Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

1821. Ἔτος 21ο τῶν Φιλικῶν



Ἀφορμὴ γιὰ τὰ παρακάτω τὸ προσφάτως ἐκδοθὲν δίτομο ἔργο τοῦ Σπύρου Χατζάρα «1821. Ἔτος 21ο τῶν Φιλικῶν», «Ἡ ἐπανάσταση τῶν Φιλογενῶν». Ὁ ἴδιος γράφει:
«Ἐνας λαὸς ποὺ τιμᾶ ὡς ἥρωες καθάρματα»
«Τὸ ψέμα, λένε, ἔχει “κοντὰ πόδια”. Ὅμως τὰ ψέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων οἰκοδομήθηκε συστηματικὰ ἀπὸ τὸ 1834, ἡ νόθα “ἱστορία”, γιὰ τὸ πῶς ὀργανώθηκε ἡ ἐθνικοαπελευθερωτικὴ ἐπανάσταση τοῦ 1821, κυριαρχοῦν ἀκόμα. Ἐπομένως, ἡ “βαλίτσα  (τοῦ ψεύδους), πῆγε πολὺ μακριά”. Τὰ ψέματα σκέπασαν τὰ ἴχνη τῆς προδοσίας, τὶς πράξεις καὶ τὶς εὐθύνες τῶν πρακτόρων καὶ τῶν ἰδιοτελῶν, ποὺ ἐπέβαλαν στὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς Ἕλληνες μετὰ τὴν Τουρκοκρατία ποὺ κράτησε 368 χρόνια, τὸ καθεστὼς τῆς ἐξάρτησης, τὴν Ἀγγλοκρατία (1824-1947), ἀμέσως μετά, τὴν Ἀμερικανοκρατία, καὶ τώρα, τὴν ὑποταγὴ στὴν Παγκόσμια Διακυβέρνηση. Τὸ “21ο ἔτος τῶν Φιλικῶν” εἶναι ἕνα ρεπορτὰζ στὴν ἱστορία, γιὰ τὸ διάστημα 1785-1834, ποὺ ἐξετάζει καὶ συνδέει, τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα τῆς νεώτερης ἑλληνικῆς ἱστορίας, ποὺ ἔπαιξαν ρόλο στὴν ἀναγέννηση τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ στὴν πραγματοποίηση τῆς Ἑλληνικῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821.
Τὸ “21ο  ἔτος τῶν Φιλικῶν” δὲν εἶναι ἡ ἐγκυκλοπαίδεια τῆς ἐπανάστασης τοῦ ’21, καὶ δὲν εἶναι διδακτορικὴ διατριβή. Εἶναι ἕνα πολιτικὸ κείμενο. Δὲν εἶμαι ἐπαγγελματίας ἱστορικός, “μὲ πατέντα”, ὅπως λένε. Εἶμαι δημοσιογράφος, καὶ δούλεψα μὲ τὰ δικά μου ὅπλα. Ἔρευνα καὶ διασταύρωση τῶν πηγῶν. Βῆμα – βῆμα, συμπέρασμα στὸ συμπέρασμα, βρῆκα τὶς δικές μου ἀπαντήσεις στὰ αἰνίγματα, καὶ πλησίασα τὴν Ἀλήθεια, ποὺ σκεπάζουν τὰ ψεύδη καὶ οἱ παραμυθιστορίες». Σπ. Χατζάρας

Ὁ συγγραφέας ξαναδιάβασε τὴν ἱστορία, αὐτὴ τὴ φορά ἀνάμεσα ἀπ’τὶς γραμμές, ἐρεύνησε ὁ ἴδιος, ἐντόπισε “ἄγνωστα κείμενα” καὶ παραπεταμένα ἔγγραφα, καὶ τὸ κυριότερο· σκέφθηκε συνδυάζοντας ἀληθεῖς συλλογισμούς. Καὶ ἔβγαλε λαγό. Στοιχεῖα  ποὺ γιὰ νὰ τὰ συγκεντρώσεις χρειάζεσαι πλῆθος βιβλίων καὶ πολυετῆ μελέτη, παρατίθενται σὲ δύο τόμους. Καὶ λογικὰ συμπεράσματα. Καὶ νὰ ποὺ ἡ ἱστορία ἀρχίζει νὰ ξετυλίγεται ἀπ’τὴν ἀρχή. Καὶ νὰ πῶς, κολλᾶνε ὅλα μεταξύ τους. Πῶς ὁ Κολοκοτρώνης μυήθηκε σὲ μιὰ  “μυστικὴ ἑταιρεία”  χρόνια ΠΡΙΝ τὴν ὑποτιθέμενη ἵδρυσή της. Πῶς καὶ γιατὶ “σεβαστοὶ ἱστορικοί”  (Φιλήμων), ὑπέβαλαν τὰ στοιχεῖα σὲ “κοπτοραπτική” ἀλλοιώνοντας κάποιες φορὲς ἔγγραφα-τεκμήρια. Ποιὸς ὁ ρόλος Πολυζωΐδη καὶ Μακρυγιάννη. Καὶ γιατὶ τιμῶνται στὴν Ἑλλάδα τῆς παρακμῆς πρόσωπα ἀνάξια λόγου ἤ προδότες, ἐνῶ πραγματικοὶ ἐπαναστάτες καὶ ἥρωες ἔχουν ἀποσιωπηθεῖ.
Παραθέτω ἕνα μικρὸ κεφάλαιο ἀπὸ τὸ ἔργο:

Τὸ Τιλσὶτ καὶ ἡ προδοσία τῶν Ρώσων  (ἔχει προηγηθεῖ μάχη στὴ Λευκάδα, στὴν ὁποία, Κατσαντώνης, Μπότσαρης, κἄ κατατρόπωσαν καὶ ἔτρεψαν σὲ φυγὴ πλῆθος Τουρκαλβανῶν.  Ἐπινίκεια τῶν Ἑλλήνων).
Ὅταν ὁ Καποδίστριας ὀργάνωσε τὸ παλλαϊκὸ πανηγύρι τῆς «Νίκης», στὶς 18/30 Ἰουνίου 1807, δὲν ἤξερε ὅτι ὁ ρωσικὸς στρατὸς ὑπὸ τὸν Γερμανὸ στρατηγὸ Levin August Gottlieb Theophil Count von Bennigsen, εἶχε νικηθεῖ ἀπὸ τοὺς Γάλλους, 43 χιλιόμετρα νοτίως τοῦ Καλίνινγκραντ, στὴ μάχη τοῦ Φρίντλαντ, (14/26 Ἰουνίου 1807), οὔτε ὅτι ἡ γερουσία τῆς Ἑπτανήσου, εἶχε κηρύξει τὸν πόλεμο στὴ Γαλλία, στὶς 17/29 Ἰουνίου 1807.
Ἡ ἦττα στὸ Φρίντλαντ, ὁδήγησε στὴν ὑπογραφὴ τῆς συνθήκης τοῦ Τιλσίτ (σημερινὸ Sovetsk στὴν περιοχὴ τοῦ Καλίνινγκραντ), μεταξὺ τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ρωσίας σὲ μιὰ σχεδία στὸ μέσον τοῦ ποταμοῦ Νέμαν, στὶς 7/19 Ἰουλίου 1807. Ὁ Τσάρος Ἀλέξανδρος συμφώνησε μὲ τὴν συνθήκη, νὰ παραχωρήσει στὴ Γαλλία, τὰ Ἑπτάνησα καὶ τὸ Κάτταρο τοῦ Μαυροβουνίου (Κότορ), νὰ ἐκκενώσει τὴν Βλαχία καὶ τὴν Μολδαβία, καὶ νὰ κλείσει τὰ ρωσικὰ λιμάνια στὸ ἐμπόριο τῆς Ἀγγλίας. Ὅλες οἱ ἄλλες ρυθμίσεις ἀφοροῦσαν στὰ «κράτη- πελάτες» τοῦ Ναπολέοντα, καὶ τὰ γερμανικὰ βασίλεια. Οἱ πολιτικὲς συμφωνίες εἶχαν προηγηθεῖ τῆς μάχης στὸ Φρίντλαντ. Ἡ Ρωσία ἐνδιαφερόταν περισσότερο γιὰ τὸ μέτωπο στὸ Δούναβη, ἀπὸ τὸ μέτωπο τῆς Ἀδριατικῆς καὶ τὴν Ἰταλία. Ἐγκατάλειψε στὸν Ναπολέοντα τὰ Ἑπτάνησα μὲ ἀντάλλαγμα τὴν Κωνσταντινούπολη. Οἱ δύο αὐτοκράτορες εἶχαν συμφωνήσει νὰ κηρύξει ἡ Ρωσία τὸν πόλεμο στὴν Ἀγγλία, καὶ στὴ συνέχεια νὰ ἐπιτεθοῦν στὴν Τουρκία Γάλλοι καὶ Ρώσοι, ποὺ θὰ μοιράζονταν τὰ ἐδάφη ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ὡς τὰ Ἑπτάνησα. Τὸ Αἰγαῖο θὰ ἀνῆκε στοὺς Γάλλους καὶ ἡ Κωνσταντινούπολη στοὺς Ρώσους. Ὁ Ναπολέων σὲ ἐπιστολή του στὸν ἀδελφό του, Ἰωσήφ, βασιλέα τῆς Νάπολης, στὶς 22 Ἰουνίου/4 Ἰουλίου, τοῦ ζητοῦσε νὰ ἐτοιμάσει τὴ δύναμη ποὺ θὰ καταλάμβανε τὴν Κέρκυρα. Οἱ Γάλλοι ἀποβιβάστηκαν στὶς 26 Ἰουλίου/8 Αὐγούστου 1807, ἀλλὰ ἡ ἑπτανησιακὴ γερουσία τὸ ἔμαθε ἀπὸ τὸν Μοντσενίγο ποὺ περίμενε «προθύμως τὸν γαλλικὸ στρατό», ὅτι ἔπαψε νὰ ὑπάρχει στὶς 31 Ἰουλίου/11 Αὐγούστου. Στὴν Λευκάδα, ὁ Καποδίστριας, ὁ στρατηγὸς Παπαδόπουλος, ὁ ’Ιγνάτιος καὶ οἱ καπεταναῖοι, σχεδίαζαν τὴν ἐπίθεση μὲ κέντρο τὴν ἀνακατάληψη τοῦ Σουλίου, ὅταν τοὺς βρῆκαν τὰ μαῦρα νέα. Τὰ ὄνειρα καὶ τὰ σχέδια γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς βασανιζομένης μητρὸς πατρίδος, δὲν μποροῦσαν νὰ πραγματοποιηθοῦν. Ἔμειναν ὅμως οἱ ὅρκοι. Στὸ ὑπόμνημά του πρὸς τὸν Τσάρο Νικόλαο ὁ Ἰ. Καποδίστριας ἀνέφερε: «Καθ’ἥν στιγμὴν τὰ γαλλικὰ στρατεύματα ἀντικατέστησαν τὰ ρωσικά, ἐγὼ εὑρισκόμην ἐν Ἁγία Μαύρα, ἐπικεφαλῆς ἁπάσης τῆς Ἰονίου ἐθνοφυλακῆς καὶ τῶν ἐν ρωσικὴ ὑπηρεσία Σουλιωτῶν καὶ Ρουμελιωτῶν, ἠσχολούμην δὲ, περὶ τὰ μέτρα ἅτινα ἐπρόκειτο νὰ ληφθοῦν,  πρὸς ἀπόσπασιν τῶν ὀχυρῶν τῆς παραλίας, θέσεων, ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ καὶ τῶν Γάλλων, τῶν τότε συμμάχων αὐτοῦ».  Ἡ κήρυξη τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Γαλλίας στὶς 5/17 Ἰουνίου 1807 ποὺ ἐπέβαλε ὁ Μοντσενίγος, ἔβαλε τὰ Ἑπτάνησα στὸ τραπέζι τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ Τιλσίτ. Τὸ Κότορ ἀνῆκε στοὺς Γάλλους μὲ τὴν συνθήκη τῆς Μπρατισλάβας, καὶ τὸ εἶχαν καταλάβει οἱ Ρῶσοι. Ἐπομένως ἡ ἐπιστροφή του ἦταν νόμιμη. Ἡ Ἰόνιος Πολιτεία ὅμως, εἶχε καταστεῖ ἀνεξάρτητη, καὶ εἶχε ἀναγνωριστεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη, καὶ  τὴν Ἀγγλία (ἐπιστολὴ λόρδου Granville πρὸς τὴν Πόρτα τὸ 1801), καὶ ἡ ἀναγνώριση αὐτὴ ἐπιβεβαιώθηκε μὲ τὴν συνθήκη τῆς Ἀμιένης, μὲ τὴν ὁποία καὶ ἡ Γαλλία ἀναγνώρισε τὴν ἀνεξαρτησία της. Ἐπομένως ἄν δὲν εἶχε κηρύξει τὸν πόλεμο στὴν Γαλλία ὁ Μοντσενίγος*, τὰ Ἑπτάνησα δὲν θὰ εἶχαν ἠττηθεῖ στὸ Φρίντλαντ, καὶ ὁ Τσάρος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ διαπραγματευτεῖ οὔτε νὰ παραχωρήσει τὰ ἀνεξάρτητα Ἑπτάνησα.
Τὸ ἀγγλικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ Ἑπτάνησα εἶχε ἐκδηλωθεῖ γιὰ δεύτερη φορὰ μὲ τὴν παρουσία ἀγγλικῶν πλοίων στὴν Κέρκυρα γιὰ τὴν καταστολὴ τῶν ταραχῶν τῶν «δημοκρατικῶν»τὸ 1802 καὶ μετὰ τὴ συνθήκη τῆς Ἀμιένης μὲ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Νέλσωνα τῆς 16ης Ἰουνίου 1803, πρὸς τὴ γερουσία, μὲ τὴν ὁποία προσέφερε στὸ νεοσύστατο κράτος, ἐκ μέρους τοῦ βασιλιᾶ του, τὴν «ὑψηλὴ προστασία του».
Ἀνήσυχη ἡ Γερουσία ἀπὸ τὴν ἀνεπιθύμητη ἐκείνη «προσφορά» τῆς ἀγγλικῆς κυβέρνησης, ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσει στὸν Νέλσωνα μὲ ἔγγραφο τοῦ Καποδίστρια, ὅτι τὸ ἑπτανησιακὸ κράτος διατελοῦσε ἤδη «ὑπὸ τὴν προστασία καὶ φρούρηση τῶν ὅπλων τῆς Ρωσίας» καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ ἀναγνωρίσει τὴν οὐδετερότητα ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ κρατήσει τὸ νεοσύστατο κράτος τῶν Ἑπτανήσων. Ἡ Ἀγγλία τότε ἔσπευσε νὰ διορίσει ὡς πρέσβυ της στὸ νέο κράτος τὸν «ἀγγλόφρονα» Σπ. Φορέστη.
Γιὰ νὰ καταληφθοῦν ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους τὰ Ἑπτάνησα ἔπρεπε νὰ παραχωρηθοῦν στοὺς Γάλλους, ποὺ ἐνδιαφέρονταν ἔτσι κι ἀλλιῶς, μόνο γιὰ τὴν Κέρκυρα. Οἱ ρωσοαγγλογάλλοι τῆς ἑπτανήσου, ὁλοκλήρωσαν τὸ ἔγκλημα. Οἱ «ἐθνικόφρονες», ὁ Καποδίστριας, ὁ Ἰγνάτιος, οἱ Καπεταναῖοι, ἔμειναν μὲ τὸ ὅραμα τῆς ἀνεξαρτησίας.
Ἡ πιὸ ἄδικη κατηγορία ποὺ ἐκτοξεύεται κατὰ τοῦ νεκροῦ Καποδίστρια, ἀπὸ τὰ «τάγματα» τῶν ἠλίθιων καὶ τῶν ρουφιάνων, εἶναι ὅτι ἦταν ρωσόφιλος καὶ ὑπηρετοῦσε τὰ συμφέροντα τῆς Ρωσίας. Ὁ Καποδίστριας, τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ θὰ ἔκανε, τὸ 1815, ὅταν ἀνέλαβε τὸ ὑπουργεῖο ἐξωτερικῶν, ἦταν νὰ ζητήσει νὰ ἐνημερωθεῖ γιὰ τὸν φάκελο τῆς συνθήκης τοῦ Τιλσίτ. Ἐκεῖ βρῆκε ὅλες τὶς ἀποδείξεις τῆς προδοσίας. Τὶς ὁδηγίες τοῦ Τσάρου πρὸς τὸν Μοντσενίγο, γιὰ τὴν κήρυξη τοῦ πολέμου στὴ Γαλλία. Καὶ φυσικὰ θὰ χρειάστηκε κολοσσιαία προσπάθεια γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει τὴν ὀργή του νὰ ἐκφραστεῖ. Ἀντίθετα, προσποιήθηκε, σὰν πραγματικὸς ἐπαναστάτης, ἐπιστράτευσε τὴν τέχνη τῆς ὑποκρισίας, ἔδειξε ὅτι «κατανοοῦσε»τὶς ἀνάγκες τῆς πολιτικῆς καὶ ἐπέδειξε «ἐπαγγελματισμό».
Ὅμως στὶς πρῶτες σελίδες τοῦ ὑπομνήματός του πρὸς τὸν Τσάρο Νικόλαο, ὁ Καποδίστριας τὸ 1826, ἐξέφραζε διπλωματικὰ τὴν ἀποδοκιμασία του, γιὰ τὸ «ξεπούλημα» τῶν Ἰονίων νήσων, τὴν «ἀνατροπὴ ποὺ κατέπνιξε τὴν Ἰόνιο Πολιτεία στὰ σπάργανα», καὶ σημείωνε ὅτι ἡ συνθήκη τοῦ Τιλσίτ, κλόνισε τὴν πίστη τῶν Ἑλλήνων στὴ Ρωσικὴ προστασία. Στὸ δεύτερο «ὑπόμνημα πρὸς τοὺς ἀγωνιζόμενους  Ἕλληνες», ποὺ συνέταξε καὶ ἀπέστειλε διὰ τοῦ Ἰγνατίου τὴν ἄνοιξη τοῦ 1822, τόνιζε γιὰ τὸ ρόλο τῆς Ρωσίας, ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν ἔπρεπε νὰ βλέπουν τὴν Ρωσία σὰν «μεσσία», ἐπισημαίνοντας ὅτι, «ἄν οἱ Ρῶσοι ἔμπαιναν στὴν Κωνσταντινούπολη τότε οἱ  Ἕλληνες θὰ κινδύνευαν νὰ γίνουν ρουσογραικοί», κάτι ποὺ δὲν θὰ ἄλλαζε καὶ πολὺ τὴν κατάστασή τους καὶ προσέθετε: «Τὸ κεφάλαιον τοῦτον εἶναι πολὺ δεινὸν ὅθεν δὲν μπορῶ νὰ ἐξηγηθῶ ὡς θέλω». Ὁ Καποδίστριας προέτρεπε τοὺς Ἕλληνες νὰ ρωτήσουν τοὺς ὁμογενεῖς στὴ Ρωσία, γιὰ τὸ ἄν μποροῦσε νὰ εἶναι ἐπιθυμητὴ ἡ «ρουσογραικία», καὶ ἐξηγοῦσε ὅτι ἕνας ρωσοτουρκικὸς πόλεμος, ἔκρυβε τρία κακὰ γιὰ τοὺς Ἕλληνες. «Τὴν ἐξολόθρευση τῶν ἀόπλων ἀδελφῶν μας, τὸν ρουσισμὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ χειρότερο· τὸν διαμελισμό μας». Ἡ ἀπολύτως σαφὴς φράση τοῦ Καποδίστρια, «Τὸ κεφάλαιον τοῦτον εἶναι πολὺ δεινὸν ὅθεν δὲν μπορῶ νὰ ἐξηγηθῶ ὡς θέλω», ἀναφερόταν σαφέστατα στὴν προδοσία τῆς Ἑπτανήσου Πολιτείας. Τὸ μόνο ποὺ δὲν χαρακτήριζε τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια ἦταν ἡ ἀφοσίωση πρὸς τὸν Τσάρο καὶ τὴ Ρωσία, γι αὐτὸ κατήγγειλε τὴν «ρουσογραικία».
σημείωση:
* ὁ Μοντσενίγος δὲν ἦταν Ἕλληνας. Ἦταν Βενετὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του ζοῦσε 200 χρόνια στὴν κατεχόμενη Ζάκυνθο. Καρφάκι δὲν τοῦ καιγόταν γιὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν Ἑπτάνησο Πολιτεία, καὶ τὴν Μεγάλη Ἰδέα. Ὑπηρετώντας τὸν Τσάρο, ὑπηρέτησε καὶ τὰ δικά του συμφέροντα. Μὲ αὐτὴ τὴ λογική, πρότεινε τὴν πρόσληψη τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, στὴ ρωσικὴ διπλωματικὴ ὑπηρεσία. Γιὰ ἐπαγγελματικὴ ἀποκατάσταση. Ἡ κήρυξη τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Γαλλίας καὶ ἡ ρωσικὴ ἀπόφαση νὰ παραχωρηθοῦν τὰ νησιὰ στοὺς Γάλλους, ἐξυπηρετοῦσαν τὰ ἀγγλικὰ συμφέροντα, διότι μὲ τὴν κατάργηση τῆς διεθνοῦς προσωπικότητάς τους, θὰ μποροῦσαν νὰ τὰ καταλάβουν σὰν βρετανικὸ ἔδαφος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες