Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΧΑΡΩΝΟΣ ΚΑΙ ΕΡΜΟΥ


Νεκρικοὶ διάλογοι Χάρωνος καὶ Ἑρμοῦ -Λουκιανός (ἀπόσπασμα).
ΧΑΡΩΝ. Ἀκοῦστε πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Ὅπως βλέπετε, τὸ σκάφος μας, εἶναι μικρό, σχεδὸν σάπιο καὶ τρύπιο· ἄν  γείρει πρὸς τὴ μιὰ ἤ τὴν ἄλλη πλευρά, πάει, ἀνατράπηκε. Ἐσεῖς καταφτάνετε ἐδῶ κατὰ στίφη, κουβαλώντας πολλὰ ὁ καθένας. Ἄν λοιπὸν μπεῖτε μαζὶ μ’ ὅλα τοῦτα, φοβᾶμαι μήπως ἔπειτα τὸ μετανιώσετε, ἰδιαίτερα ὅσοι δὲν ξέρετε κολύμπι.
ΕΡΜΗΣ. Τὶ νὰ κάνουμε λοιπὸν γιὰ να ‘χουμε καλὸ ταξίδι;
ΧΑΡΩΝ. Θὰ σᾶς πῶ ἐγώ. Πρέπει νὰ ἀφήσετε ὅλα τὰ περιττὰ στὴν παραλία καὶ νὰ ἐπιβιβαστεῖτε γυμνοί, γιατὶ ἀκόμη κι ἔτσι, μόλις ποὺ σᾶς ἀντέχει τὸ πλοῖο. Ὅσο γιὰ σένα Ἑρμῆ, να ‘χεις τὸ νοῦ σου ἀπὸ δῶ καὶ πέρα νὰ μὴν ἀφήσεις κανένα τους νὰ μπεῖ στὸ πλοῖο ἄν δὲν εἶναι γυμνὸς καὶ δὲν ἔχει πετάξει τὰ πράγματά του ὅπως εἶπα. Στάσου στὴ σκάλα, ξεχώριζέ τους καὶ βάλ’τους μέσα, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς ἀναγκάσεις νὰ γδυθοῦν.
ΕΡΜΗΣ. Καλὰ λές. Ἔτσι θὰ κάνουμε. Ἔ, ποιὸς εἶναι πρῶτος;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ἐγώ, ὁ Μένιππος. Να, τὸ σακκίδιό μου, Ἑρμῆ, καὶ τὸ μπαστούνι μου, τὰ ρίχνω στὴ λίμνη. Τὸ τριμμένο πανωφόρι οὔτε κὰν τὸ ἔφερα καὶ καλὰ ἔκανα.
ΕΡΜΗΣ. Μπὲς μέσα Μένιππε, ἄξιε ἄνθρωπε, καὶ πᾶρε τὴν τιμητικὴ θέση δίπλα στὸν κυβερνήτη, ἐκεῖ ψηλά, γιὰ νὰ τοὺς βλέπεις ὅλους. Τοῦτος ὁ ὡραῖος πάλι, ποιὸς εἶναι;
ΧΑΡΜΟΛΕΩΣ. Εἶμαι ὁ Χαρμόλεως ἀπὸ τὰ Μέγαρα, ὁ ἀξιαγάπητος ποὺ τὸ φιλί μου ἄξιζε δύο τάλαντα.
ΕΡΜΗΣ. Βγάλε λοιπὸν τὴν ὀμορφιά, τὰ χείλη μαζὶ μὲ τὰ φιλιά, τὰ πυκνὰ μαλλιά, τὰ κόκκινα μάγουλα κι ὅλο σου τὸ δέρμα. Ἐντάξει, ξαλάφρωσες, ἐπιβιβάσου τώρα. Ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ἐκεῖ, μὲ τὸ πορφυρὸ ἔνδυμα καὶ τὸ διάδημα, ὁ σκυθρωπός;
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ὁ Λάμπιχος, ὁ τύραννος τῆς Γέλας.
ΕΡΜΗΣ. Γιατὶ λοιπὸν, Λάμπιχε, κουβαλᾶς τόσα μαζί σου;
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Καὶ γιατί; Ἔπρεπε να ῤθω γυμνὸς Ἑρμῆ, τύραννος ἄνθρωπος;
ΕΡΜΗΣ. Τύραννος ὄχι, νεκρὸς ναί. Γι’αὐτὸ βγάλ’τα.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Νά,  πέταξα τὸν  πλοῦτο μου.
ΕΡΜΗΣ. Πέταξε καὶ τὴ ματαιοδοξία Λάμπιχε, μαζὶ μὲ τὴν ὑπεροψία. Θὰ βαρύνει ἡ βάρκα ἄν ἔρθουν κι αὐτὲς μαζί.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ἄσε με τουλάχιστον νὰ κρατήσω τὸ διάδημα καὶ τὸν μανδύα μου.
ΕΡΜΗΣ. Σίγουρα ὄχι. Ἄφησέ τα καὶ τοῦτα.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ἄς εἶναι. Τὶ ἄλλο; Τ’ἄφησα ὅλα ὅπως βλέπεις.
ΕΡΜΗΣ. Μένουν ἀκόμα ἡ ὠμότητα, ἡ παλαβομάρα, ἡ αὐθάδεια καὶ ἡ ὀργή. Πέταξέ τα καὶ τοῦτα.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Νά, εἶμαι γυμνός.
ΕΡΜΗΣ. Τώρα μπές. Κι ἐσὺ ὁ χονντρός, ὁ πολύσαρκος, ποιὸς εἶσαι;
ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Ὁ Δαμασίας ὁ ἀθλητής.
ΕΡΜΗΣ. Ναί, μοιάζεις. Σὲ ξέρω, γιατὶ σὲ εἶδα πολλὲς φορὲς στὶς παλαίστρες.
ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Ναί, Ἑρμῆ. Ἄσε με ὅμως νὰ μπῶ, ἀφοῦ εἶμαι γυμνός.
ΕΡΜΗΣ. Δὲν εἶσαι γυμνὸς φίλε μου, μὲ τόσες σάρκες πάνω σου. Βγάλ’τες λοιπόν, γιατὶ θὰ βουλιάξεις τὸ σκᾶφος, ἄν ἀνεβάσεις ἔστω καὶ τὸ ἕνα σου πόδι. Πέταξε ἐπίσης τὰ στεφάνια τοῦτα καὶ τὶς διακηρύξεις τῆς δύναμής σου.
ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Νά, ὅπως βλέπεις εἶμαι πραγματικὰ γυμνὸς καὶ ἴσος στὸ βάρος μὲ τοὺς ἄλλους νεκρούς.
ΕΡΜΗΣ. Καλύτερα ἔτσι ἀνάλαφρος. Μπὲς λοιπόν. Κι ἐσύ, Κράτωνα, πέταξε τὸν πλοῦτο, τὴ μαλθακότητα, τὴν καλοπέραση καὶ μὴ φέρνεις μέσα τὶς νεκρικὲς προσφορές,  οὔτε τὶς διακρίσεις τῶν προγόνων σου· ἄσε πίσω σου τὴν καταγωγή, φήμη, τὶς δημόσιες διακηρύξεις πρὸς τιμή σου, τὶς ἐπιγραφὲς στοὺς ἀδριάντες, καὶ μὴ λὲς πὼς κατασκεύασαν μεγάλο τάφο πάνω ἀπὸ τὸ σῶμα σου, γιατὶ βαραίνουν κι αὐτὰ ὅταν τὰ θυμᾶσαι.
ΚΡΑΤΩΝ. Δὲν μοῦ ἀρέσει, μὰ τὰ ρίχνω ὅλα. Τὶ ἄλλο μπορῶ νὰ κάνω;
ΕΡΜΗΣ. Πῶ, πῶ! Ἐσὺ ὁ ἁρματωμένος, τὶ θέλεις; Γιατὶ κουβαλᾶς τὸ τρόπαιο τοῦτο;
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ. Ἐπειδὴ νίκησα Ἑρμῆ, διακρίθηκα καὶ ἡ πόλη μὲ τίμησε.
ΕΡΜΗΣ. Ἄσε πάνω στὴ γῆ τὸ τρόπαιο. Στὸν Ἅδη ὑπάρχει εἰρήνη καὶ δὲν θὰ σοῦ χρειαστοῦν τὰ ὅπλα. Τοῦτος πάλι ὁ σεβάσμιος, ἄν κρίνω ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση, καὶ ὑπερήφανος, μὲ τὰ σηκωμένα φρύδια, ὁ περίφροντις, ποιὸς νὰ εἶναι, αὐτὸς μὲ τὴ μακριὰ γενειάδα;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Κάποιος φιλόσοφος Ἑρμῆ, ἤ καλυτερα κάποιος τσαρλατάνος, ποὺ ὅλο κουβεντιάζει γιὰ θαύματα. Γδῦστον λοιπὸν καὶ τοῦτον. Θὰ δεῖς πολλὰ καὶ γελοῖα πράγματα, κρυμμένα κάτω ἀπὸ τὸ πανωφόρι του.
ΕΡΜΗΣ. Βγάλε πρῶτα τὴ στολή, κι ἔπειτα ὅλα τ’ἄλλα.  Δία μου, πόση ἀλαζονεία μεταφέρει, πόση ἀμάθεια, διχόνοια, ματαιοδοξία, ἀναπάντητα ἐρωτήματα, ἀκανθώδη ἐπιχειρήματα, πολύπλοκες ἔννοιες, ἀλλὰ καὶ πάρα πολλὴ ματαιοπονία, οὐκ ὀλίγη ἀνοησία, κούφια λόγια, σχολαστικισμό, μὰ τὸν Δία, καὶ χρυσάφι, ἡδυπάθεια, ἀναισχυντία, ὀργή, τρυφή, καὶ μαλθακότητα! Δὲν μοῦ ξέφυγε τίποτε, ἄν καὶ προσπαθεῖς ἐπιμελῶς νὰ τὰ κρύψεις. Πέταξε καὶ τὸ ψέμα, τὴν περηφάνια καὶ τὴν πεποίθηση πω]ς εἶσαι ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἄν πήγαινες νὰ ἐπιβιβαστεῖς μὲ ὅλα τοῦτα, οὔτε πολεμικὸ πλοῖο μὲ πενήντα κουπιά δὲν θὰ σὲ ἄντεχε.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Τὰ πετῶ λοιπὸν ἀφοῦ ἔτσι μὲ διατάζεις.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ναί, ἀλλὰ πρέπει νὰ βγάλει καὶ τὸ μοῦσι, Ἑρμῆ, ποὺ εἶναι βαρὺ καὶ φουντωτό, ὅπως βλέπεις. Ἔχει τουλάχιστον δυόμισι κιλὰ μαλλί.
ΕΡΜΗΣ. Καλὰ λές. Βγάλ’το καὶ τοῦτο.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Καὶ ποιὸς θὰ μὲ κουρέψει;
ΕΡΜΗΣ. Ὁ Μένιππος ἀπὸ δῶ, θὰ πάρει πέλεκυ ναυπηγοῦ καὶ θὰ τὸ κόψει, χρησιμοποιώντας  τὴν ἀποβάθρα γιὰ κούτσουρο.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ὄχι Ἑρμῆ. Δῶσε μου πριόνι. Θὰ ἔχει περισσότερη πλάκα ἔτσι.
ΕΡΜΗΣ. Κι ὁ πέλεκυς καλὸς εἶναι. Μπράβο. Τώρα ποὺ ἔχασες τὸ τραγίσιο γένι, δείχνεις πιὸ ἀνθρώπινος.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Θέλεις νὰ ἀραιώσω λίγο καὶ τὰ φρύδια του;
ΕΡΜΗΣ. Σίγουρα. Τὰ σηκώνει πάνω ἀπὸ τὸ μέτωπο, λὲς καὶ θέλει νὰ φτάσει κι ἐγὼ δὲν ξέρω ποῦ. Τὶ συμβαίνει; Κλαῖς κάθαρμα καὶ δειλιάζεις μπροστὰ στὸν θάνατο;Μπὲς μέσα λοιπόν.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ἔχει ἀκόμη κάτι πολὺ βαρύ, κάτω ἀπὸ τὴ μασχάλη.
ΕΡΜΗΣ. Τὶ, Μένιππε;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Τὴν κολακεία, Ἑρμῆ, ποὺ τοῦ χρησίμευσε πολὺ στὴ ζωή του.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Πέταξε τότε κι ἐσὺ Μένιππε, τὴν ἐλευθερία, τὴν παρρησία, τὴν εὐθυμία, τὴν ἀνώτερη συμπεριφορά καὶ τὸ γέλιο. Εἶσαι ὁ μόνος ποὺ γελᾶς.
ΕΡΜΗΣ. Ὄχι, κράτησέ τα· Εἶναι ἐλαφριά, μεταφέρονται εὔκολα κι εἶναι χρήσιμα στὸ ταξίδι. Ἐσὺ πάλι, ρήτορα, πέταξε τὴν τόση ἀπεραντολογία, τὶς ἀντιθέσεις, τὶς παρισώσεις, τὶς περιόδους, τοὺς βαρβαρισμοὺς καὶ τὰ ἄλλα ποὺ βαραίνουν τὰ λόγια σου.
ΡΗΤΟΡΑΣ. Ὁρίστε, τὰ πετῶ.
ΕΡΜΗΣ. Ὡραῖα. Λῦσε λοιπὸν τὰ παλαμάρια, ἄς ἀνεβάσουμε τὴ σκάλα, ἄς σηκώσουμε τὴν ἄγκυρα, ἅπλωσε τὸ πανί, κι ἐσύ, Χάροντα, πάρε τὸ τιμόνι. Καλό μας ταξίδι. Γιατὶ θρηνεῖτε, ματαιόδοξοι, ἰδίως ἐσὺ ὁ φιλόσοφος, ποὺ μόλις σοῦ λεηλάτησαν τὸ μοῦσι;
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ἐπειδὴ Ἑρμῆ, νόμιζα πὼς ἡ ψυχὴ μένει ἀθάνατη.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ψέματα λέει. Ἄλλα τὸν στενοχωροῦν.
ΕΡΜΗΣ. Ποιά;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Τὸ ὅτι δὲν θὰ παίρνει πιὰ μέρος σὲ πολυτελῆ δεῖπνα, οὔτε θὰ βγαίνει ἔξω τὴ νύχτα, κρυφὰ ἀπ’ὅλους μὲ τὸ πανωφόρι τυλιγμένο γύρω ἀπὸ τὸ κεφάλι, γιὰ νὰ φέρνει γύρω τὰ πορνεῖα, καὶ τὸ πρωί, νὰ ἐξαπατᾶ τοὺς νέους καὶ νὰ παίρνει χρήματα γιὰ τὴ σοφία του. Αὐτὰ τὸν στενοχωροῦν.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ἐσὺ Μένιππε, δὲν στενοχωριέσαι ποὺ πέθανες;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Πῶς Θὰ μποροῦσα ἀφοῦ ἐπίσπευσα τὸ θάνατό μου, χωρίς νὰ μὲ καλέσει κανεῖς; Τώρα ποὺ μιλᾶμε ὅμως, δὲν ἀκούγεται ἕνας θόρυβος, λὲς καὶ κάποιοι φωνάζουν στὴ γῆ;
ΕΡΜΗΣ. Ναί, Μένιππε, καὶ δὲν ἀκούγεται ἀπὸ ἕνα μέρος. Ἄλλοι ἔχουν συγκεντρωθεῖ στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου καὶ γελοῦν, εὐχαριστημένοι ὅλοι μὲ τὸ θάνατο τοῦ Λαμπίχου, οἱ γυναῖκες ἔχουν πιάσει τὴ γυναίκα του, ἐνῶ τὰ παιδάκια του τὰ κτυποῦν μὲ πολλὲς πέτρες ἄλλα παιδιά. Ἄλλοι πάλι, στὴ Σικυώνα, ἐπαινοῦν τὸν Ρήτορα Διόφαντο γιὰ τὸν ἐπιτάφιο λόγο πρὸς τιμὴν τοῦ Κράτωνα ἀπὸ δῶ. Καί, μὰ τὸν Δία, ἡ μητέρα τοῦ Δαμασία ὀδύρεται καὶ σέρνει τὸ μοιρολὀι μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες γυναῖκες γιὰ τὸν Δαμασία. Ἐσένα ὅμως, Μένιππε, κανένας δὲν σὲ κλαίει. Εἶσαι ὁ μόνος ποὺ ἀναπαύεται ἥσυχα.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Κάθε ἄλλο, θ’ἀκούσεις μετὰ ἀπὸ λίγο τὰ σκυλιά, νὰ οὐρλιάζουν σπαρακτικὰ γιὰ μένα καὶ τὰ κοράκια νὰ χτυποῦν τὰ φτερά τους, ὅταν συγκεντρωθοῦν νὰ μὲ θάψουν.
ΕΡΜΗΣ. Εἶσαι ἀνώτερος ἄνθρωπος Μένιππε. Ἀλλὰ τώρα ποὺ φτάσαμε, ἐσεῖς πηγαίνετε στὸ δικαστήριο, ἀκολουθώντας τὴν εὐθεία ἐκείνη, ἐνῶ ἐγὼ κι ὁ πορθμέας θὰ πᾶμε νὰ φέρουμε ἄλλους.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Καλὸ ταξίδι να ‘χετε, Ἑρμῆ. Πᾶμε κι ἐμεῖς. Γιατὶ λοιπὸν καθυστερεῖτε;Θὰ χρειαστεῖ νὰ δικαστοῦμε καὶ λένε πὼς οἱ τιμωρίες εἶναι βαριές, τροχοί, βράχοι, καὶ γῦπες. Θὰ ἀποκαλυφθεῖ βλέπετε, ἡ ζωὴ τοῦ καθενός..                                                                                                                                                                                                              

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες