Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Ἐλπήνωρ



Νεκρόδειπνος γιὰ τὸν Ἐλπήνορα


Τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἦταν βαρὺ ζεστὸ κι ἀσάλευτο.
Ὁ ἀγέρας μάκραινε τὶς φλόγες τῶν κεριῶν
κατὰ τὴν ὀροφή. Κουρτίνες βαθυκόκκινες
σκέπαζαν τὰ παράθυρα καὶ ἡ αὐστηρὴ Σιγὴ
μὲ βῆμα σιγανὸ πλανιότανε στὴν ἔρημη
κλεισμένη σάλα.

Ὅταν πιὰ κουρασμένος ἀπὸ τὸ σοφὸ βιβλίο
τὰ μάτια ἀνύψωσα, ξάφνου εἶδα γύρα
πλῆθος βουβὲς μορφὲς ποὺ κοίταγαν ἀσάλευτα
βαθιὰ κι αὐξαίνανε ἤρεμα κοιτάζοντας
ὁλοένα. Τότε ρώτησα μὲ σοβαρὴ φωνή:
Φίλοι, τί συναχτήκατε καὶ τί γυρεύετε ἐδῶ πέρα;
Δὲν ἀποκρίθηκαν μονάχα κοίταγαν κατάματα
καὶ πίσω ὁλοένα πλήθαιναν σὰν ἄνεμος
ποὺ γιόμισε ὅλη ἡ σάλα.
Κάπου ἰδωμένα πρόσωπα, μορφὲς ἀπαντημένες
στῆς ζωῆς τὸ κύλισμα, στὰ πιὸ δύσκολα χρόνια
σὲ καταχνιὲς σὲ ὑπόγεια σὲ φονιάδων δρόμους,
στὸ αἷμα ἐπιδέξια στὸ μαχαίρι στὸ βιασμό.
Καὶ πάλε ἐρώτησα μ' ἀτάραχη φωνή:
Τί καρτερᾶτε ἀμίλητοι, πῶς μπήκατε ἐδῶ μέσα;
Κι ὅπως δὲν ἀποκρίνονταν μὲ συνεπῆρε ἡ ὀργή:
Σκυλιὰ καταραμένα τί γυρεύετε; μιλῆστε.
Κουφάρι ἐσὺ τυφλό, τί θές; γοργὰ ἀποκρίσου,
γιατί τὸ χέρι μου μὲ βιάζει τὸ ἀνυπόμονο.
Τότε ἀποκρίθηκε ἥσυχα: Φίλε, θυμήσου
πρὶν ἀπὸ χρόνια ἀμέτρητα μὲ τύφλωσες. Τὸ φῶς
δῶσε μου πίσω ποὺ στερήθηκα. Ξάφνου ἄστραψε
μέσα μου ὁ κόκκινος θυμὸς κ' εἶπα: Τυφλὲ
χάσου ἀπ' τὰ μάτια μου πρὶν σὲ κερδίσει ὁ θάνατος.
Δὲ μίλησε, μόνο μὲ κοίταγε βαθιὰ κ' ἐπίμονα.
Δὲ βάσταξα, ἔστριψα κι ἀντίκρισα κάποιον Λουκᾶ
νεκρὸ σαράντα χρόνια τώρα μὲ μιὰ τρομερὴ
φάουσα στὸ πρόσωπο. Πιὸ πίσω τὸν Ἰσαὰκ
χτικιάρη ποὺ τὸν πῆρε ἕνα πικρὸ βόλι στὴν Ἀλβα­νία,
δίπλα τὸν Μάρκελλο, πιὸ πέρα τὸν Ἀλέξαντρο
ποὺ τὸν ἐγκρέμισα τὴ νύχτα σὲ μιὰ στέρνα σκοτεινή.
Κι ὅλοι τοῦτοι μὲ κοίταγαν βουβοὶ κι ἀσάλευτοι
μὲ τὰ πρησμένα μάτια τους καθῶς συνάζονταν
καὶ πλήθαιναν τριγύρα μὲς στὴν αἴθουσα.
Τότε ἀνατρίχιασα βαθιὰ μὰ ὡστόσο μπόρεσα
καὶ φώναξα μὲ δυνατὴ φωνή: Σκυλιά,
δαίμονες φύγετε κι ἀδειάστε τὴ γωνιά. Γιὰ σᾶς
δὲν ἔχω τίποτα. Καὶ λέγοντας μπῆκα στὴν κάμαρα
τοῦ ὕπνου μὲ τὴν κρυφὴν ἐλπίδα πὼς θὰ γλίτωνα.
Μὰ τότε πιὰ ἡ ὀργὴ κι ὁ σκοτεινὸς θυμός
μοῦ 'πρηξαν τὰ ρουθούνια. Ἀμέτρητες μορφὲς
καρτέραγαν ἐκεῖ κι ἀσάλευτες μὲ κοίταγαν.
Ἀπὸ τ' ἀνοιχτὰ παράθυρα ὁ ἀγέρας σιγανὸς
μὲ μιὰ μουρμούρα ὑπόκωφη τὶς αὔξαινε
γύρα καὶ συνωθούντανε ἀκατάπαυστα στὴν κάμαρη.
Κι ἀνάμεσά τους εἶδα μὲ χακὶ τὸν Μπίλια,
τὸν Μπίλια ἐκεῖνον ποὺ ἦταν τόσο βρώμικος στὸ μέ­τωπο
κι ἀπόρεσα βαθιὰ καὶ τὸν ἐρώτησα μὲ τρέμουσα φω­νή:
Μπίλια πῶς βρέθηκες ἐδῶ; πῶς ἦρθες τέτοιαν ὥρα;
Δὲ μίλησε μόνο ποὺ χαμογέλασε γλυκὰ
κ' ὕστερα σοβαρὸς ἐβάλθηκε νὰ στρώνει τὸ τραπέζι
μ' ἕνα μακρὺ μαῦρο τραπεζομάντιλο ποὺ ἀκούμπαγαν
τὰ κρόσια του στὸ πάτωμα κι ἄναψε ἀπάνου τρεῖς
λευκὲς λαμπάδες σὲ τρεῖς ἀσημένιους κεροστάτες.
Ὁ τρόμος τότε μοῦ 'λυσε τὰ γόνατα κ' ἡ μνήμη
σαλεύοντας βαθιὰ μὲς στὴν ὑπόστασή μου ἀνάσυρε
καθὼς ὁ δύτης ἀπὸ τοῦ πελάγου τὸ βυθὸ κάποια πα­λιὰ
λησμονημένη ὑπόσχεση στὸ νεκρὸ φίλο Ἐλπήνορα.
Καὶ ξάφνου καθὼς ἕνα φῶς ἐλάχιστο μὲς σὲ βαθιὰ
σκοτεινὴ γαλαρία ζυγώνει αὐξαίνοντας ὁλοένα,
ἔτσι μεγάλωσε στὸν ταραγμένο νοῦ μου ἡ εἰκόνα του
κι ὀρθώθηκε ὁλοζώντανος στὰ μάτια μου ὁ Ἐλπήνωρ.
Τὸ βλέμμα του μὲ κοίταγε γλυκὸ κι ἀσάλευτο.
Τὰ χείλη του κινήθηκαν κ' ὕστερα πάλε σφάλιξαν
καὶ θάρρεψα πὼς ἄκουσα νὰ φτάνει ὥς τὴν ἀκοή μου
ἡ ὑπόκωφη μουρμουριστὴ φωνὴ του: Φίλε
καιρὸ μὲ ξέχασες. Μήτε ἕνα δεῖπνο γιὰ νεκρὸ
μήτε μνημόσυνο δὲν ἔταξες γιὰ τὸν Ἐλπήνορα.
Πικρὸς ὁ θάνατός μου ἀκόμα συνεχίζεται
καὶ μὲ παιδεύει ἀκόμα πιὸ πικρὸς καὶ μαῦρος
ὅσο περνάει ὁ χρόνος. Λύτρωσέ με φίλε.
Ἔτσι ἄκουσα κ' ἡ τύψη ὀρθώθηκε σὰ σύννεφο
μπροστά μου καὶ τὰ μάτια μου θολώσανε
ξάφνου ἀπὸ δάκρυα σκοτεινὰ καθὼς ὁ ποταμὸς
φουσκώνει τὸ χινόπωρο μὲ τὴν πυκνὴ βροχή.
Κι ὅταν πιὰ λιγοστέψανε καὶ σφούγγισα
τὰ βλέφαρα μὲ τὴν παλάμη κ' ὕψωσα τὸ βλέμμα μου
γιὰ νὰ κοιτάξω τὸν Ἐλπήνορα δὲν εἶδα τίποτα.
Κ' ἡ κάμαρα κ' ἡ σάλα εἶχαν ἀδειάσει ξάφνου.
Ἀπὸ τ' ἀνοιχτὰ παράθυρα φύσαγε ἕνας ζεστὸς ἀγέ­ρας.
Τὸ φῶς φτιασιδωμένο καὶ θανάσιμα θολὸ
χυνότανε παντοῦ κι ὁ νοσοκόμος
ὁλάσπρος μὲς στὴν μπλοῦζα του βαθιὰ ἐξαϋλωμένος
σιγούρευε μὲ προσοχὴ τὰ μαγικὰ βοτάνια
σειρὰ σειρὰ στ' ἀψηλὸ ράφι.
Τάκης Σινόπουλος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες