Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Μέλος καὶ ὄρχησις στὸ ἀρχαῖο δρᾶμα



Ὁ Νίτσε,  μ’ὅλες τὶς ὑπερβολές του, θεμελίωσε ὀρθὰ τὴ θεωρία ὅτι τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δρᾶμα κατάγεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς μουσικῆς. Αὐτὸ δὲν πρέπει πάντα νὰ συνδέεται μὲ τὸ πιθανὸ γεγονὸς τῆς καταγωγῆς τῆς τραγωδίας ἀπὸ τὸ Διθύραμβο, ἀλλὰ ὅτι ἡ τραγικὴ διάσταση ἔχει νὰ κάνῃ μὲ τὴ μουσικὴ φύση τοῦ κόσμου. Θέλω δηλαδὴ νὰ πῶ ὅτι τὸ τραγικὸ πάθος ἀμετουσίωτο εἶναι κτηνῶδες καὶ ἀφόρητο· μόνο ἐνταγμένο μέσα στοὺς νόμους τῆς μουσικῆς γίνεται αἰσθητικὸ γεγονός, παρηγορητικὸ καὶ ὑποφερτό.
Πράγματι οἱ μεγάλοι τραγικοὶ  ποὺ ἦταν, ἐκτὸς ἀπὸ ποιητές, μουσικοὶ καὶ συχνὰ ἠθοποιοί, στὰ χορικὰ μέρη τῶν τραγωδιῶν ποὺ παρενεβάλλοντο μεταξὺ τῶν ἐπεισοδίων, κατέφευγαν συχνὰ στὸ μυθικὸ ὑλικὸ γιὰ νὰ ἐντάξουν  καὶ νὰ ἑρμηνεύσουν τὰ τραγικὰ πάθη. Στὶς παρόδους, στὰ ἐξόδια ἄσματα  καὶ στὰ στάσιμα ὁ  χορὸς ἄδει καὶ ὀρχεῖται, δηλαδὴ τὸ ποιητικὸ κείμενο, οἱ λέξεις, ὑπόκεινται  στὴν ἐμμέλεια.  Μ’αὐτὸν τὸν τρόπο τὰ μεγάλα πάθη χωνεύονται μέσα στὸ μέλος, ἀφομοιώνονται μὲ τὸν ρυθμὸ καὶ μετριάζονται μὲ τὸ μέτρο, ὥστε νὰ γίνουν  ἀνεκτὰ καὶ αἰσθητικῶς  νόμιμα.
Δυστυχῶς ἡ ἀρχαία θεατρικὴ μουσικὴ χάθηκε ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μικρὸ ἀπόσπασμα τοῦ «Ὀρέστη»  τοῦ Εὐρυπίδη ποὺ βρέθηκε στοὺς Δελφούς.
Ὅσοι ὅμως μποροῦν νὰ διαβάσουν τὰ ἀρχαῖα ποιητικὰ κείμενα, μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν ἀπὸ τὰ μέτρα κυρίως, τὴν ποικιλία τῶν ρυθμῶν καὶ νὰ ὑποπτευθοῦν τοὺς κυματισμοὺς τῶν ψυχικῶν παθῶν, ποὺ αὐτὰ τὰ μέτρα ἀντικατοπτρίζουν.
Τὰ μουσικὰ μέρη τῶν χορικῶν ἔργο ὅπως εἴπαμε τῶν ποιητῶν, δὲν περιορίζονταν μόνο στὸ φωνητικὸ μέλος ἀλλὰ ὑποχρέωναν τὸ σῶμα σὲ ἐμμελῆ κίνηση. Ἐξ οὗ καὶ  σήμερα στὴν Ἑλλάδα, ταυτίζουμε ἐννοιολογικὰ τὸ ἆσμα  μὲ τὴν ὄρχηση καὶ λέμε τὴν  ὄρχηση χορὸ, ἐνῶ στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ  ὁ χορὸς ἦταν συνώνυμο, κυρίως τοῦ ὀμαδικοῦ ἄσματος.
Ἄς μὴν ξεχνᾶμε πάντως ὅτι ἡ νεοελληνικὴ λέξη γιὰ τὸ ἆσμα εἶναι τραγούδι,  σαφῶς ἀπὸ τὴν «τραγωδία» ἡ καταγωγή. Τὰ Χορικὰ μετὰ τὴν κατάρρευση τῆς δημοκρατίας  στὴν Ἀθήνα συρρικνώθηκαν καὶ στὸ τέλος ὅταν δὲν ἐξαφανίστηκαν,  οἱ τραγωδίες ἔγιναν μόνο ἀναγνωστικὲς ἄρα μόνο κείμενο, χωρὶς μέλος καὶ ὄρχηση.
Ὅταν τὸ ἀρχαῖο δρᾶμα μετὰ ἀπὸ ἔλλειψη πολλῶν αἰώνων, ἀναβιώνει στὴν Ἀναγέννηση, συμβαίνει τὸ ἐξῆς καταπληκτικό: Ἐνῶ ἡ Ἀναγέννηση «διασπᾶ» τὴν ἐνότητα τοῦ ἀρχαίου ποιητικοῦ μοντέλου, νοσταλγεῖ ταυτόχρονα καὶ τὴν ἰσορροπία τῆς συνοχῆς τῶν ποιητικῶν μερῶν. Πράγματι ἡ Ἀναγέννηση διαμέλισε τὸ δρᾶμα σὲ ποιητικὸ κείμενο αὐτόνομο, ὄρχηση, μιμική, μέλος καὶ ἐνόργανη μουσικὴ χωρὶς κείμενο.  Ἀπ’τὴν ἄλλη νοσταλγώντας τὴν ἐνότητα ἐφηῦρε τὴν ὄπερα ὅπου προσπάθησε νὰ συνδυάσει ξανὰ τὴ λέξη μὲ τὸ μέλος, τὴν ὄρχηση μὲ τὴν εἰκαστικὴ ἔκφραση. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ποὺ ἀποκόπηκε ἀπὸ τὴν εὐρωπαϊκὴ παράδοση διέσωσε τὴ Χορικὴ μουσικὴ καὶ στὴ λειτουργία καὶ στὶς λαϊκὲς πανηγύρεις.
Στὴν ἀρχὴ οἱ χοροὶ τῶν ψαλτῶν ἔψαλλαν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ. Ὅταν ἡ ἐνόργανη μουσικὴ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸ ναὸ παρέμεινε ἡ ποίηση καὶ τὸ μέλος. Τὰ ὄργανα ὅμως μπῆκαν στὶς λαϊκὲς τελετὲς καὶ ἔφτασαν ὡς ἐμᾶς ὡς κομπανίες ποὺ συνοδεύουν τὸ ἆσμα καὶ τὸ χορό.
Ὅταν ἀπ’τὶς ἀρχὲς τοῦ αἰώνα μας στὴν Ἑλλάδα ξεκίνησε μιὰ γιγαντιαία ἐποποιϊα  ἀναβίωσης τοῦ ἀρχαίου δράματος ἀπὸ μετάφραση, σημαντικοὶ Ἕλληνες συνθέτες,  χωρὶς βέβαια τίποτε τὸ θετικὸ καὶ σημαντικὸ στὴ διάθεσή τους (παρόλες τὶς περισπούδαστες  ἔρευνες τοῦ Θρασύβουλου Γεωργιάδη στὴ Γερμανία γιὰ τὴν ἀρχαία μουσική) προσπάθησαν νὰ βροῦν τὸ ὕφος καὶ τὸ ἦθος μιᾶς σκηνικῆς μουσικῆς ἀνάλογης μὲ τὴ μεγάλη χορικὴ ποίηση τῶν τραγικῶν.
Στὴν ἀρχὴ τοῦ αἰώνα καὶ ὡς τὸ 1960  περίπου οἱ μουσουργοὶ μας, μιμοῦνταν τὰ εὐρωπαϊκὰ πρότυπα, τὸν Μπετόβεν, τὸν Μέντελσον, τὸν Βάγκνερ ἤ τὸν  Ριχάρδο Στράους μέχρι καὶ τὸν Στραβίνσκι καὶ τὸν Χόννεγκερ. Ἔτσι σπουδαῖοι Ἕλληνες συνθέτες ὅπως ὁ Δημ. Μητρόπουλος, ὁ Εὐαγγελάτος, ὁ Βάρβογλης, ὁ Ριάδης, ὁ Καζάσογλου, ὁ Παλλάντιος, ὁ Δραγατάκης ἔγραψαν συμφωνικὰ ποιήματα μὲ δυτικίζουσες ἐνορχηστρώσεις.
Ἀπὸ τὸ 1957 ὁ Μάνος Χατζηδάκις μὲ τὴν «Μήδειά» του, τὴν «Λυσιστράτη» του, καὶ ὁ Μίκης Θεοδωράκης ἀπὸ τὸ 1961 μὲ τὶς «Φοίνισσές» του, ἔστρεψαν τὴ μελωδία πρὸς τὰ βυζαντινὰ καὶ λαϊκότροπα μοτίβα καὶ λιτότερες ἐνορχηστρώσεις.
Πρέπει ἐδῶ νὰ ποῦμε πώς τὸ 1927 στὶς Δελφικὲς γιορτὲς τῶν Σικελιανῶν ὁ Κων/νος Ψάχος εἶχε πρῶτος χρησιμοποιήσει βυζαντινὲς κλίμακες, ἀλλὰ ἡ προσπάθειά του δὲν εἶχε συνέχεια. Σήμερα πιὰ ὅλοι οἱ σημαντικοὶ Ἕλληνες συνθέτες ἔχουν βάλει ἕνα λιθαράκι στὴν τραγικὴ ὀρχήστρα.
Ἀπὸ τὸν ἰδιοφυῆ Γιάννη Χρήστου, ἕως τὸν προχωρημένο Γιάννη Ξενάκη, ὁ Ἀντωνίου, ὁ Κουρουπὸς, ὁ Γαζουλέας, ὁ Ρώτας, ὁ Τερζάκης, ὁ Λεοντής, ὁ Μαρκόπουλος, ὁ Κυπουργός, ὁ Κουμεντάκης. Βεβαίως ὁ Κουνάδης καὶ ὁ Νίκος Μαμαγκάκης, ὁ Τσαγκάρης, ὁ Θάνος Μικρούτσικος, ὁ Δημητρίου. Οὔτε ἀξιολογικός οὔτε ἐξαντλητικὸς εἶναι ὁ κατάλογος. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ὑπογείως καὶ μέσα ἀπὸ τὶς σκοτεινὲς διόδους τῆς ἐθνικῆς περιπέτειας ὁ λαός μας καὶ οἱ ἐπώνυμοι μουσικοί του, ξετυλίγουν τὸ κουβάρι τῆς Χορικῆς μουσικῆς ποὺ μᾶς πρόσφερε ὁ Αἰσχύλος καὶ μέσω τοῦ Ρωμανοῦ καὶ τῶν λαϊκῶν μας παραδόσεων (μοιρολόγια, γάμοι, πανηγύρεις) ἔφτασαν ξανὰ στὶς νεώτερες ἀπόπειρες ἑρμηνείας στὰ ἀρχαῖα μας θέατρα.

Κώστας Γεωργουσόπουλος
 (ἀπὸ τὴν ἔκδοση:  «Λάκης Χαλκιᾶς 2500 χρόνια ἑλληνικῆς μουσικῆς» Ἀθήνα 1999)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες