Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Λά πουπέ



(ὁ πρόλογος)
Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, ζοῦσε ἕνα μικρὸ κοριτσάκι ποὺ τὸ ἔλεγαν Ρίκα. Ἔμενε σ’ ἕνα μεγάλο σπίτι καὶ ἦταν πολὺ εὐτυχισμένο. Ὥσπου μιὰ μέρα ἔκανε ἀπὸ ἀπροσεξία, μιὰ πολύ -πολὺ σοβαρὴ ἀταξία. Οἱ γονεῖς τῆς Ρίκας δὲν τὴν συγχώρεσαν ποτέ, καὶ τὴν εἶχαν ἀπὸ τότε, τοῦ κλώτσου καὶ τοῦ μπάτσου. Ἔτσι λοιπὸν ἀπὸ τὴν μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη, ἔπεσε στὴ δυστυχία. Τὸ ρολόϊ γιὰ κείνη σταμάτησε τὴ στιγμὴ ποὺ ἔγινε τὸ κακό. Δὲ μεγάλωσε ποτέ, σὰν τὶς κοῦκλες ποὺ μένουν γιὰ πάντα ρόδινες καὶ μικρὲς καὶ ἀνυποψίαστες. Ἀφιέρωσε τὴ ζωή της στὴν εὐτυχία ὅλων τῶν μικρῶν κοριτσιῶν τοῦ κόσμου, ράβοντας τὰ πιὸ ὄμορφα, τὰ πιὸ ἐκτυφλωτικὰ κουκλίστικα ροῦχα, ποὺ ἔφτιαξε ποτὲ ἀνθρώπινο χέρι. Μόνη της συντροφιά στὴ ζωή, τὸ κακ σκαθάρι· ἦρθε καὶ κόλλησε στὸ τζάμι τοῦ παραθύρου της, καὶ τῆς βάζει στὸ μυαλὸ τρομακτικὲς σκέψεις.  Ἀλλὰ καὶ μιὰ πολὺ γριὰ κυρία, κι ἕνα ἀγόρι λιγνὸ σὰν κλαράκι. Τι ἀπόγινε στὸ τέλος δὲν ξέρουμε, γιατὶ ἁπλούστατα ἡ Ρίκα ὑπάρχει ἀκόμα. Ζεῖ καὶ κινεῖται ἀνάμεσά μας, στὴν Ἀθήνα (2008). Εἶναι μιὰ ἀφράτη πενηντάρα μὲ παράξενο ντύσιμο, κι ἴσως τὴν ἔχετε συναντήσει στὴν Κυψέλη, στὸ Παγκράτι, ἤ βράδυ ἀργά, στὶς γέφυρες τῆς Ἀττικῆς ὁδοῦ. Ὅλα πάντως μαρτυροῦν ὅτι τὸ παραμύθι αὐτό, ἄν καὶ ὅποτε φτάσει ἡ ὥρα νὰ γραφτεῖ τὸ τέλος, δὲ θὰ κλείσει – φοβᾶμαι – μὲ τὴ γνωστὴ φράση κι ἔζησε αὐτὴ καλὰ καὶ μεῖς καλύτερα.  Ὅπως καταλαβαίνετε, εἶμαι ἀπαισιόδοξος γιὰ τὸ μέλλον της. Εὐτυχῶς λοιπὸν ποὺ οἱ λογοτεχνικοὶ ἥρωες μένουν, τὶς περισσότερες φορὲς παγωμένοι στὸ τώρα, στὰ λόγια καὶ στὴ δράση ποὺ ἔχει προνοηθεῖ καὶ γραφεῖ γι’αὐτούς. Κάποιος ἄλλος βέβαια θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ μιὰ πιὸ θετικὴ προοπτικὴ γιὰ τὴν καημένη τὴ Ρίκα. Γιὰ τὸ λόγο ὅτι εἶναι μιὰ ψυχὴ ποὺ ἔχει ἐκτροχιαστεῖ· καὶ μιὰ τέτοια ψυχὴ εἶναι πιθανὸ ἐξαιτίας ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ ἐκτροχιασμοῦ, νὰ βρεθεῖ ἄξαφνα σὲ καλύτερη πορεία ἀπὸ τὶς ἄλλες ψυχές - ὅσες βαδίζουν ἥσυχες -ἥσυχες πάνω στὶς ράγες. Ἡ παρέκκλιση συχνὰ ὁδηγεῖ σὲ μιὰ ἐσωτερικὴ ἀναζήτηση κι ἀπὸ κεῖ δὲν ἀποκλείεται νὰ βγεῖ κάποτε κάτι καλό, κάτι πολὺ καλὸ ἴσως. Ἀλλὰ καθὼς εἶπα καὶ πρωτύτερα, τὴ θετικὴ αὐτὴ ἐκδοχὴ θὰ μποροῦσε  νὰ τὴ σκεφτεῖ κάποιος ἄλλος, ὄχι ἐγώ. 



Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης (ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο θεατρικό του ἔργο "Λά πουπὲ")



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες