Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

ΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ ΜΑΘΗΜΑ


ΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ ΜΑΘΗΜΑ the artistic lesson Great system
Τὸν 18ο αἰώνα γράφεται στὴν Κωνσταντινούπολη μιὰ ἔντεχνη σύνθεση μὲ τίτλο «Μέγα σύστημα»  (στὰ ὀθωμανικὰ μακαμλάρ κιαρί) ποὺ περιέχει τὰ ἀραβοπερσικὰ μακάμια μὲ τὴν τάξη ποὺ διδάσκονται. Οἱ στίχοι εἶναι τοῦ Μπεϊζαδὲ Γιάγκου Καρατζᾶ καὶ ἡ μουσικὴ τοῦ Τζελεμπῆ Γιάγκου Θεολόγου. Στὸ ἀναλυτικὸ σύστημα τῆς νέας γραφῆς, τὸ μετέγραψε ὁ Κωνσταντῖνος Πρωτοψάλτης ἐνῶ τὸ ἐξέδωσε ὁ Θεόδωρος Φωκαέας.
τὸ κείμενο:
Μοῦσα ἄραγε τί τρόπος εἶναι Ράστι νὰ σὲ πῶ;
Στὸ σχολεῖον τὸ δικόν σου νὰ βρεθῶ πῶς ἀγαπῶ!
Ἐκεῖ τότε Χουμαγιούνι μ’ εὐκολίαν ἠμπορῶ,
Καὶ τὸ Σήρφ Χιτζάζι ναὕρω στὸν δικόν σου τὸν χορό.
Τὸ Νιγρίζι ὅπου εἶναι τῶν μουσῶν ἡ ἡδονή,
Τὸ ἀκολουθεῖ μὲ ἦχον Μουσταχάρι ἡ φωνή.
Ἕπεται τὸ Σαζικιάρι στὸ σχολεῖον σου αὐτό,
Καὶ τὸ Νισαμποῦρι ναὕρω, ἄν θελήσω ἐνταὐτῷ.
Ἄν θελήσω Ἰσφαχάνι θὰ μ’ἀποκριθῇς εὐθύς,
Καὶ Σεγκιάχι σὲ μανθάνω μὲ ναγμέδες παρευθύς.
Καὶ τὸ Ἔβιτζ μετὰ ταῦτα θὰ εἰπῇς πὼς μὲ χαράν,
Μὲ διδάσκεις ἐν τῷ ἅμα καὶ αὐτὸ τὸ Ἔβτζ Ἀράκ.


Ὥστε πρόσωπον δὲν ἔχω γιὰ τὸ Ρούι Ἀράκ πιά,
Νὰ σὲ ἐρωτήσω πλέον ἐὰν ἔχῃ εὐμορφιά.
Μουχαλίφ Ἀρὰκ νομίζω εὔκολον πολλὰ σχεδόν,
Γιατὶ μ’ ἔδειξεν εἰς τοῦτο τὸ Ἀράκι τὴν ὁδόν.
Τὸ Νεβὰ θὲ νὰ τὸ εὕρω ἄν εὐθὺς ἀκολουθῇ,
Τὸ Νιουχιούφτι τὸ ὡραῖον καὶ ἐάν μὲ βοηθῇ,
Στὸ νὰ εὕρω μ’ εὐκολίαν τὸ Γεγκιάχι τὸ γλυκόν,
Καὶ τὸ θαυμαστόν Οὐσάκι, τόνον τὸν ἡδονικόν.
Στὸ Κιουρδὶ πιὰ δυσκολίαν δὲν θὰ εὕρω παντελῶς
Καὶ αὐτὸ θὰ μ’ὁδηγήσῃ στὸ Χισάρι ἐντελῶς.
Τὸ Χουσεϊνὶ ὁμοίως μὲ ναγμέδες ὑψηλούς,
Θὰ μὲ δείξῃ στὸ Σεχνάζι τόνους ἐκλεκτοὺς πολλούς.
Καὶ τὸ Μουχαλίφ Χισάρι τὸ Μακάμι τὸ γλυκόν,
Ἄν ἦν’ περιωρισμένον εἶναι καὶ ἐρωτικόν.
Τὸ Χισὰρ δὲ Πιουσελίκι, ὅπου ἔχει ὁπαδόν,
Παρευθὺς τὸ Πιουσελίκι, στὴν δικήν του τὴν ὁδόν,
Εὕκολα θὲ νὰ τὸ εὕρω ἄν εὐθὺς ὁ Ζιργκιουλές,
Μὲ ναγμέδες στὴν φωνήν μου καὶ φθοραῖς ἔλθη πολλαῖς.
Τὸ Νισαβερέκι πάλιν θαυμαστὸν θὰ μὲ φανῇ,
Ἄν ζητήσω νὰ τὸ εὕρω στὴν δικήν σου τὴν φωνή.
Δι’αὐτὸ κι ἐγὼ πιὰ μοῦσα σὲ ζητῶ τὸ Μπεγιατί,
Σὲ ζητῶ καὶ τὸ Διουγκάχι, μη εἰπῇς πλὴν διατί;


Εἰς τὸν ζέφυρον εὑρίσκω τῆς φωνῆς σου τὸ Σεμπά,
‘Ποῦ κάθ’ ἐραστοῦ καρδία τὸ ζητεῖ τὸ ἀγαπᾶ.
Κ’ εἰς τὰ κόκκινά σου χείλη πάλιν βλέπω τὸν ναγμέ
Τοῦ ὡραίου Μακαμίου ὁποὺ λέγουν Ζεμζεμέ.
Εἰς τοῦ λάρυγγός σου πάλιν, ὄργανον τὸ θαυμαστόν,
Ἀρεζπάρ ἐγὼ ἀκούω τὸν ναγμέ, πολλὰ σωστόν.
Στὸν ὁποῖον μ’ἄκραν χάριν Πιουσελίκ Γκερδανιέ,
Τὸν ναγμέ μὲ παραστήνουν αἱ γλυκαί σου αἱ φωναί.
Καὶ τὸ χιτζαζκιάρι πάλιν παρακολουθεῖ εὐθύς
Καὶ μὲ δείχνει τὸν ἐδά του μὲ ναγμέδες, πλὴν βαθεῖς.
Γιὰ νὰ κάμῃ καὶ Χιουζάμι τὸν ναγμὲ τὸν θαυμαστόν,
Ἐνταυτῷ καὶ Σουζινάκι, καὶ αὐτὸ πολλὰ σωστόν.
Τὸ Σουρί ‘ποῦ δὲν ἠξεύρω καὶ ν’ ἀκούσω λαχταρῶ,
Μὲ Σήρφ Ἀραμπάνι τώρα νὰ τὸ εὕρω ἠμπορῶ.
Στὰ εὐώδη δὲ μαλλιά σου φωλιὰ ἔχει Σιουμπιουλές,
Ὁμοῦ μὲ τὸ Μουχαγέρι ὁποῦ εἶν’φθοραῖς λαμπραῖς.
Τὸ Σὲτ Ἀραμπάν ὁμοίως νὰ μὲ μάθετε ζητῶ,
Καὶ τὸ Σέφκου Ταρὰπ πάλιν ὁποῦ εἶναι ἐκλεκτό.
Νὰ ἀκούσω νὰ εἰπῆτε Πιουσελίκι π’ἀγαπῶ,
Ἐπειδὴ εἶν’μεμιγμένον μὲ τὸ Ἀσηρὰν αὐτό.
Τὸ Ταχὶρ ἐπίσης πάλιν τὸν ναγμὲ τὸν θαυμαστόν,
Νὰ μὲ μάθατ’ ἀγαποῦσα ἐὰν ἦτο δυνατόν.
Μπεγιατὶ δὲ Ἀραμπάνι ‘ποῦ δὲν ἤκουσα ποτέ,
Καὶ τὸ Πεντζουγκιάχι πάλιν ἐπαινοῦν οἱ ποιηταί.
Ραχάτουλ Ἐλβάχ πιὰ μοῦσα ἡ δικὴ σ’ἄν πῇ  φωνή,
Ἄνεσις ‘σ τῶν ἐρωμένων τὰς ψυχὰς θὲ νὰ φανῇ.
Εἰς τὰ χείλη σου ὡς ρόδον Γκιουλλιζάρι εὐανθεῖ,
Κι ἀπ’αὐτὰ κανεὶς νὰ μάθῃ τὸ Χιουζὶ ἐπιποθεῖ.
Ἄν θελήσεις καὶ Τζιαργκάχι νὰ μὲ δείξῃς ἐνταυτῷ,
Ἤξευρε πὼς κυριεύεις τὴν ψυχήν μου καθ’αὐτό.
Τὸ Ἀτζέμ Ἀσηρὰν πάλιν χείλη σου τὰ εὐμαθῆ,
Καὶ Ἀτζὲμ Κιουρδὶ εὐγάζουν μ’ ἕναν τόνον ἐμπαθῆ.
Καὶ στὸ εὔστροφον κορμί σου πάλιν ἠμπορῶ νὰ ‘πῶ,
Ὅτι βλέπω μορφωμένον τὸ Κιοτζέκ ‘ποῦ λέν’σκοπό.
Δεῖξόν με λοιπὸν ὦ μοῦσα Ἰσφαχάνι ἐνταυτῷ,
Ὁποῦ εἶναι μεμιγμένον μὲ τὸ Πιουσελίκ κι αὐτό.
Δεῖξόν με καὶ τὸ Μακάμι τοῦ Σεμπᾶ τὸ λιγυρόν,
Ὁποῦ εἶν’μὲ Πιουσελίκι τόνον τὸν ἡδονικόν.
Δίδαξόν με τὸ Μακάμι Μπεγιατὶ τὸ κλαυθμηρόν,
Ὁποῦ εἶν’μὲ Πιουσελίκι τὸν ναγμέ τὸν λιγυρόν.
Τὸ Ἀτζὲμ δὲ εἶν’Μακάμι μέλος ἐναρμόνιον,
Καὶ τὸ Πιουσελίκ ὡσαύτως μέλος τὸ παρόμοιον.


Δεῖξον με καὶ τὸ Μακάμι Ἀρεζπὰρ τὸ τεχνικόν,
Ὁποῦ εἶν’μὲ Πιουσελίκι καὶ ναγμὲ πολλὰ σωστόν.
Τὸ Γιουμοὺς Γκερδὰν δὲ πάλιν εἶν’Μακάμι ἐκλεκτόν.
Ἐπειδὴ καὶ ἀπὸ ὅλους εἶναι ἐπιθυμητόν.
Δεῖξόν με γλυκεῖα μοῦσα τὸ Ταχὶρ τὸ ὑψηλόν,
Ὁποῦ εἶν’μὲ Πιουσελίκι τὸν ναγμὲ τὸν ζωηρόν.
Τὸ γλυκύτατον Σεχνάζι νὰ μὲ μάθῃς νὰ ζητῶ,
Ὁποῦ εἶν’μὲ Πιουσελίκι τὸν ναγμὲ ποὺ ἀγαπῶ.
Τὸ δὲ Φεραχνάκι πάλιν εἶναι νέον καὶ λαμπρόν,
Προσπαθῶ γιὰ νὰ τὸ μάθω πλὴν μὲ φαίνεται δεινόν.
Δίδαξόν με καὶ τὸ νεόν τὸ Μακάμ Σέφκου Ἐφσά,
Ἐπειδὴ εἶναι ὡραῖον καὶ τὸ ἐπιθύμησα.
Τὸ Χουσεϊνὶ δὲ λέγουν εἶν’Μακὰμ χαροποιόν,
Τὸ δὲ Ἀσηράνι ὅτι εἶναι ἡσυχαστικόν.
Σεἶς δὲ ὦ φιλόμουσοί μου μελετᾶτ’ἐπιμελῶς (δίς)
Καὶ γυμνάζεσθε ἀόκνως νὰ τὸ ψάλετε καλῶς (δίς).

Ὅλες οἱ εἰκόνες εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο "2500 χρόνια ἑλληνικῆς μουσικῆς" τοῦ Λάκη Χαλκιᾶ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες