Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΤΡΟΧΟΝΟΜΟΙ


Ἦτον Κυριακή, καί πρωί, καί λιακάδα. Ὡς εἴθισται νά συμβαίνῃ, ὅταν συντρέχουν οἱ τρεῖς αὐτοί λόγοι, ἐπέβη τοῦ αὐτοκινήτου του καί ἐξεκίνησε διά τάς ἐξοχάς.
Ἀλλ’ ἡ κίνησις ἦτον πολλή. Ὀχήματα παντός εἴδους συνωστίζοντο εἰς τήν μεγάλην δημοσίαν ὁδόν μέ τά ἕξ καταστρώματα. Μή ἐμπιστευόμενοι τούς σηματοδότας ἐπιβλητικοί τροχονόμοι μέ κράνη στιλπνά, εἶχον σταθεῖ εἰς ἑκάστην διασταύρωσιν καί ἐρρύθμιζον πλέον αὐτοί τήν κυκλοφορίαν. Διά νά διευκολύνουν τήν κίνησιν, πρός τό κοινόν καλόν ἐνεργοῦντες, διέτασσον ἄλλα τῶν ὀχημάτων νά στραφοῦν πρός βορρᾶν, ἄλλα πρός νότον, ἄλλα πρός ἀνατολάς καί ἄλλα πρός δυσμάς. Σημασία δέν εἶχε πού ἐπορεύετο, πού εἶχε κατά νοῦν νά μεταβῇ ὁ ὁδηγός. Ἡ θέλησις τοῦ τροχονόμου, τό μέγα ἀγαθόν τῆς διευκολύνσεως τῆς κυκλοφορίας, ἐτίθεντο ὑπεράνω τῶν ἀτομικῶν προτιμήσεων. Τό σῆμα τοῦ τροχονόμου –μία κίνησις τῆς χειρός αὐστηρά, τελεσίδικος, μή ἐπιδεχομένη ἀμφισβήτησιν ἤ ἀντίρρησιν – ὑποχρέωνεν εἰς ἀλλαγήν πορείας τούς ὁδηγούς, ἀνέτρεπε σχέδια καταστρωθέντα ἐπιμελῶς, ἐματαίωνε συναντήσεις συμφωνηθείσας πρό πολλοῦ.
Πᾶσα σκέψις νά καθικετεύσῃ τινάς τόν τροχονόμον νά μεταβάλῃ ἀπόφασιν, νά τοῦ ἐπιτρέψῃ νά πορευθῇ πρός ἥ κατεύθυνσιν ἐπεθύμει, ἦτο ὅλως ματαία. Καί ὁ στιγμιαῖος ἀκόμη δισταγμός τοῦ ὁδηγοῦ ἦτο ἱκανός νά κινήσει τήν ὀργήν τοῦ ὀργάνου. Διά βιαίων κινήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδήλουν ἄκραν ἀδημονίαν καί ἐξέφραζον ἀόριστον μέν ἀλλά βαρεῖαν ἐν ταυτῷ ἀπειλήν, οἱ τροχονόμοι ὑπεδείκνυον εἰς τούς ὁδηγούς ὅτι ὤφειλον νά ἐκτελοῦν τάς ἐντολάς αὐθωρεί, διά νά μή καθυστερῇ ἡ κυκλοφορία. Ἡ πειθαρχία, ἄλλωστε, ἦτο κανών εἰς τήν πόλιν αὐτήν. Κατά μῆκος τῶν διαφόρων ὁδῶν, πινακίδες τοποθετημέναι εἰς τό κατάλληλον ὕψος ὥστε νά τίς ἔχει πρό ὀφθαλμῶν ὁ καθήμενος ἐντός του ὀχήματος ὁδηγός, ἀνέγραφον «Πειθαρχεῖτε εἰς τούς τροχονόμους». Ἄλλαι πινακίδες, τοποθετημέναι ὑψηλότερον, εἰς τό ὕψος ὀρθίου ἀνδρός μέσου ἀναστήματος ἐπέτασσον : «Πειθαρχεῖτε εἰς τούς νόμους». Ἄλλαι πάλιν, ἱστάμεναι χαμηλότερον, εἰς τό ὕψος τό ἀναλογοῦν εἰς ἀνάστημα μείρακος, διέτασσον: «Πειθαρχεῖτε εἰς τούς παιδονόμους ». Καί εἰς τό κέντρον τῆς πόλεως, εἰς τόν ὑψηλότερον ὄροφον τοῦ ὑψηλοτέρου κτιρίου της, θεατή πανταχόθεν καί φωτιζομένη κατά τήν νύκτα, εὐρίσκετο πινακίς ἀναγράφουσα: «Πειθαρχεῖτε εἰς τόν θεόν».
Πειθαρχῶν ὁ ὁδηγός, περί οὗ ἡ ἀφήγησις, ἐξετέλει ὅτι οἱ τροχονόμοι τοῦ ὑπεδείκνυον. Ἑκάστη ἐντολή, ἕκαστον σῆμα τῶν τροχονόμων, τόν ἀπεμάκρυνον καί περισσότερον τῆς ἀρχικῆς του πορείας. Οὔτε σκέψις ἐγένετο πλέον νά μεταβῇ εἰς τάς ἐξοχάς. Βεβαίως, ἐφθόνει ἐνδομύχως τούς ὁδηγούς τούς ὁποίους εὐμενής σύμπτωσις ἐντολῶν εἶχε κατευθύνει πρός τά ἐκεῖ. Ἀλλά παρηγορεῖτο, μέχρι τινός, συλλογιζόμενος, ὅτι πολλοί ἀσφαλῶς ἐξ αὐτῶν, δέν ἐπεθύμουν μετάβασιν εἰς τάς ἐξοχάς, ἀντιθέτως δέ: εἶχον ἐπείγουσαν ἀπασχόλησιν εἰς τήν πόλιν.
Μετ’ ὀλίγον, δέν ἐγνώριζε πιά ποῦ εὑρίσκετο. Ἡ περιοχή, τήν ὁποίαν μετ’ἐκτέλεσιν ἐντολῶν ἀλλεπαλλήλων διέσχιζε, ἦτο ἐξ’ ἐκείνων τάς ὁποίας οὐδέποτε εἶχεν ἐπισκεφθῆ. Ἡ κίνησις, ἐξ’ ἄλλου, εἶχεν αἰσθητῶς ἀραιώσει. Παρά τοῦτο, οἱ τροχονόμοι, εὐθυτενεῖς εἰς τήν θέσιν των, συνεπεῖς εἰς τό χρέος, ἐξηκολούθουν νά τήν ρυθμίζουν. Φιλοδοξία των – συνεπέρανεν ὁ ὁδηγός –ἦτον νά ἐπιφέρουν τήν πλήρην ἀποσυμφόρησιν. Ἐφ ᾧ καί ὅταν συνέβαινε νά εὑρεθοῦν τρία, ἐπί παραδείγματι , ὀχήματα βαίνοντα τό ἕν κατόπιν τοῦ ἄλλου, ὁ τροχονόμος ὑπεχρέωνε τό πρῶτον νά ἀκολουθήσῃ στροφήν δεξιά, τό δεύτερον ν’ ἀκολουθήσῃ στροφήν ἀριστερά, καί τό τρίτον νά συνεχίσῃ πορευόμενον τήν εὐθεῖαν. Ἐννοεῖται, συχνά συνέβαινεν, εἰς ἑπομένην διασταύρωσιν, τό προσφυῶς ἀπομονωθέν τροχοφόρον νά εὑρεθῇ πάλιν συμπορευόμενον μετ’ ἄλλου, ἐρχομένου ἐκ διαφόρου κατευθύνσεως καί εἰς ἐκτέλεσιν ἐντολῆς ἄλλου ὀργάνου. Ἀλλ’ οἱ τροχονόμοι καί αὖθις παρενέβαινον, διαχωρίζοντες τά πρός στιγμήν προσεγγίσαντα.
Μετά πάροδον ἱκανοῦ πλέον χρόνου, ὁ ὁδηγός, ὁ ὁποῖος ἐσκόπει ἀρχικῶς νά μεταβῇ εἰς τάς ἐξοχάς, εὐρέθη ἐν τέλει μόνος, μόνος ὁλοσχερῶς, ἐπί εὐθυτάτης ὁδοῦ, τήν ὁποία οὐδεμία κάθετος διεσταύρωνε. Τροχονόμοι ὑπῆρχον ἀκόμη, εἰς τακτάς ἀποστάσεις, ἀλλά δέν ἔδιδον ἐντολάς. Ἵσταντο ἤρεμοι, ἀπαθεῖς –μερικοί μάλιστα ἐμειδίων φιλικῶς πρός τόν ὁδηγόν. Ἐκεῖνος ἀνταπέδιδε τό μειδίαμα των. Ἡ ἔκφρασίς του ἀπεκάλυπτε τόν θαυμασμόν, τόν ὁποῖον ἠσθάνετο διά τό ἔργον των. « Εὖγε των!» διελογίζετο. «Ἐπέτυχον πληρέστατα τοῦ σκοποῦ των: ἐπέφερον τήν τελείαν ἀποσυμφόρησιν!…»
Αἴφνης τό μειδίαμα ἐπάγωσεν εἰς τά χείλη του. Τρόμος κατέλαβε τήν ψυχή του. Ἀποτόμως, ἀντελήφθη πού τόν ἐπήγαιναν. Ἀνεγνώρισε ποία ἦτο ἡ εὐθυτάτη ὁδός, εἰς τήν ὁποίαν διά τῶν σημάτων των τόν ἐξώθησαν… Ἄπελπις ἐπεχείρησε νά κάμῃ στροφήν ἐπί τόπου, νά στραφῇ πρός τήν ἀντίθετον κατεύθυνσιν τῆς ὁδοῦ. Ἀλλά τέσσαρες τροχονόμοι πελώριοι, μέ τά κράνη των ἀπαστράπτοντα εἰς τό κατακόρυφον ἤδη φῶς τῆς λαμπρᾶς μεσημβρίας, μέ τάς ράβδους των τεταμένας, ἀνεδύθησαν εἰς τάς παρυφάς τῆς ὁδοῦ, στεντορείως κραυγάζοντες:
- Ἀπαγορεύεται!…Εἶναι μονόδρομος!… Ἡ στροφή ἐπί τόπου ἀπαγορεύεται!…
Ὁ ὁδηγός τά ἐσάστισε. «Συγγνώμην» ἐψέλλισε. «Δέν τό ἔγραφε –δέν τό ἐγνώριζα…»
Ἀνελογίσθη, μέ δέος, ὅτι ὀλίγον ἔλειψε νά ὑποπέσῃ εἰς παράβασιν βαρυτάτην.
Συνελθών, ἐπανέφερε τό αὐτοκίνητόν του εἰς τήν εὐθείαν…
Καί ὤδευσε, πειθηνίως, νομοταγής, εἰς τόν θάνατον!..
ΦΑΙΔΡΟΣ ΜΠΑΡΛΑΣ


Ο ΤΣΑΜΑΔΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ




Ὁ Τσαμαδὸς καὶ ὁ γιός του
Μέσ' στ' ἁη Γιωργιοῦ τοὺς πλάτανους γένονταν πανηγύρι,
τὸ πανηγύρι ἦταν πολύ, κι' ὁ τόπος ἦταν λίγος,
δώδεκα δίπλαις ὁ χορός, κ' ἑξηνταδυὸ τραπέζια,
καὶ χίλια ψένονται σφαχτὰ σ’ ὅλο τὸ πανηγύρι.
Κ' οἱ γέροντες παρακαλοῦν, τάζουν στὸν ἁη Γιώργη,
ὁ Τσαμαδὸς νὰ μὴν ἐρθῇ, χαλάει τὸ πανηγύρι.
Ἀκόμα ὁ λόγος ἔστεκε κι' ὁ Τσαμαδὸς ἐφάνη,
ποὺ ροβολάει ὠχ τὸ βουνὸ κατὰ τὸ πανηγύρι.
Πατεῖ καὶ σειέται τὸ βουνό, κράζει κι' ἀχᾶν οἱ λόγγοι,
κ' ἐκράταγε στὸν ὦμο του δέντρο ξεριζωμένο,
καὶ ἀπάνου στὰ κλωνάρια του θεριὰ εἶχε κρεμασμένα.
- Ὥρα καλή σας, γέροντες. - Καλό στὸ παλληκάρι.
- Ποιὸς ἔχει ἀστήθι μάρμαρο καὶ χέρια σιδερένια,
γιὰ νὰ ‘βγη νὰ παλέψουμε στὸ μαρμαρένιο ἁλώνι;"
Κανεὶς δὲν ἀποκρίθηκε ἀπ' τοὺς πανηγυριώταις,
τῆς χήρας γιὸς ἐφώναξε, τῆς χήρας, ὁ ἀντρειωμένος.
"Ἐγὼ ‘χω ἀστήθι μάρμαρο καὶ χέρια σιδερένια,
γιὰ νά ‘βγω νὰ παλέψουμε στὸ μαρμαρένιο ἁλώνι."
Βγαίνουν κ' οἱ δυὸ μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ πᾶνε νὰ παλέψουν.
Ἐκεῖ ποὺ ἐπάτειε ὁ Τσαμαδὸς ἐβούλιαζε τ' ἁλώνι,
κ' ἐκεῖ ποὺ ἐπάτειε τὸ παιδὶ ἐβούλιαζε κ' ἐβύθα.
Ἐκεῖ ποὺ βάρειε ὁ Τσαμαδὸς τὸ γαῖμα πάει ποτάμι,
κ' ἐκεῖ ποὺ χτύπαε τὸ παιδὶ τὰ κόκκαλα τσακίζει.
"Κοντοκαρτέρει, βρὲ παιδί, κάτι νὰ σὲ ρωτήσω.
Ποιὰ σκύλα μάννα σ' ἔκαμε, κι' ὁ κύρης σου ποιὸς ἦταν;
- Ἡ μάννα μου ὅταν χήρεψε δὲν μ' εἶχε γεννημένον,
κι ὥμοιασα τοῦ πατέρα μου καὶ θὰ τὸν ἀπεράσω."
Ἀπὸ τὸ χέρι τὸν ἁρπᾶ  στῆς μάννας του νὰ πᾶνε.
Ἀπὸ μακριὰ τοὺς ἐθωρεῖ κ' ἑτοίμασε τραπέζι.
Κ' ἐκεῖ ποὺ τρώγαν κ' ἔπιναν ἡ χήρα τοὺς κερνοῦσε,
κρασὶ κερνάει τὸν Τσαμαδό, φαρμάκι τὸ παιδί της.
"Μαννούλα, μ' ἐφαρμάκωσες, ἀπ' τὸ θεὸ νὰ τό ‘βρης!"


Συμπέρασμα: Ὁ Τσαμαδὸς θὰ ἐπιστρέψει· κι ἡ μάνα (Γῆ) μόνο αὐτὸν ξέρει γι’ ἄντρα της. Θὰ ταΐσει φαρμάκι ὅλους τοὺς διεκδικητές. Ὁ τόπος ἀνήκει στοὺς Τσαμαδούς (πεισματάρηδες, ὁρμητικούς, ἀσταμάτητους).
 

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

ΤΑ ΚΑΘΙΚΙΑ



ΤΑ ΚΑΘΙΚΙΑ       

Μ δισταγμ μπήκανε στν αώνα
μ φόβους γι να δύσκολο χειμώνα…

Διακριτικ νέκαθεν κρυμμένα
μ τ δικά του σχέδια τ καθένα…

Τά΄ πιανε πανικς σκάθε σμή μεγάλη
κρυφ λλάζαν μεταξύ τους τ σκυτάλη…

Κι ξεραν πς μποροσαν ν πιζήσουν
μόνον ν λθουν κι λλοι νὰ καθίσουν…

Κι πρόοδος ρθε διακριτικ
μ νέες δέες κι ποσμητικά.

Βμα τ βμα κυκλοφόρησαν τ νέα
πς γίνονται τ΄ σήμαντα σπουδαα…

Κι φο εδαν πς περπάταγε μθος
ντικατέστησαν τ θος μ τ πλθος…

Κι ὅταν ἐπῆλθε πλήρης σύγχυση στῶν ἰδεῶν τὶς γεύσεις
ὅλα τους συγχωνεύτηκαν σ΄ ὁμαδικὲς ἀποχετεύσεις…

Κι ἐπικαλούμενα ἐν τέλει καὶ τὴ χούντα
ἔγιναν πλέον δοχεῖα συγκοινωνοῦντα…

ΤΑΣΟΣ ΖΕΡΒΟΣ

(ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ «Πάραλος, 1981-1983»)

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΥΧΑΙΟ



Μὲ τὴν ἀλληγορία τῶν ἀλόγων
καὶ μὲ τὴν «λογικὴ» τῶν παραλόγων
λέω ἐκεῖνα ποὺ ἤθελε νὰ πεῖ ὁ καθένας
καὶ ὑπογράφω ἐγὼ γιὰ ὅλους· ὁ «κανένας».

«Ἐγὼ» εἶμαι ἐγὼ, «ἐγὼ» εἶμαι καὶ ὁ ἄλλος
ἐγὼ ὁ μικρός, ἐγὼ καὶ ὁ μεγάλος
βαράω τὰ ὄργανα καὶ τραγουδάω στοὺς δρόμους
μὲ τοὺς ἐλεύθερους καὶ μὲ τοὺς παρανόμους

Ἐγὼ Ἀητός, ἐγὼ καὶ Προμηθέας
ἐγὼ καὶ ὁ τρελλὸς τῆς διπλανῆς παρέας
λέω αὐτὰ ποὺ δὲν τολμᾶτε ἐσεῖς νὰ πεῖτε
καὶ χαρμοκλαίω ποὺ στὸ βάθος συμφωνεῖτε.

Τὰ ὄνειρα ἐκδίκηση γυρεύουν
σὰ νυχτοπούλια κράζουν καὶ χορεύουν
Τὰ χρόνια φεύγουνε ρὲ μάγκες· σηκωθεῖτε
καὶ ἐν ἀνάγκῃ τώρα ὅλοι τρελλαθεῖτε.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ


Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

ΞΕΝΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ





ΞΕΝΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ

Ἀλλοίμονο σ’ἐκειὸν ποὺ διὰ τοῦ πνεύματος
‘Ξαπεράσει ὁπωσοῦν τὴν ἐποχή του.
Βαρυὰ καταφορὰ δημοσίου ρεύματος,
θὰν τοῦ καταπικράνῃ τὴ ζωή του.
Μ’ἄν ἀκόμη βαλθῇ ἐξ ἐπιτηδεύματος,
Νὰ φέρῃ ἐμπρὸς τὴν κοινωνία μαζύ του,
Τότε ὁλόκληρη αὐτή, σὰν ἀπὸ νεύματος
θὲ νὰ πέσῃ στὴν ἄθλιαν ὕπαρξή του·
Θὰν τὸν ἀποστραφῇ μὲ ἀτιμασία
Τότε ἡ μωρὴ καὶ ἀχάριστη Πατρίδα.
Καὶ μέσ’στὴν ὅλη ἀποδοκιμασία,
Δὲν θἄχῃ εἰμὴ τὴν ἄχαρην ἐλπίδα,
Νἄλθῃ ἄλλη γενεὰ μὲ νοημοσύνη,
Νὰν τοῦ κάμῃ μιὰ ‘μέρα δικαιοσύνη.

Ἀνδρέας Λασκαρᾶτος