Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

ΑΣΚΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ (ἀπόσπασμα)



Ἡ νέα διδασκαλία τοῦ χριστιανισμοῦ ὅτι ἡ σωτηρία καὶ ἡ ἀπολύτρωση τῶν πιστῶν θὰ πραγματοποιηθεῖ στὸν οὐρανό, ὄχι μόνο φανάτισε πολλοὺς χριστιανούς, μὰ καὶ τοὺς ἔκανε ν’ ἀφήσουν τὰ ἐγκόσμια καὶ νὰ ἐνδιαφερθοῦν μόνο γιὰ τὴν οὐράνια ζωή τους. Ἐπειδὴ ὅμως, ὅπως εἴδαμε, ἡ νέα διδασκαλία τοῦ μεταφυσικοῦ χριστιανισμοῦ, τόνιζε πὼς γιὰ νὰ πετύχει κανεὶς διαβατήριο γιὰ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν παράδεισο χρειάζεται πρῶτα ἀπ’ ὅλα δάμασμα τῆς σάρκας καὶ στομαχικὴ ἐγκράτεια, πολλοὶ χριστιανοὶ στὸ Β΄ καὶ Γ΄ αἰώνα ἐφάρμοσαν κατὰ γράμμα τὶς ἀρχὲς τῆς νέας διδασκαλίας, ὅπως μᾶς πληροφοροῦν μερικοὶ ἀπολογητὲς τοῦ χριστιανισμοῦ.
Εὕροις δ’ἄν πολλοὺς παρ’ ἥμῖν –γράφει ὁ Ἀθηναγόρας –καὶ ἄνδρας καὶ γυναῖκας καταγηράσαντας ἀγάμους ἐλπίδι τοῦ μᾶλλον συνέσεσθαι τῷ θεῷ. (Περὶ πρεσβ. Χρ. 9).
Ὁ Τερτυλλιανὸς πάλι μνημονεύει χριστιανοὺς ἀσκητὲς ποὺ οὔτε κρασὶ ἔπιναν οὔτε κρέας ἔτρωγαν, πιστεύοντας ὅτι ἔτσι προσφέρουν στὸ Θεὸ τὴν ταπείνωση τῆς ψυχῆς τους (De Cult. Lemin. II. 2). Ὁ Εὐσέβιος μάλιστα μᾶς πληροφορεῖ πὼς τέτοιοι ἀσκητὲς ὑπῆρχαν ὄχι μόνο στὶς ἐρημιὲς ἀλλὰ καὶ στὶς πόλεις. Φαίνεται ὅμως πὼς ἡ νέα προπαγάνδα γιὰ τὴν ἀπόλυτη σεξουαλικὴ ἀποχὴ δημιούργησε ζητήματα σὲ πολλὲς ἀδελφότητες καὶ οἱ πιὸ πολλοὶ χριστιανοὶ ἀποδοκίμαζαν τὴ νέα διδασκαλία. Κι ἀκόμα –κι αὐτὸ εἶναι πολὺ πιθανό -ἡ τέτοια προπαγάνδα δυσκόλευε πολὺ τὸν προσηλυτισμὸ στὸ  χριστιανισμὸ νέων ὀπαδῶν ἀπὸ τὸν ἐθνικὸ κόσμο, γι’ αὐτὸ ἄρχισαν μερικοὶ ἀρχηγοὶ τῆς ἐκκλησίας ν’ἀντιδροῦν καὶ νὰ κατακρίνουν τὸ σύνθημα τῆς ἁγνοίας.  Ἀπὸ πληροφορίες γραφτὲς μαθαίνουμε ὅτι ὁ Διονύσιος, ἐπίσκοπος Κορίνθου, στὸ Β΄αἰώνα, γράφοντας στὸν ἐπίσκοπο Πινυτὸ τῆς Κνωσσοῦ Κρήτης, παρακαλοῦσε «μὴ βαρὺ φορτίον ἐπάναγκες ἐπιτιθέναι τῆς τῶν πολλῶν καταστοχάζεσθαι ἀσθενείας» (Ἐκκλ. Ἱστ. IV. 23). Στὴν περίοδο ὅμως τῶν μεγάλων διωγμῶν, πολλοὶ χριστιανοὶ ποὺ πῆραν τὰ βουνὰ γιὰ νὰ γλιτώσουν τὰ μαρτύρια, ἀναγκάστηκαν νὰ ἐφαρμόσουν στὴν πράξη καὶ τὸ σύνθημα τῆς στομαχικῆς ἐγκράτειας. Ἄλλοι πάλι μέσα στὴ φυλακή, μιὰ ποὺ ἔβλεπαν πὼς δὲν ὑπάρχει ἄλλη σωτηρία καὶ πιστεύοντας πὼς θὰ πεθάνουν, ἐφάρμοζαν ἕνα εἶδος ἀπεργίας πείνας γιὰ νὰ πᾶνε στὸν παράδεισο. Ἀναφέρουν μάλιστα κάποιον χριστιανὸ ποὺ τὸν ἔλεγαν Ἀλκιβιάδη, ποὺ τὸ εἶχε παρακάνει. Αὐτὸς ζοῦσε μόνο μὲ νερὸ καὶ ψωμί. Τὴν ἴδια δίαιτα ἐφάρμοσε καὶ στὴ φυλακὴ ποὺ τὸν ἔβαλαν. Χρειἀστηκε δέ, νὰ τὸν πιέσουν πολὺ οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ γιὰ νὰ σταματήσει τὴν τέτοια δίαιτα. Τὸ κακὸ ὅμως παράγινε στὰ μέσα τοῦ Γ΄αἰώνα, τὸν καιρὸ ποὺ ἄρχισε ὁ μεγάλος διωγμὸς τοῦ Δέκιου. Τότε πολλοὶ χριστιανοί, στὶς ἐπαρχίες ἐκεῖνες ποὺ ἡ τρομοκρατία ἦταν μεγάλη, ὅπως στὴν Αἰγυπτο, Καρχηδόνα καὶ ἀλλοῦ, ἔφυγαν κρυφὰ ἀπὸ τὶς πολιτεῖες καὶ τὰ χωριά, καὶ κρύφτηκαν στὰ βουνὰ καὶ τὶς ἐρημιές, ὅπου θέλοντας καὶ μή, ζοῦσαν συντροφικὰ καὶ κοινοβιακά, γιατὶ ἀλλιώτικα δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ βγάλουν πέρα. Ἐξάλλου ὁ συντροφικὸς βίος δὲν ἦταν ἄγνωστος στοὺς χριστιανοὺς γιατὶ δὲν εἶχαν περάσει καὶ πολλὰ χρόνια ποὺ οἱ χριστιανικὲς ἀδελφότητες ἦταν ὀργανωμένες πάνω σὲ συνεταιριστικὲς βάσεις. Οἱ ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν παλιὰ ὀργάνωση καὶ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας ἦταν ἀκόμα ζωηρὲς στὴν στοματικὴ παράδοση. Ἔτσι οἱ Ἀγάπες ξαναζῆσαν τώρα, ἀφοῦ οἱ συνθῆκες ποὺ δημιούργησαν οἱ διωγμοὶ σὲ πολλὲς ἐπαρχίες ἦταν τέτοιες ποὺ οἱ χριστιανοί, ὅσοι δὲν ἤθελαν νὰ ὑπογράψουν δηλώσεις μετάνοιας, καὶ ν’ ἀλλαξοπιστήσουν, ἔπρεπε νὰ προτιμήσουν ἤ τὴ φυλακὴ καὶ τὰ μαρτύρια ἤ τὴν αὐτοεξορία τους στὰ βουνὰ καὶ τὶς σπηλιές.
Οἱ θεραπευτές, γιὰ τοὺς ὁποίους μιλάει καὶ περιγράφει ὁ συγγραφέας τοῦ φυλλαδίου «περὶ βίου θεωρητικοῦ», εἶναι οἱ πρόδρομοι τοῦ αἰγυπτιακοῦ μοναχισμοῦ ποὺ ἀργότερα πῆρε μεγάλη ἀνάπτυξη καὶ ἐπηρέασε πολὺ τὴν ἱστορία τῆς ἐκκλησίας τῆς Αἰγύπτου. Ἐξόν ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἀσκητές, ὑπῆρχαν καὶ ἄλλοι χριστιανοὶ στὴν Αἴγυπτο, ποὺ εἶχαν φανατιστεῖ τόσο πολὺ ἀπὸ τὴ διδασκαλία ὅτι ἡ ἐπίγεια ζωὴ εἶναι πρόσκαιρη καὶ δοκιμαστική, ἐνῶ ἡ οὐράνια θὰ εἶναι αἰώνια, ποὺ ἀηδιασμένοι γιὰ ὅτι ἔβλεπαν νὰ γίνεται γύρω τους, ἀποφάσισαν νὰ τραβηχτοῦν στὴν ἔρημο κι ἐκεῖ νὰ ζήσουν μόνοι τους τυραννώντας τὴ σάρκα τους γιὰ νὰ κερδίσουν τὴν αἰώνια, τὴ μετὰ θάνατον ζωή. Ὅπως καὶ στὸν ἐθνικὸ κόσμο, πολλοὶ πού ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὰ κηρύγματα μερικῶν φιλοσόφων, αὐτοχειριάζονταν γιατί πίστευαν πὼς ἡ ζωὴ δὲν ἔχει κανένα νόημα, ἔτσι καὶ τώρα στὸ χριστιανικὸ κόσμο –καὶ κυρίως στὴν αἰγυπτιακὴ ἐκκλησία –πολλοὶ χριστιανοί, ἀκόμη καὶ πλούσιοι, ἔφευγαν ἀπὸ τὶς πολιτεῖες καὶ πήγαιναν στὴν ἔρημο ἀσκητεύοντας μέσα σὲ σπηλιὲς καὶ τρύπες.
Ἀπ’ ὅσα ἔχουμε πεῖ ἴσαμε  δῶ ξέρουμε ὅτι τὸ σύνθημα τῆς στομαχικῆς καὶ σεξουαλικῆς ἐγκράτειας εἶχε πιάσει καὶ πολλοὶ πίστεψαν πὼς νηστεύοντας καὶ ἀπέχοντας ἀπὸ κάθε σεξουαλικὴ πράξη θὰ πᾶνε στὸν παράδεισο. Ὅπως εἴδαμε μάλιστα στὴν Ἀνατολὴ εἶχαν σχηματιστεῖ οἱ ἀδελφότητες τῶν ἀποστολικῶν ποὺ προπαγάνδιζαν καὶ ἐφάρμοζαν τὴ σεξουαλικὴ ἐγκράτεια καὶ ἀποχή. Ἀπ’ ὅλες λοιπὸν τοῦτες τὶς αἰτίες, ὅπως καὶ στὴ Μικρασία, ποὺ οἱ ἀποστολικοὶ ἀποτελέσανε ξεχωριστοὺς ὅμιλους καὶ ζοῦσαν συντροφικὰ ἐφαρμόζοντας αὐστηρὴ ἀποχὴ ἀπὸ κάθε γεννετήσια λειτουργία, ἔτσι καὶ στὴ χώρα τοῦ Νείλου οἱ ἀσκητὲς ζοῦσαν μόνοι τους, ἕνας ἕνας στὴν ἔρημο, βασανίζοντας τὸν ἑαυτό τους γιὰ νὰ κερδίσουν τὴν οὐράνια ζωή.  Ἡ καθιέρωση λοιπὸν τοῦ ἀσκητισμοῦ μᾶς δείχνει ὅτι οἱ παλιὲς παραδόσεις τοῦ χριστιανισμοῦ γιὰ τὴν κοινοκτημοσύνη, τὴν ἀγάπη τοῦ πλησίον καὶ τὴν ἐπίγεια βασιλεία, παραμορφωμένες σὲ πολλὰ σημεῖα ἐπηρέαζαν σημαντικὸ μέρος τῶν χριστιανῶν σὲ ὁρισμένες περιοχὲς τῆς Ἀνατολῆς. Μιὰ ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ δημιουργήσουν κοινότητες -ἀδελφότητες, ὅσοι εἶχαν περιουσία τὴ μοίραζαν στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀποτραβιόνταν στὴν ἔρημο καὶ κεῖ ὑπέφεραν τὰ πάντα, πιστεύοντας ἔτσι πὼς έφαρμόζουν τὶς γνήσιες ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ περιμένοντας νὰ κερδίσουν τὴν οὐράνια ζωή.  Αὐτὸ τὸ ἔκαναν καὶ πολλοὶ πλούσιοι χριστιανοὶ ἀηδιασμένοι ἀπ’ ὅσα γίνονταν γύρω τους. Ὁ Ἀντώνιος ποὺ θεωρεῖται πατέρας τοῦ ἀσκητισμοῦ, ἦταν πλουσιόπαιδο. Νά τί λένε γι’ αὐτὸν οἱ ἀρχαῖες παραδόσεις:
… καὶ συνέβη τότε τὸ Εὐαγγέλιον ἀναγιγνώσκεσθαι καὶ ἤκουσε τοῦ Κυρίου λέγοντος τῷ πλουσίῳ· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι ὕπαγε πώλησον πάντα τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δὸς πτωχοῖς καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανοῖς. Ὁ δὲ Ἀντώνιος ὥσπερ θεόθεν ἐσχηκὼς τὴν τῶν ἁγίων μνήμην καὶ ὡς δι’αὐτὸν γενομένου τοῦ ἀναγνώσματος, ἐξελθὼν εὐθὺς ἐκ τοῦ Κυριακοῦ τὰς μὲν κτήσεις, ἅς εἶχεν ἐκ προγόνων, ταύτας ἐχαρίσατο τοῖς πτωχοῖς. (Migne, τ. 26, 841, 844).
Ὅλες οἱ μαρτυρίες ποὺ ἔχουμε μᾶς πληροφοροῦν πὼς στὰ χρόνια ἐκεῖνα (ἀρχὲς τοῦ Δ΄αἰώνα)  ὁ ἀσκητισμὸς ἦταν μιὰ αὐτοκαταδίκη γιατὶ οἱ ἀσκητὲς χριστιανοί, αὐτοβασανίζονταν μὲ τὴ ζωὴ ποὺ ἔκαναν. Μὲ τὸν καιρὸ ὅμως τὸ παράδειγμα τῶν ἀσκητῶν τὸ μιμήθηκαν καὶ ἄλλοι. Πολλοὶ ἀδελφοὶ ἄρχισαν ὁμαδικὰ νὰ φεύγουν ἀπὸ τὶς πόλεις καὶ νὰ πηγαίνουν στὰ βουνὰ καὶ στὴν ἔρημο. Μιὰ ποὺ ἡ ἐκκλησία δὲν μπόρεσε νὰ λύσει κανένα ἀπὸ τὰ μεγάλα κοινωνικὰ προβλήματα, καὶ κυρίως τὸ πρόβλημα τῆς μεγάλης δυστυχίας καὶ ἀθλιότητας ποὺ ἔκανε μεγάλα στρώματα τοῦ πληθυσμοῦ νὰ ὑποφέρουν καὶ νὰ βρίσκονται σὲ ἀπόγνωση, πολλοὶ χριστιανοὶ ἀποτραβήχτηκαν ἀπὸ τὶς πόλεις καὶ βγῆκαν στὴν ὕπαιθρο ὀργανώνοντας ἐκεῖ μιὰ νέα ζωὴ πάνω σὲ κοινοβιακὲς βάσεις. Ἦταν κι αὐτοὶ ἀναχωρητὲς καὶ ἐφάρμοζαν τὸ σύστημα τῆς στομαχικῆς ἐγκράτειας καὶ τῆς σεξουαλικῆς ἀποχῆς, ὡστόσο ὅμως δὲν ζοῦσαν ἕνας ἕνας μέσα σὲ σπηλιὲς καὶ τρύπες, ἀλλὰ πολλοὶ μαζί. Αὐτοὶ ἄν καὶ λέγονταν μοναχοὶ ζοῦσαν κοινοβιακά, γιατὶ ἀκολουθοῦσαν τὶς ἀποστολικὲς παραδόσεις γιὰ τὴν ὀργάνωση τῶν πρώτων ἐκκλησιῶν. Πρὶν ἀπὸ εἴκοσι, τριάντα καὶ πενήντα χρόνια ἀναγκάζονταν νὰ φεύγουν γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὰ μαρτύρια καὶ τὴν τρομοκρατία, τώρα ὅμως ἔφευγαν θεληματικὰ γιατὶ δὲν μποροῦσαν νὰ ζήσουν μέσα στὶς πόλεις ἀφοῦ εἶχαν παντοτινὸ σύντροφο τὴν πείνα. Τὰ φορολογικὰ μέτρα τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Θεοδοσίου ἦταν τέτοια ποὺ ἀνάγκαζαν πολλοὺς νὰ πουλοῦν τὰ παιδιά τους γιὰ νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους. Κι ἀκόμα ἄς μὴν ξεχνᾶμε πὼς οἱ περιουσίες καὶ τὰ ἱδρύματα τῶν ἐκκλησιῶν ἦταν ἀφορολόγητα. Πηγαίνοντας λοιπὸν οἱ χριστιανοὶ στὴν ὕπαιθρο καὶ φτιάχνοντας μιὰ ἐκκλησούλα καὶ ξεχερσώνοντας ἕναν τόπο, ζοῦσαν χωρὶς νὰ τοὺς κυνηγάει ὁ φοροεισπράχτορας καὶ χωρὶς τὶς ἔγνοιες τῆς ἀστικῆς ζωῆς. Συντρέχανε λοιπὸν πολλὲς αἰτὶες γιὰ νὰ παίρνουν οἱ χριστιανοὶ τὰ μάτια τους, καὶ νὰ φεύγουν σὲ ἐρημότοπους. Ἔτσι σιγὰ σιγὰ σχηματίστηκαν μερικοὶ ὅμιλοι (μικρὲς ἀποικίες –κοινότητες) ποὺ κάτω ἀπ’ τὴ θρησκευτικὴ συναδέλφωση καὶ τὴν καθιέρωση τῆς κοινοκτημοσύνης καλλιεργοῦσαν κολλεκτιβιστικὰ μικρὰ χτήματα στὴν ἀρχή, καὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ μεγάλες ἐκτάσεις γῆς. Φυσικὰ εἶχαν νὰ λύσουν ἐξαρχῆς τὸ πρόβλημα τῆς διατροφῆς. Τὸ σύνθημα τῆς στομαχικῆς ἐγκράτειας, ἀναγκάζονταν νὰ τὸ ἐφαρμόζουν ἀπόλυτα, γι’ αὐτὸ μοναδικὸ φαγητό τους ἦταν τὰ ἄγρια λάχανα καὶ χόρτα.
Οὐδὲν πλέον ἤ ὅσαπερ τῶν λαχάνων αὐτομάτως ἐκ τῆς γῆς ἀναφύεται, οὐκ ἄρτος τέως, οὐκ ὄσπριον, οὐ  τῶν ἐν τοῖς φυτοῖς ὀπωρῶν τε διαιτώμενος, οὐδ’ ὅσα διὰ τοῦ πυρὸς ἔχει τὴν χρήσιν. (Hist. Monach. 8.9).
Ἀπ’ ὅλες τοῦτες τὶς αἰτίες διαμορφώθηκε ὁ μοναχικὸς βίος ποὺ ἀργότερα ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο στὴν ἱστορία τοῦ χριστιανισμοῦ. Δὲν ἦταν λόγοι μόνο θρησκευτικοὶ ποὺ ἔκαναν πολλοὺς νὰ προτιμήσουν τὸ καλογεριλίκι ἀλλὰ καὶ βιοτικοί. Αὐτὸ ποὺ ἔκαναν οἱ ἀσκητὲς καὶ οἱ καλόγεροι ἦταν ἕνα εἶδος διαμαρτυρίας καὶ ἐπανάστασης. Μὴ μπορώντας πολλοὶ χριστιανοὶ νὰ ἐπιβάλουν τὴ θέλησή τους καὶ νὰ φέρουν τὴν ἐκκλησία στὸ δρόμο τῆς ἀποστολικῆς παράδοσης, ἄλλοι μὲν χωρίζονταν ἀπὸ τὴν ὀργάνωση τῆς ἐπίσημης ἐκκλησίας -ὅπως οἱ ἀποστολικοί –κι ἄλλοι πήγαιναν στὴν ὕπαιθρο γιὰ νὰ ἱδρύσουν ἐκεῖ νέες ἀδελφότητες. Ὅσο λοιπὸν βαστοῦσε ὁ ἐνθουσιασμός τους ἦταν φανατικοὶ τηρητὲς καὶ τῆς στομαχικῆς ἐγκράτειας καὶ τῆς σεξουαλικῆς ἀποχῆς. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἔβλεπαν πὼς τὶς ἀπολαύσεις αὐτὲς τὶς ἔχουν οἱ πλούσιοι, ποὺ αὐτοὶ τοὺς χαρακτήριζαν σὰν ὄργανα τοῦ διαβόλου, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη σύμφωνα μὲ τὶς διδασκαλίες ὁρισμένων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας οἱ νηστεῖες, οἱ προσευχὲς καὶ ἡ παρθενία δίνουν εἰσιτήριο γιὰ τὸν παράδεισο. Ἄμα πέρασαν ὅμως μερικὰ χρόνια καὶ τὰ μοναστήρια ἀπόχτησαν πλούτη, χτήματα καὶ πολλὰ τρόφιμα, οἱ μοναχοί –οἱ πιὸ πολλοὶ ἀπὸ δαύτους –ξέχασαν τὶς διδασκαλίες αὐτὲς καὶ σκέφτονταν πολὺ ὑλιστικὰ φροντίζοντας γιὰ τὴν κοιλιά τους καὶ ἱκανοποιώντας τὶς σεξουαλικές τους ὁρμές. Ἐξάλου τὰ μοναστήρια γέμισαν κι ἀπὸ ἕνα σωρὸ ἀγύρτες καὶ τυχοδιῶχτες, καὶ κακοποιὰ στοιχεῖα, ἐνῶ στὴν ἀρχὴ δὲν γινόταν αὐτό. Ὁ μοναχισμὸς λοιπὸν ἁπλώθηκε πολὺ στὴν Αἴγυπτο καθὼς καὶ στὴν Ἀρμενία, Παφλαγονία καὶ Πόντο. Στὶς περιοχὲς αὐτὲς οἱ πολιτικές, κοινωνικὲς καὶ οἰκονομικὲς συνθῆκες ἦταν τέτοιες ποὺ εὐνόησαν τὴν ἀνάπτυξη τοῦ μοναχισμοῦ. Ἱδρυτὴς τοῦ ἀστικοῦ μοναχισμοῦ θεωρεῖται ὁ Εὐστάθιος (300 -375). Καὶ ὁ ἀστικὸς μοναχισμὸς παρουσίασε μεγάλη ἀνάπτυξη. Στὴν κυρίως Ἑλλάδα ὁ μοναχισμὸς ἀρχίζει τὴ δράση του μᾶλλον ἀπὸ τὸν Ε΄αἰώνα.
Ἀνασκαφαὶ καὶ ἔρευναι χριστιανικῶν μνημείων ἀπέδειξαν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶχον ἱδρυθῆ, τότε μεγάλαι μοναί· ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὴν μονὴν Δαφνίου, ἥτις εἶναι μὲν ἐν τῇ σημερινῇ της μορφῇ βυζαντινῶν χρόνων, διασώζει ὅμως τὸν ὀχυρὸν περίβολον μονῆς τοῦ Ε΄αἰῶνος, ἱκανὰ γλυπτὰ καὶ βάσεις μοναστηριακοῦ ναοῦ τῆς αύτῆς ἐποχῆς, διακρινόμενα δυτικῶς τοῦ βυζαντινοῦ καθολικοῦ. Ἑτέραν μονὴν μὲ παλαιοχριστιανικὰ λείψανα ἔχομεν τὴν μονὴν Καισαριανῆς, ἔνθα διεσώθησαν πλεῖστα ἀξιόλογα γλυπτὰ μέλη, κοσμοῦντα ναόν… τοῦ τέλους τοῦ Ε΄ἤ τῶν ἀρχῶν τοῦ ΣΤ΄ αἰῶνος… (Γ. Σωτηρίου, «Αἱ μοναὶ τῆς Ἑλλάδος κλπ.», σ. 5-6).
Ὁ μοναχισμὸς ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ πέρασε καὶ στὴ Δύση ὅπου καὶ κεῖ παρουσίασε ἀξιόλογη κίνηση καὶ ἀνάπτυξη. Ἱδρυτὴς καὶ θεμελιωτὴς τοῦ δυτικοῦ μοναχισμοῦ εἶναι ὁ ἅγιος Βενέδικτος. (480 -544) ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ Σπαλάτο τῆς Ἰταλίας κι ἀπὸ γενιὰ ἀρχοντική, καλοσπουδασμένος. Ὁ Βενέδικτος σὲ πολλὰ μοιάζει μὲ τὸν Ἀντώνιο. Ἔζησε χρόνια κι αὐτὸς στὴν ἐρημιά, μὰ στὰ τελευταῖα του ἄρχισε νὰ παίρνει μέρος στὴν πολιτικὴ ζωή, πότε ἄμεσα καὶ πότε ἔμμεσα, καὶ νὰ ἐπηρεάζει πολὺ κόσμο. Ἔτσι ἄφησε πολλοὺς ὀπαδοὺς –τοὺς Βενεδικτίνους –ποὺ ἐξακολούθησαν τὸ ἔργο του. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς του εἶναι ὁ Γρηγόριος. (540 -604) ποὺ ἔγινε καὶ πάπας τῆς Ρώμης. Ἐπίσης ἄλλη σπουδαία μορφὴ τοῦ δυτικοῦ μοναχισμοῦ εἶναι ὁ Κασσιόδωρος (490-585). Καταγόταν ἀπὸ τὴ Συρία ἀλλὰ ἦταν ἐγκατεστημένος στὴν Ἰταλία. Ἐκεῖνο ποὺ μάλιστα πρέπει νὰ σημειώσουμε ἐδῶ, εἶναι ὅτι στὴ γενικὴ κατάπτωση τῆς ἐποχῆς του, καὶ μέσα στὸ πνευματικὸ σκοτάδι ποὺ ἄρχισε νὰ σκεπάζει τὴν Ἰταλία, αὐτὸς προπαγάνδισε τὴν ἰδέα πὼς πρέπει τὰ ἀρχαῖα μνημεῖα τοῦ λόγου (τὰ συγγράματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ Λατίνων συγγραφέων) νὰ μὴν καταστρέφονται παρὰ νὰ φυλάγονται. Ἔτσι τὰ μοναστήρια τῆς Δύσης φύλαξαν τοὺς πιὸ πολλοὺς θησαυροὺς τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς σοφίας. Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ στὴν Ἀνατολὴ ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ὁ Ἰουστινιανὸς ἔκλεισε τὶς σχολὲς τῶν Ἀθηνῶν (529). Ὅσο κι ἄν οἱ μοναχοὶ στάθηκαν οἱ χειρότεροι διῶκτες τῆς ἀρχαίας καλλιτεχνικῆς καὶ φιλολογικῆς δημιουργίας, ἐπειδὴ ἡ ἐκκλησία κηδεμόνεψε τὴ σκέψη καὶ ἡ θεολογία ἀντικατάστησε τὴ φιλοσοφία, εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα συγγράμματα καὶ γι αὐτὸ τὰ φύλαγαν γιὰ νὰ τὰ συμβουλεύονται καὶ νὰ τὰ μελετοῦν. Ἐνῶ λοιπὸν φανάτιζαν τὸν ὄχλο καὶ δημιουργοῦσαν ὀχλοκρατικὲς σκηνὲς γκρεμίζοντας καὶ καταστρέφοντας τὰ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ κλείνοντας τὶς φιλοσοφικὲς σχολές, πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἦταν γραμματισμένοι, ἔκρυβαν τὰ ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ συγγράμματα γιὰ νὰ μονοπωλήσουν τὴ σκέψη καὶ τὶς ἐπιστημονικὲς γνώσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ κύρια αἰτία ποὺ δὲν τὰ ἔφαγε ἡ φωτιὰ ὅλα τὰ ἑλληνικὰ χειρόγραφα. Ὄχι ἀπὸ καλό, ὅπως λένε μερικοί, καὶ γιατὶ ἦταν λάτρεις τῆς ἀρχαίας σοφίας φύλαξαν τὰ χειρόγραφα τῶν ἀρχαίων. Τοὺς χρειάζονταν καὶ γι αὐτὸ τὰ φύλαξαν καὶ δὲν τὰ κατέστρεψαν ὅλα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πάσα ἀλήθεια. Ἄσχετα ὅμως ἀπὸ τὴν τέτοια ἤ τέτοια αἰτία, ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ εἶναι ὅτι σώθηκαν τὰ πιὸ πολλὰ λογοτεχνικὰ μνημεῖα τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ κόσμου. Ἄν τὰ μοναστήρια –καὶ κυρίως τῆς Δύσης –δὲ φύλαγαν τοὺς θησαυροὺς τοῦ ἀρχαίου πνευματικοῦ πολιτισμοῦ, ἡ πισωδρόμηση ποὺ παρατηρήθηκε στὸ μεσαίωνα θὰ ἦταν ἀκόμα μεγαλύτερη καὶ ὁ νεώτερος κόσμος δὲ θα ‘βρισκε ἕτοιμο τὸ ὑλικὸ γιὰ νὰ χτίσει τὸ δικὸ του πολιτισμό. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε, ἡ ὑπηρεσία ποὺ πρόσφεραν τὰ μοναστήρια ἦταν μεγάλη, γιατὶ οἱ ἐκδόσεις τῶν ἀρχαίων συγγραφέων ποὺ ἄρχισαν στὴν Ἰταλία ἄμα ἀνακαλύφτηκε ἡ τυπογραφία δὲ θὰ γίνονταν, γιατὶ δὲ θὰ ὑπῆρχαν ἀντίγραφα τῶν ἔργων τους. Πρέπει τώρα νὰ παρατηρήσουμε πὼς ἀντίθετα ἀπ’ ὄτι ἔγινε στὴν Παλαιστίνη καὶ ἀλλοῦ μὲ τὶς πρῶτες χριστιανικὲς κοινότητες ποὺ ἐφάρμοσαν τὸν κομμουνισμὸ μόνο στὰ μέσα τῆς κατανάλωσης, στὴν ὕπαιθρο ἡ χριστιανικὴ κοινοβιακὴ ὀργάνωση στὶς ἀρχὲς τοῦ Δ΄αἰώνα στηριζόταν ὄχι μόνο στὴν κοινοχτημοσύνη τῆς κατανάλωσης μὰ καὶ τῆς παραγωγῆς. Ἔτσι ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ ἐργάζονταν γιὰ τὴν κοινότητα, ὅλοι ἦταν οἱ ἰδιοκτῆτες τῆς γῆς, τῶν ἐργαλείων καὶ τῶν καλυβιῶν τους κλπ. κι ὅλοι μοιράζονταν συντροφικὰ τὰ γεννήματα καὶ ὅλη γενικὰ τὴ σοδειά τους. Ἔτσι λοιπόν ὕστερα ἀπὸ μερικὰ χρόνια στὰ μοναστήρια, δὲν ὑπῆρχε πείνα καὶ ἀθλιότητα, μὰ ἕνας νέος κόσμος ποὺ ζοῦσε ἁρμονικὰ κι εὐτυχισμένα.  Φυσικὰ ἡ τέτοια ὀργάνωση δὲν ἄργησε νὰ τραβήξει ἀπὸ τὶς πολιτεῖες πολλοὺς ὀπαδούς, κι ἔτσι μέσα σὲ λίγα χρόνια οἱ μονὲς πλήθαιναν καὶ οἱ μοναχοὶ ἀποτελοῦσαν πολυάριθμες ἑνώσεις (κοινόβια).
Ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ὁ τέτοιος μοναχικὸς βίος ἔκανε ἐντύπωση καὶ γι  αὐτὸ μερικοὶ ἱεράρχες ποὺ ἀγαναχτοῦσαν (γιατὶ ἔβλεπαν μέσα στὶς πόλεις τοὺς χριστιανοὺς νὰ μὴ σέβονται τὶς παλιὲς εὐαγγελικὲς παραδόσεις καὶ νὰ μὴν εἶναι πραγματικοὶ χριστιανοί), ἐνθουσιάστηκαν κι ἄρχισαν νὰ προπαγανδίζουν τὴν κοινοβιακὴ κοινοχτημοσύνη. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἱεράρχες, ὁ Βασίλειος, ἔγραφε:
Καὶ τοίνυν ἀναγνοὺς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ θεασάμενος ἐκεῖ μεγίστην ἀφορμὴν εἰς τελείωσιν, τὴν διάπρασιν τῶν ὑπαρχόντων καὶ τὴν πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς τῶν ἀδελφῶν κοινωνίαν καὶ ὅλως τὸ ἀφροντίστως ἔχειν τοῦ βίου τούτου καὶ ὑπὸ μηδεμιᾶς συμπαθείας πρὸς τὰ ὧδε τὴν ψυχὴν ἐπιστρέφεσθαι ταύτην ἑλόμενον τὴν ὁδὸν τοῦ βίου κλύδωνα. (Migne, τ. 32,824).
Ἐνῶ λοιπὸν στὶς πόλεις στὸ τέλος τῆς ἀρχαιότητας καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ μεσαίωνα ἐξακολουθοῦσαν ἡ πείνα, ἡ δυστυχία καὶ ἡ ἀθλιότητα νὰ εἶναι μόνιμο καθεστώς, σὲ πολλὲς ἀγροτικὲς περιοχές, διαμορφώθηκε μιὰ νέα κατάσταση ποὺ ἔδινε ψωμὶ καὶ ὅλα τὰ χρειαζούμενα γιὰ τὴ ζωή, καὶ τὴ συντήρηση σὲ χιλιάδες χριστιανούς.  Ἔπειτα, ἀντίθετα ἀπ’ ὅτι γίνεται στὰ χρόνια μας, ποὺ ἡ ζωὴ εἶναι διαμορφωμένη ἔτσι ὥστε οἱ ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων νὰ μὴν εἶναι ἴδιες γιὰ ὅλους, στὰ χρόνια ἐκεῖνα γιὰ τὸν πολὺ λαό, οἱ ὅροι τῆς ζωῆς ἦταν πολὺ ἁπλοὶ καὶ ὅμοιοι καὶ μὲ τὸ νὰ καταναλώνουν ὅλοι τὰ ἴδια δὲ δημιουργοῦνταν ἀντιζηλίες κι οὔτε ἔκαναν ἀντιπαθητικὴ τὴν τέτοια σταθερὴ κοινοκτημοσύνη τῶν μέσων τῆς κατανάλωσης. Μπορεῖ ὅμως νὰ ρωτήσει κανείς: Ἀφοῦ ὁ μοναχικὸς κομμουνισμὸς τοῦ Δ΄αἰώνα τόσο πολὺ ἔπιασε σὲ ὁρισμένες ἀγροτικὲς περιοχές, γιατὶ δὲν ἐξαπλώθηκε σ’ ὅλη τὴ Μεσόγειο καὶ Μικρασία καὶ δὲν ἐπηρέασε τὴ ζωὴ τοῦ μικρασιατικοῦ καὶ μεσογειακοῦ πληθυσμοῦ; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν εἶναι δύσκολη ἡ ἀπάντηση.  Ὁ μοναχικὸς κομμουνισμὸς δὲν μπόρεσε νὰ παίξει ἕναν τέτοιο ρόλο, δὲν μπόρεσε δηλαδὴ νὰ γενικευτεῖ σὰ μορφὴ τῆς κοινωνίας γιατὶ στηριζόταν στὴν κοινοκτημοσύνη τοῦ νοικοκυριοῦ, ἡ παραγωγὴ δηλαδὴ ἦταν περιορισμένη, ἔβγαζαν τόσα, ὅσα χρειάζονταν γιὰ νὰ συντηρηθοῦν κι ὄχι γιὰ ἐξαγωγή. Γι  αὐτὸ καὶ ὁ καλογερισμὸς εἶχε ἀποκλείσει τὸ γάμο, ὅπως οἱ ἀποστολικοί, καὶ πιὸ πολὺ οἱ Ἐσσαῖοι παλιότερα. Ἡ ἀγαμία ἦταν ὅρος ἀπαραίτητος γιὰ τὸν καθένα ποὺ ἤθελε νὰ γίνει καλόγερος. Ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ ἦταν ἀδύνατη ἄν οἱ μοναχοὶ ἦταν παντρεμένοι καὶ εἶχαν οἰκογένεια. Θὰ γίνονταν πολλὰ παρατράγουδα καὶ τὰ κοινόβια θὰ διαλύονταν. Βέβαια οἱ μοναχοὶ -οἱ νέοι τουλάχιστον –δὲν ἦταν ὄνομα καὶ πράμα ἀσκητές. Τὶς σεξουαλικὲς τους ἀνάγκες τὶς ἱκανοποιοῦσαν εἴτε μὲ τὸν ἐλεύθερο ἔρωτα, εἴτε μὲ τὴν ἐρωτικὴ ὁμοφυλοφυλία.
Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κιόλας, πολλοὶ μοναχοί, δὲν ἦταν καθόλου ἀσκητὲς στὸ σεξουαλικὸ ζήτημα. Βέβαια, ὑπῆρχαν ἀρκετοὶ ποὺ ἔμεναν ἄγαμοι σ’ ὅλη τους τὴν καλογερικὴ ζωή, ἦταν ὅμως καὶ μερικοὶ ποὺ ζοῦσαν μὲ γυναῖκες, ὅπως καὶ καλόγριες ποὺ ζοῦσαν μὲ ἄντρες. Στὴν Καρχηδόνα, τὸν Γ΄αἰώνα, ἔγιναν πολλὲς ἀσχημίες στὰ ἀσκητήρια καὶ μοναστήρια, καὶ ὁ ἐπίσκοπος Πομπόνιος ἀναγκάστηκε νὰ πάρει τὰ μέτρα του.(βλ. καὶ ἐπιστ. Κυπριανοῦ 4). Ἀργότερα πάρθηκαν ἀπαγορευτικὲς ἀποφάσεις καὶ στὴ Σύνοδο ποὺ ἔγινε στὴν Ἑλβίρα (Ἱσπανίας) καθὼς καὶ στὴν Α΄Οἰκουμενική.
Τὸ διεφθαρμένο ὅμως καλογερισμὸ τῶν πρώτων αἰώνων τόν χτύπησαν καὶ ὀνομαστοὶ ἀξιωματοῦχοι τῆς ἐκκλησίας, ὅπως οἱ τρεῖς ἱεράρχες καὶ ἄλλοι. Ἦταν τέτοια τὰ ὄργια καὶ τέτοιες οἱ ἀσχημίες ποὺ οἱ τίμιοι κληρικοὶ διαμαρτυρήθηκαν καὶ ἀγανάκτησαν. Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες ἦταν φυσικὸ νὰ ἐξεγερθοῦν γιὰ ὅσα ἔβλεπαν καὶ μάθαιναν νὰ γίνονται μέσα στὰ μοναστήρια καὶ γενικὰ γιὰ τὰ καλογερικὰ καμώματα. Στοὺς λόγους τους καὶ τὰ συγγράμματά τους ὑπάρχουν πολλὲς περικοπὲς ποὺ ἐκφράζουν τὸν πόνο καὶ τὴν ἀγανάκτησή τους. Δὲν ἐπακούστηκαν ὅμως, καὶ τὸ κακὸ παράγινε. Τὰ ἴδια γίνονταν καὶ στὴ Δύση. Καὶ κεῖ ὁ καλογερισμὸς ἔχει στὸ παθητικό του πολλὰ ὄργια καὶ ἀσχημίες. Ὁ ἀσκητισμὸς καὶ ἡ παρθενία εἶχαν καταντήσει τύποι χωρὶς καμμιὰ σημασία. Στὰ μοναστήρια τῆς Δύσης ἡ ἠθικὴ ἔκλυση ἔφτασε στὸ ἀνώτατο σημεῖο τῆς διαφθορᾶς. Ὁ καλογερισμὸς λοιπὸν ἔγινε μεγάλη ἠθικὴ πληγὴ γιὰ τὴν ἐκκλησία καὶ τὴν κοινωνία καὶ ὄχι μόνο δὲν περιορίστηκε τὸ κακό, ἀλλὰ καὶ μεγάλωσε σὲ ὁρισμένες ἐποχὲς καὶ περιοχές.
Ὅπως καὶ νὰ εἶναι ὅμως, τὰ μοναστήρια - ἔξω ἀπ’ τὶς ἠθικὲς παρεκτροπὲς καὶ ἀσχημίες τῶν καλόγερων – γιὰ μιὰ ὁρισμένη περίοδο ἀνακούφισαν μεγάλες μάζες τοῦ πληθυσμοῦ ποὺ δυστυχοῦσε καὶ πεινοῦσε. Ὡστόσο, ὅσο κι ἄν ὁ μοναχισμὸς σὲ πολλὲς ἀγροτικὲς ἐπαρχίες ἁπλώθηκε πολύ, δὲν μπόρεσε ὅπως εἴπαμε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν ὕπαιθρο στὰ ἀστικὰ κέντρα. Ἡ ἀγαμία ἦταν ἀξεπέραστο ἐμπόδιο καὶ ἡ μεγάλη μάζα τοῦ πληθυσμοῦ, ὅσο κι ἄν ὑπέφερε, προτιμοῦσε νὰ δυστυχεῖ παρὰ νὰ μπεῖ κάτω ἀπ’ τὸ ζυγὸ τῆς ἀγαμίας. Μόνο ἄν καθιερωνόταν ἡ κοινογαμία -ὅπως στὶς ἀρχέγονες κοινωνίες –θὰ ἦταν δυνατὸν τὰ κοινόβια τῶν μοναχῶν νὰ χρησιμεύσουν σὰν πρότυπο γιὰ τὴ νέα κοινωνικοοικονομικὴ διαρρύθμιση τῆς κοινωνίας τῶν πόλεων. Ἡ κοινογαμία ὅμως ἀποκρουόταν ἀπὸ τὸ γενικὸ κοινωνικὸ αἴσθημα τῆς τότε ἐποχῆς, κι ἔτσι ὁ μοναχισμὸς δὲν μπόρεσε νὰ ἐξαπλωθεῖ καὶ στὶς πόλεις κι ἔμεινε πάντα μειονότητα, ὅσο κι ἄν σ’ ὁρισμένες περιοχὲς κι ἐποχὲς σημειώθηκε μεγάλη στγκέντρωση πληθυσμοῦ, ἀστικοῦ κι ἀγροτικοῦ στὰ μοναστήρια.
Ὕστερα ἀπὸ χρόνια, ὁ μοναχισμὸς ὅπως ξέρουμε, ἔχασε τὴν πρώτη του μορφή, καὶ ὁ καλογερικὸς ἐνθουσιασμὸς ἀτόνησε. Ἄμα μελετήσουμε προσεκτικὰ τὴν ἱστορία τοῦ μοναχισμοῦ θὰ ἰδοῦμε πὼς ὅσο πιὸ πολὺ διατηρούνταν ὁ μοναχικὸς ἐνθουσιασμὸς τόσο αὐγάταινε κι ὁ πλοῦτος τῶν μοναστηριῶν. Ἐξάλλου ἡ μεγάλη καλλιέργεια ποὺ γινόταν κολλεκτιβιστικά, ἔδινε καλύτερα προϊόντα καὶ μαζὶ τὰ φθηνότερα, γιατὶ μιὰ ποὺ ἦταν καθιερωμένο τὸ κοινὸ νοικοκυριὸ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς ἦταν πολὺ μικρά.
Τὸ ἴδιο ποὺ γινόταν μὲ τὸ νοικοκυριὸ τοῦ τσιφλικᾶ γινόταν καὶ μὲ τὸ κοινὸ νοικοκυριὸ τῶν μοναστηριῶν, δηλαδὴ ὅπως ὁ μεγαλοκτηματίας, ὅ, τι τοῦ χρειαζόταν τὸ ἔφτιαχνε μὲ τοὺς δούλους του, ἔτσι καὶ οἱ καλόγεροι ὅλα τὰ χρειαζούμενα ἀπὸ τὰ εἴδη τροφῆς καὶ ρουχισμοῦ ἴσαμε τὰ ἐργαλεῖα τῆς δουλειᾶς, τὰ φτιάχνανε μόνοι τους. Ἐπειδὴ ὅμως στὰ τσιφλίκια οἱ δοῦλοι δούλευαν οἱ πιὸ πολλοὶ μὲ τὸ ζόρι, βαρυγκομώντας, στὰ μοναστήρια ἡ καλλιέργεια γινόταν πιὸ ἐντατικὰ καὶ πιὸ συστηματικὰ γιατὶ οἱ ἐργάτες – καλόγεροι ἦταν σύντροφοι καὶ μέτοχοι, ἔπαιρναν δηλαδὴ ὁλόκληρο τὸ προϊὸν τῆς δουλειᾶς τους. Κι ἀκόμα ἐπειδὴ ὑπῆρχαν πολλοὶ καλόγεροι, γινόταν ἐπιλογὴ ἀπὸ δαύτους, καὶ χρησιμοποιοῦνταν στὶς διάφορες τεχνικὲς καὶ καλλιεργητικὲς δουλειές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἱκανότητες καὶ τὴν εἰδικότητα τοῦ καθενός, γι’αὐτὸ καὶ ἡ παραγωγικότητα ἦταν καλύτερη καὶ μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν παραγωγικότητα τῶν δούλων. Κοντὰ στὰ πλεονεκτήματα αὐτὰ ἡ μονὴ ἀπέναντι στὸ μεγαλοτσιφλικὰ βρισκόταν σὲ πλεονεκτικὴ θέση, μὲ τὸ νὰ ἔχει μακρόβια ὑπόσταση μποροῦσε νὰ κατέχει ἐφευρέσεις καὶ ἐμπορικὰ μυστικὰ ἐνῶ ἀπὸ τὰ ἄτομα οἱ τεχνικὲς ἐφευρέσεις καὶ τὰ κάθε λογῆς μυστικὰ τοῦ ἐμπορίου πολλὲς φορὲς χάνονται ἄμα πεθαίνουν οἱ ἐφευρέτες τους.  Στὰ μοναστήρια ὅμως δὲν ἦταν τὸ ἴδιο, γιατὶ οἱ γεροντότεροι ἀποθησαύριζαν τὴν πείρα καὶ τὶς γνώσεις ὄχι μόνο τῆς γενιᾶς τους μὰ καὶ τῶν πρὶν  ἀπ’ αὐτοὺς γενεῶν, κι ἔτσι τὶς κληροδοτοῦσαν στοὺς μεταγενέστερους. Μὰ καὶ κάτι ἄλλο πρέπει νὰ ἔχουμε ἀκόμα ὑπόψη. Ἡ μονὴ ὅλο καὶ μεγάλωνε τὴν περιουσία της, ἐνῶ στὰ ἄτομα κάθε τόσο γίνεται μοιρασιὰ ἀπ’ τὰ παιδιά τους. Αὐτὸ ὅμως ἦταν καὶ τὸ τρωτὸ σημεῖο τῆς κοινοκτημοσύνης τῶν καλόγερων. Ἄμα μαζευόταν μεγάλη περιουσία, οἱ καλόγεροι δὲν ἐργάζονταν πιὰ οἱ ἴδιοι, μὰ ἔπαιρναν ἐργάτες ἀπὸ τὰ γειτονικὰ μέρη ἤ ἀγόραζαν ἀκόμα καὶ δούλους ἤ δουλοπάροικους.
Ἔτσι μὲ τὸν καιρὸ ὁ κοινοβιακὸς κομμουνισμὸς τῶν μοναστηριῶν ἐκφυλίστηκε, κι ὁ καλογερισμὸς διαμορφώθηκε κι αὐτὸς -ὅπως καὶ οἱ ἐπίσκοποι – σὲ ἐκμεταλλευτὴ τοῦ λαοῦ. Ἀπὸ καταφύγιο τῶν δυστυχισμένων καὶ πεινασμένων ποὺ ἦταν στὶς ἀρχὲς τῆς ἐμφάνισής τους οἱ μονές, κατάντησαν κέντρα τεμπελιᾶς, διαφθορᾶς καὶ ἐκμετάλλευσης. Μόνο ποὺ κράτησαν τὴν αὐτοτέλειά τους καὶ δὲν ἔγιναν παντοῦ ὄργανα τῶν δεσποτάδων. Ἴσα ἴσα ποὺ πολλὲς φορὲς μπόρεσαν καὶ τὰ ἔβαλαν καὶ μὲ τοὺς μεγιστᾶνες τῆς ἐκκλησίας. Μὲ τὸ νὰ ἔχουν μεγάλο πλοῦτο οἱ μονές, καὶ σύνδεσμο ἀναμεταξύ τους, μπόρεσαν καὶ κράτησαν τὴν ἀνεξαρτησία τους πολλοὺς αἰῶνες. Μερικὲς φορὲς μάλιστα εἶχαν τέτοια δύναμη ποὺ οἱ ἐπίσκοποι ἀναγκάζονταν νὰ ὑπακοῦνε στὶς διαταγὲς τῶν καλογέρων.
Ἴσαμε τὸν Θ΄αἰώνα, ὁ καλογερισμὸς ἦταν μιὰ ἰσχυρὴ δύναμη ποὺ ὄχι μόνο οἱ ἐπίσκοποι μὰ καὶ οἱ μητροπολιτάδες καὶ οἱ πατριάρχες ἀκόμα τὴν ὑπολόγιζαν. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ὅμως ποὺ ἔγινε τὸ Σχίσμα καὶ ἡ Ἀνατολικὴ μὲ τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία χωρίστηκαν, στὴ Δύση, μὲ τὸ νὰ μὴν ὑπάρχει ἑνιαῖο κράτος ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ ἐπιβληθεῖ πάνω στὴν ἐκκλησία, ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης – ποὺ λεγόταν Πάπας – κατόρθωσε σιγὰ σιγὰ νὰ ἐπικρατήσει καὶ νὰ γίνει ἐξουσιαστὴς ὅλων τῶν ἄλλων ἐπισκόπων. Αὐτὸ βέβαια δὲν ἔγινε ἀμέσως καὶ οὔτε χωρὶς ἀντίδραση. Ὁ Πάπας ἀπὸ τὴν πάλη ἐπισκόπων καὶ μοναχῶν, παίρνοντας τὸ μέρος τῶν δεύτερων, κατόρθωσε νὰ διαμορφώσει τὴν ἐξουσία του σὲ ἀπόλυτη μοναρχία. Τὸ ἀντίθετο ἔγινε στὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία. Ἐκεῖ οἱ ἐπίσκοποι στὸν  ἀγώνα τους ἐνάντια στοὺς καλόγερους βρῆκαν σύμμαχο καὶ ὑποστηρικτὴ τὸν αὐτοκράτορα κι ἔτσι ὁ καλογερισμὸς ποὺ πολλὲς φορὲς ἀναστάτωσε τὴ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἀναγκάστηκε νὰ πάρει τὸ μέρος πότε τοῦ ἑνὸς κόμματος καὶ πότε τοῦ ἄλλου, ὑποκύπτοντας πάντα στὴν ἀνώτατη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ποὺ εἶχε μαζί της τὴν κρατικὴ ἐξουσία.
Οἱ μονὲς λοιπὸν, ποὺ στὴν ἀρχὴ καὶ γιὰ μερικοὺς αἰῶνες ἦταν τὸ καταφύγιο τῶν φτωχῶν καὶ τῶν κατατρεγμένων, μὲ τὸν καιρό, ἀπὸ τὶς αἰτίες ποὺ σημειώσαμε παραπάνω, κατάντησαν ὁ τόπος τῆς ἀμορφωσιᾶς, τῆς τεμπελιᾶς, τῆς ἐκμετάλλευσης καὶ τῆς κάθε εἴδους αἰσχρότητας.
Γιάννης Κορδᾶτος «Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ χριστιανισμός»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες