Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Νικόλαος Πλαστήρας



"Η Ελλάδα πεινάει κι εμένα θα μου βάλετε ...τηλέφωνο;(!)" 


(Νικόλαος Πλαστήρας, πρωθυπουργός της Ελλάδας με άνεργο αδερφό....)
Η φτώχεια του πρώην πρωθυπουργού Ν. Πλαστήρα, δεν αποτελεί παράδειγμα για τους σημερινούς κηφήνες της πολιτικής! "Η Ελλάδα πεινάει κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο", είχε πει, ενώ ο αδελφός του ήταν άνεργος. Μεταφέρουμε μερικά από τα πολλά αξιόλογα συμβάντα της ζωής του, τα οποία χαρακτηρίζουν τον άνδρα και τον καθιστούν πρότυπο, παράδειγμα προς μίμηση για παλιότερους αλλά και σημερινούς, δεδομένου ότι, τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι, έμπαιναν πλούσιοι στην πολιτική και έβγαιναν πάμφτωχοι.

Ο αείμνηστος Ανδρέας Ιωσήφ - πιστός φίλος του - αναφέρει:
Ο στρατηγός είχε απαγορεύσει στους δικούς του να χρησιμοποιούν το όνομα "Πλαστήρας" όπου κι αν πήγαιναν. Ο αδελφός του ήταν άνεργος. Το εργοστάσιο ζυθοποιίας «ΦΙΞ» ζητούσε οδηγό κι εκείνος έκανε αίτηση. Ο αρμόδιος υπάλληλος τον ρώτησε πώς λέγεται: Κι επειδή αυτός δίσταζε να πει το όνομά του, ενθυμούμενος την εντολή του στρατηγού, τον ξαναρώτησε και δυο και τρεις φορές, ώσπου αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι τον λένε Πλαστήρα. Παραξενεμένος ο υπεύθυνος ζητάει να μάθει αν συγγενεύει με το στρατηγό και πρωθυπουργό. Μετά από πολύ δισταγμό του αποκαλύπτει ότι είναι αδελφός του. Αφού η αίτηση, ικανοποιήθηκε, παρακάλεσε να μη το μάθει ο αδελφός του. Ο στρατηγός το έμαθε κι αφού τον κάλεσε αμέσως στο σπίτι του τον επέπληξε και του απαγόρευσε να αναλάβει αυτή την εργασία λέγοντάς του: «Αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου». Και δεν πήγε.

Ο Πλαστήρας ήταν άρρωστος -έπασχε από φυματίωση - κι έμενε σ' ένα μικρό σπιτάκι στο Μετς, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Του πρότειναν να του βάλουν ένα τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι αλλ' αυτός αρνήθηκε λέγοντας: «Μα τι λέτε; Η Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;».

Πολλές φορές με τρόπο έστελνε και αγόραζαν ψωμί, ελιές και λίγη φέτα. Τότε οι γύρω του, του υπενθύμιζαν ότι είχε ανάγκη καλύτερου φαγητού λόγω της αρρώστιας κι εκείνος με απλότητα τους απαντούσε: «Τι κάνω. σκάβω για να καλοτρώγω;».

Ο Βάσος Τσιμπιδάρος, δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Ακρόπολη», περιγράφει το εξής περιστατικό:
Κάποτε, ο στενός του φίλος Γιάννης Μοάτσος, είχε πάρει την πρωτοβουλία να του εξασφαλίσει μόνιμη στέγη, για να μην περιφέρεται εδώ και εκεί σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πήγε λοιπόν σε μια Τράπεζα και μίλησε με τον διοικητή. «Τι;», απόρησε εκείνος. «Δεν έχει σπίτι ο κύριος πρωθυπουργός Πλαστήρας; Βεβαίως και θα του δώσουμε ό,τι δάνειο θέλει και μάλιστα με τους καλύτερους όρους!»

Ο Μοάτσος έτρεξε περιχαρής στον Πλαστήρα, του το ανήγγειλε και εισέπραξε την αντίδραση: «Άντε ρε Γιάννη, με τι μούτρα ρε θα βγω στο δρόμο, αν μαθευτεί πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι;». Έσχισε το έντυπο στα τέσσερα και το πέταξε.

Ο Δημήτρης Λαμπράκης «δώρισε» κάποια στιγμή στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στυλό κι αφού ο στρατηγός κάλεσε τον φίλο του Ανδρέα του λέει:
- Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στυλουδάκι μου. Να το στείλεις πίσω.
- Μα θα προσβληθεί.
- Δεν πειράζει. Ας μου κόψει το νερό από το κτήμα. Δεν θέλω δώρα Ανδρέα. Γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα!

Το 1952, πρωθυπουργός ακόμη ο Πλαστήρας, ήταν κατάκοιτος από την αρρώστια που τον βασάνιζε, όταν μία μέρα δέχθηκε την επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Μπαίνοντας εκείνη στο λιτό ενοικιαζόμενο διαμέρισμά του, εξεπλάγη όταν είδε τον πρωθυπουργό να χρησιμοποιεί ράντζο για τον ύπνο του, και τον ρώτησε με οικειότητα: «Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;» και η απάντηση ήρθε αφοπλιστική. «Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ.».

Ο στρατηγός Νικόλαος Σαμψών, φίλος του Πλαστήρα, σε επιστολή του περιγράφει, το παρακάτω:
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας, δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες. Η κληρονομιά που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν 216 δρχ., ένα δεκαδόλλαρο και μια λακωνική προφορική διαθήκη: «Όλα για την Ελλάδα!». Βρέθηκε επίσης στα ατομικά του είδη ένα χρεωστικό του Στρατού (ΣΥΠ 108) για ένα κρεβάτι που είχε χάσει κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία και 8 δρχ. με σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού, ώστε να μην χρωστά στην Πατρίδα».

Όταν πέθανε ο Πλαστήρας στις 26/7/1953 τον έντυσαν το νεκρικό κοστούμι, που το αγόρασε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ - γιατί ο ίδιος τον μισθό του τον πρόσφερε διακριτικά σε άπορους και ορφανά παιδιά - ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο κορμί του: 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα.

(Χρειαζόμαστε πρότυπα. Ἔστω μερικὰ ἀπὸ αὐτά, ἄν εἶναι ἀληθινά, θὰ ἦταν ἀρκετό).

τὸ εἶδα στὴν δίολκο



Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Λά πουπέ



(ὁ πρόλογος)
Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, ζοῦσε ἕνα μικρὸ κοριτσάκι ποὺ τὸ ἔλεγαν Ρίκα. Ἔμενε σ’ ἕνα μεγάλο σπίτι καὶ ἦταν πολὺ εὐτυχισμένο. Ὥσπου μιὰ μέρα ἔκανε ἀπὸ ἀπροσεξία, μιὰ πολύ -πολὺ σοβαρὴ ἀταξία. Οἱ γονεῖς τῆς Ρίκας δὲν τὴν συγχώρεσαν ποτέ, καὶ τὴν εἶχαν ἀπὸ τότε, τοῦ κλώτσου καὶ τοῦ μπάτσου. Ἔτσι λοιπὸν ἀπὸ τὴν μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη, ἔπεσε στὴ δυστυχία. Τὸ ρολόϊ γιὰ κείνη σταμάτησε τὴ στιγμὴ ποὺ ἔγινε τὸ κακό. Δὲ μεγάλωσε ποτέ, σὰν τὶς κοῦκλες ποὺ μένουν γιὰ πάντα ρόδινες καὶ μικρὲς καὶ ἀνυποψίαστες. Ἀφιέρωσε τὴ ζωή της στὴν εὐτυχία ὅλων τῶν μικρῶν κοριτσιῶν τοῦ κόσμου, ράβοντας τὰ πιὸ ὄμορφα, τὰ πιὸ ἐκτυφλωτικὰ κουκλίστικα ροῦχα, ποὺ ἔφτιαξε ποτὲ ἀνθρώπινο χέρι. Μόνη της συντροφιά στὴ ζωή, τὸ κακ σκαθάρι· ἦρθε καὶ κόλλησε στὸ τζάμι τοῦ παραθύρου της, καὶ τῆς βάζει στὸ μυαλὸ τρομακτικὲς σκέψεις.  Ἀλλὰ καὶ μιὰ πολὺ γριὰ κυρία, κι ἕνα ἀγόρι λιγνὸ σὰν κλαράκι. Τι ἀπόγινε στὸ τέλος δὲν ξέρουμε, γιατὶ ἁπλούστατα ἡ Ρίκα ὑπάρχει ἀκόμα. Ζεῖ καὶ κινεῖται ἀνάμεσά μας, στὴν Ἀθήνα (2008). Εἶναι μιὰ ἀφράτη πενηντάρα μὲ παράξενο ντύσιμο, κι ἴσως τὴν ἔχετε συναντήσει στὴν Κυψέλη, στὸ Παγκράτι, ἤ βράδυ ἀργά, στὶς γέφυρες τῆς Ἀττικῆς ὁδοῦ. Ὅλα πάντως μαρτυροῦν ὅτι τὸ παραμύθι αὐτό, ἄν καὶ ὅποτε φτάσει ἡ ὥρα νὰ γραφτεῖ τὸ τέλος, δὲ θὰ κλείσει – φοβᾶμαι – μὲ τὴ γνωστὴ φράση κι ἔζησε αὐτὴ καλὰ καὶ μεῖς καλύτερα.  Ὅπως καταλαβαίνετε, εἶμαι ἀπαισιόδοξος γιὰ τὸ μέλλον της. Εὐτυχῶς λοιπὸν ποὺ οἱ λογοτεχνικοὶ ἥρωες μένουν, τὶς περισσότερες φορὲς παγωμένοι στὸ τώρα, στὰ λόγια καὶ στὴ δράση ποὺ ἔχει προνοηθεῖ καὶ γραφεῖ γι’αὐτούς. Κάποιος ἄλλος βέβαια θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ μιὰ πιὸ θετικὴ προοπτικὴ γιὰ τὴν καημένη τὴ Ρίκα. Γιὰ τὸ λόγο ὅτι εἶναι μιὰ ψυχὴ ποὺ ἔχει ἐκτροχιαστεῖ· καὶ μιὰ τέτοια ψυχὴ εἶναι πιθανὸ ἐξαιτίας ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ ἐκτροχιασμοῦ, νὰ βρεθεῖ ἄξαφνα σὲ καλύτερη πορεία ἀπὸ τὶς ἄλλες ψυχές - ὅσες βαδίζουν ἥσυχες -ἥσυχες πάνω στὶς ράγες. Ἡ παρέκκλιση συχνὰ ὁδηγεῖ σὲ μιὰ ἐσωτερικὴ ἀναζήτηση κι ἀπὸ κεῖ δὲν ἀποκλείεται νὰ βγεῖ κάποτε κάτι καλό, κάτι πολὺ καλὸ ἴσως. Ἀλλὰ καθὼς εἶπα καὶ πρωτύτερα, τὴ θετικὴ αὐτὴ ἐκδοχὴ θὰ μποροῦσε  νὰ τὴ σκεφτεῖ κάποιος ἄλλος, ὄχι ἐγώ. 



Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης (ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο θεατρικό του ἔργο "Λά πουπὲ")