰ μι­λή­σω γιὰ ἥ­ρω­ες νὰ μι­λή­σω γιὰ ἥ­ρω­ες: ὁ Μι­χά­λης
ποὺ ἔ­φυ­γε μ᾿ ἀ­νοι­χτὲς πλη­γὲς ἀπ᾿ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο
ἴ­σως μι­λοῦ­σε γιὰ ἥ­ρω­ες ὅ­ταν, τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη
ποὺ ἔ­σερ­νε τὸ πο­δά­ρι του μὲς στὴ συ­σκο­τι­σμέ­νη πο­λι­τεί­α,
οὔρ­λια­ζε ψη­λα­φών­τας τὸ­ν  πό­νο μας- «Στὰ σκο­τει­νὰ
πη­γαί­νου­με, στὰ σκο­τει­νὰ προ­χω­ροῦ­με.­.­.»
Οἱ ἥ­ρω­ες προ­χω­ροῦν στὰ σκο­τει­νά.
Λί­γες οἱ νύ­χτες μὲ φεγ­γά­ρι ποὺ μ᾿ ἀ­ρέ­σουν.


Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες