Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Σβησμένες ὅλες οἱ φωτιὲς οἱ πλάστρες μέσ’ τὴ Χώρα


Σβησμένες ὅλες οἱ φωτιὲς  οἱ πλάστρες μέσ’ τὴ Χώρα.
Στὴν ἐκκλησιά, στὸν κλίβανο, στὸ σπίτι, στ’ ἀργαστήρι
παντοῦ·  στὸ κάστρο, στὴν καρδιά, τ’ ἀποκαΐδια· οἱ στάχτες.
Πάει κι ὁ ψωμᾶς, πάει κι ὁ χαλκιᾶς, πάει κ’ ἡ γυναίκα·
πᾶνε τὰ παλικάρια, οἱ λειτουργοί, καὶ τοῦ ρυθμοῦ οἱ τεχνίτες,
τοῦ Λόγου καὶ οἱ προφῆτες.
Τὰ χέρια εἶναι παράλυτα, καὶ τὰ σφυριὰ σπασμένα
καὶ δὲ σφυροκοπᾶ κανεὶς τ’ ἄρματα καὶ τ’ ἀλέτρια
κι’ ἡ φούχτα κάποιου ζυμωτὴ λίγο σιτάρι ἄν κλείσει,
δὲν βρίσκει τὴν πυρὰ ζεστή, ψωμὶ γιὰ νὰ τὸ κάνει.
Κι’ ἀπό κατάκρυα χόβολη μεστὴ ἡ γωνιά, κι’ ἀκόμα
κι ἀπ’ τὴ γωνία τοῦ σπιτιοῦ, πιὸ κρύα ἡ καρδιά ‘ναι.
Κακοκατάντησε ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.  Κρίμα…κρίμα! 
Σκοτεινό  ‘ρείπιο κι’ ἡ ἐκκλησιὰ καὶ δίχως πολεμίστρες
τὸ κάστρο, καὶ χορτάριασε κι’ ἔγινε βοσκοτόπι.
Κι’ ὁ μέγας Ἔρωτας μακριά, κι εἶν’ ἄβουλος ὁ ἄντρας
κι’ ἄπραχτος, καὶ στὸ πλάι του χαμοσυρτὴ ἡ γυναίκα,
κυρά τους ἔχουν τὴν σκλαβιὰ καὶ δοῦλο τους τὸ ψέμα.
Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μέσ’ τὴ Χώρα.
Ὅμως θα ‘ρθεῖ κάποιος καιρός, καὶ κάποια αὐγὴ θὰ φέξει,
Καὶ θὰ φυσήξει μιὰ πνοή μεγαλοδύναμη,  ἄκου,
ἀπὸ ποιὸ στόμα ἤ ἀπὸ ποιὸ χάος θὰ χυθεῖ δὲν ξέρω,
ξέρω πὼς θα ‘ρθεῖ, καὶ στὸ πέρασμά της μέγα,
καὶ θεῖο καὶ μυστικό, κι ἀξήγητο  θὰ σκύψουν

οι κορφὲς ὅλες,  οἱ φωτιές θὰ ξαναδώσουν ὅλες,
στὴν Ἐκκλησιά, στὸν κλίβανο, στὸ σπίτι, στ’ ἀργαστήρι,
στὸ κάστρο, στὴν καρδιά, παντοῦ, στ’ ἀποκαΐδια Ἀπρίλης,
 καὶ σὰν Θεῶν ἀγάλματα, θαυματουργά πλασμένα,
νὰ ἠχολογᾶνε, μουσικὰ σὰν τὰ φιλεῖ ὁ κυρ Ἥλιος,
καὶ σὰν χλωρὰ ἡσκερόδενδρα ποὺ δὲν τοὺς ἀπολείπουν
ζαχαροστάλακτοι καρποί, χειμώνα-καλοκαίρι.
Νὰ, νὰ ὁ ψωμᾶς, καὶ νὰ ὁ χαλκιᾶς, νὰ κι ἡ γυναίκα,
νά τα, τὰ παλικάρια οἱ λειτουργοί,
ὅταν τριγύρω σου οἱ φωτιὲς ἀνάψουν πάλι, οἱ πλάστρες.
Κ. Παλαμᾶς


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες