Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

ποίηση


Στὴν ἄκρη τοῦ πλατωνικοῦ σπηλαίου ὀρθὸς στεκόμουν
κοιτώντας τὸ κατάμαυρο βελοῦδο τῆς ἀβύσσου
ποὺ χθόνιοι τὸ τεντώνανε Θεοὶ μπρὸς στὴν ψυχή μου
καθὼς πασχίζαν σιωπηλοὶ νὰ τὴν καταγοητεύσουν.

Μόρφωση ξεκουφαντική, πολιτισμὸς μπλεγμένος
στῶν ἴδιων του μηχανισμῶν τὰ ὀξειδωμένα δόντια.
Φτύνεις ἀλλοῦ, μὰ σοῦ γυρνάει τὸ φτύσιμο ὁ ἀγέρας
καὶ σὲ βρίσκει στὸ πρόσωπο ποὺ ὅλο κοιτάει τὸ χῶμα.



Παραμελήθηκαν βωμοί, ξεχάστηκαν γιορτάδες,
πυκνοχορτάριασαν ναοί, στέγες συντρίμμια ἐγίναν
θαυματουργὲς θεότητες καὶ ταπεινὲς δρυάδες
χώθηκαν στὸ λασπόχωμα καὶ στὴν αἰθάλη ἐμείναν.

Μὲς στὴ μακρὰ ἱστορία του ποτὲ ὁ θνητὸς δὲν διάβη
τόσο σκληρὰ ἀπὸ μιὰ παλιὰ σὲ μιὰ νέα θρησκεία.
Γιὰ δύο χιλιόχρονα τοῦ Ἰησοῦ ἀρμενίζει τὸ καράβι
πάνω στοῦ Δωδεκάθεου τὴ γαλανὴ εὐδοκία.



Πολλοὺς Θεοὺς κι ἄν λάτρεψα, πολλὲς θρησκεῖες δὲν ξέρω·
πιστὸς  μὰ κ’ ἱερέας της  στὴ μιὰν ἔχω κολλήσει.
Τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα μου σ’ αὐτὴν διαρκῶς προσφέρω.
Νὰ τὴν ἀφήσω δὲν μπορῶ, ἐξόν αὐτὴ ἄν μ’ἀφήσει.

Ποίηση, ἁγνὴ θρησκεία μου, πνεῦμα Μουσῶν κι Ἐρώτων,
ἀστερωμένε στοχασμὲ καὶ ἡλιόλουστό μου δάκρυ,
κάθε ποὺ μ’ἐπισκέπτεσαι ἔχω γιορτὴ τῶν Φώτων
κ’εἶμαι στὸ Σύμπαν πανταχοῦ παρὼν ἀπ’ἄκρη σ’ἄκρη!

Θ. Παπαθανασόπουλος ( «Ποιήματα Ε΄» Μελέαγρος)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες